ενημέρωση 1:17, 18 April, 2026

Πόσο παρθένο είναι το ελαιόλαδο που τρώμε;

Η Ελλάδα εμφανίζεται ουραγός στους απαιτούμενους από τους κανονισμούς της Ε.Ε. ελέγχους και... πρωταθλήτρια στην καθυστέρηση επιβολής κυρώσεων και προστίμων σε νοθευτές και παραβάτες.

Eξαιρετικά παρθένο, παρθένο, μείγμα παρθένου και εξευγενισμένου, πυρηνέλαιο, μειονεκτικό παρθένο, εξευγενισμένο, ακατέργαστο πυρηνέλαιο, εξευγενισμένο πυρηνέλαιο. Αυτοί είναι οι οκτώ τύπου ελαίου που προκύπτουν από τον καρπό της ελιάς με διάφορες μεθόδους επεξεργασίας, ιεραρχημένοι με βάση τη διατροφική αξία και καταλληλότητά τους. Οι ονομασίες τους μάς μπερδεύουν, αλλά ακόμα περισσότερο μπορεί να μπερδεύει η όψη τους στα ράφια των σούπερ μάρκετ και η «κρυπτογραφική» περιγραφή τους στις ετικέτες των μπουκαλιών. Οι τέσσερις πρώτοι τύποι είναι αυτοί που προορίζονται για άμεση κατανάλωση, οι τέσσερις επόμενοι πάνε για βιομηχανική κυρίως χρήση, αλλά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα καταλήξουν στα ψυγεία μας και στα πιάτα μας, ως ένα τελικό επεξεργασμένο προϊόν (π.χ. η μαργαρίνη).

Ευρωπαϊκός Νότος

Η Ε.Ε. είναι «ευλογημένη», μια και εμφανίζεται μακράν η υπερδύναμη ελαιολάδου στον κόσμο, με το 61% της παραγωγής, το 65% των εξαγωγών και το 45% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Κι αυτό χάρη στις τέσσερις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Πορτογαλία, που παράγουν 1,8 εκατ. τόνους ελαιολάδου τον χρόνο (μέσος όρος πενταετίας 2019-2024). Φυσικά, η Ισπανία καλύπτει το 62% αυτής της παραγωγής, έναντι 13% της Ελλάδας.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), που λειτουργεί περίπου σαν τον οίστρο που κινητοποιεί τη σκέψη (ή την αλογόμυγα για την αγελάδα) έναντι της Κομισιόν και των 27 κρατών της Ε.Ε., αποκαλύπτει ότι ο εξωραϊσμένος κόσμος του πολυδιαφημισμένου παρθένου ελαιολάδου μόνο παρθένος δεν είναι. Στην εκτενή έκθεσή του που έδωσε χθες στη δημοσιότητα με θέμα τα συστήματα ελέγχου της παραγωγής και διακίνησης ελαιολάδου, το Ε.Ε., με ευγενικό τρόπο, λέει ότι το αυστηρό και σχετικά πλήρες θεσμικό πλαίσιο ελέγχων, με κανονισμούς που ορίζουν πρωτόκολλα ασφαλείας και ελέγχων, αλλά με μεγάλες «ελευθερίες» εφαρμογής στα κράτη-μέλη, απλώς δεν εφαρμόζεται πλήρως.

 

Αν εξαιρέσουμε το Βέλγιο, που έτσι κι αλλιώς δεν παράγει ελαιόλαδο και απλώς υποχρεούται να ελέγχει ό,τι και από όπου εισάγει, η Ελλάδα έχει τη χειρότερη επίδοση σε σχέση με τους άλλους ελεγχόμενους παραγωγούς –Ισπανία και Ιταλία– στους επιβαλλόμενους ελέγχους του ελαιολάδου. Από τις 15 παραμέτρους ελέγχου που ορίζει ο κανονισμός της Ε.Ε., στις επτά «δεν διενεργείται συστηματική ανάλυση», λέει το ΕΕΣ

Παρατηρήσεις

Επιλέγουμε μερικές ενδιαφέρουσες, άμα τε και ανησυχητικές, παρατηρήσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου:

● Από τα 24 εξαιρετικά παρθένα και παρθένα ελαιόλαδα που ελέγχθηκαν για την προέλευσή τους, όπως αναγραφόταν στην ετικέτα τους, τέσσερα αποδείχτηκαν... αγνώστου ταυτότητας.

● Οι κανονισμοί της Ε.Ε. ορίζουν έναν ελάχιστο αριθμό ελέγχων, αλλά μόνο οι ιταλικές αρχές τον καλύπτουν. «Οι ελληνικές αρχές πραγματοποιούν συστηματικά λιγότερους ελέγχους από τους απαιτούμενους». Η «νόρμα» απαιτεί έναν έλεγχο τον χρόνο ανά 1. 000 τόνους ελαιολάδου.

● Στην Ελλάδα, οι επιχειρήσεις επιτρέπεται να αναμειγνύουν ελαιόλαδο από δύο διαφορετικές περιόδους συγκομιδής και να χρησιμοποιούν την ημερομηνία της πλέον πρόσφατης για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας.

● Στην Ιταλία, αποτελεί συνήθη πρακτική οι επιχειρήσεις εμφιάλωσης να ορίζουν ως ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας («ανάλωση κατά προτίμηση πριν από») ημερομηνία που απέχει 12 έως 18 μήνες από την εμφιάλωση και όχι από την έκθλιψη, κάτι που μπορεί να παραπλανά τους καταναλωτές.

● Στην Ελλάδα, τα πρόστιμα δεν παίρνουν υπόψη το οικονομικό όφελος από την πώληση ελαιολάδου χαμηλότερης κατηγορίας σε τιμή εξαιρετικού παρθένου. Στο Βέλγιο (που φυσικά δεν παράγει λάδι), την Ισπανία και την Ελλάδα, οι διαδικασίες επιβολής κυρώσεων είναι χρονοβόρες: 4, 5 και 14 (!) μήνες αντίστοιχα, πράγμα που σημαίνει καθυστέρηση απόσυρσης ακατάλληλων, ενδεχομένως και επικίνδυνων προϊόντων.

● Η Ε.Ε. έχει θεσπίσει καλά συστήματα ελέγχου για τα φυτοφάρμακα που φτάνουν στο τελικό προϊόν, αλλά δεν έχει κάνει το ίδιο με άλλους επιμολυντές, από βαρέα μέταλλα και ορυκτέλαια μέχρι διοξίνες και πλαστικοποιητές (χρησιμοποιούνται για πιο εύπλαστες συσκευασίες).

● Αν και η Ε.Ε. εισάγει ποσότητα ελαιολάδου που αντιστοιχεί στο 9% περίπου της ετήσιας παραγωγής της, στα κράτη-μέλη που επισκέφθηκε το ΕΕΣ οι έλεγχοι για φυτοφάρμακα και επιμολυντές στο εισαγόμενο από τρίτες χώρες ελαιόλαδο είναι από ανύπαρκτοι έως εξαιρετικά περιορισμένοι.

«Οι καταναλωτές πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται την ποιότητα και τη γνησιότητα του ελαιολάδου που αγοράζουν», δήλωσε η Joëlle Elvinger, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδια για τον έλεγχο, στη χθεσινή παρουσίαση της έκθεσης. «Οι κανόνες της Ε.Ε., αν και αυστηροί, δεν εφαρμόζονται πλήρως. Η βελτίωση των ελέγχων και της ιχνηλασιμότητας και η μεγαλύτερη σαφήνεια των κανόνων είναι ουσιαστικής σημασίας για την προστασία όχι μόνο των καταναλωτών αλλά και της φήμης του ευρωπαϊκού ελαιολάδου».

Στρεβλώσεις

Διόλου τυχαία, την περασμένη Τρίτη, η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού σε ανάλογη έρευνα για την εγχώρια αγορά ελαιολάδου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εμφανίζει σημαντικές στρεβλώσεις στον τρόπο διαμόρφωσης των τιμών, οι οποίες επιβαρύνουν τον καταναλωτή. Ιδιαίτερα, εντοπίζει ασύμμετρη και ετερογενή προσαρμογή των τιμών μεταξύ των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Επίσης, η μελέτη της Επιτροπής έδειξε ότι, ενώ η άνοδος των τιμών εξηγείται εν μέρει από τη μείωση της διεθνούς παραγωγής ελαιολάδου, η πτώση των διεθνών τιμών δεν μεταφέρεται με την ίδια ταχύτητα ή ένταση στον καταναλωτή. Δηλαδή, η αγορά ελαιολάδου, το οποίο παράγουμε σε επάρκεια, θυμίζει την αγορά καυσίμων, τα οποία εξ ολοκλήρου εισάγουμε.

Πηγή: efsyn

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.