100 χρόνια από τη γέννηση της - Η Μέριλιν και ο «αληθινός» εαυτός της
Με δύο αφιερώματα τιμούν φέτος η Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων του Λονδίνου και το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τα 100 χρόνια από τη γέννηση της μεγάλης σταρ, φωτίζοντας αλλιώς την καριέρα της. Αλλά η «αλήθεια» ίσως κρύβεται σε μια σπάνια φωτογράφιση που σκηνοθέτησε η ίδια
Η Νόρμα Τζιν Μόρτενσον, όπως ήταν το πραγματικό όνομα της μοναδικής Μέριλιν Μονρόε, γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1926. Και φέτος το Λονδίνο τιμά τα 100 χρόνια της με δύο μεγάλες εκθέσεις, οι οποίες έχουν στόχο να επαναπροσδιορίσουν την κληρονομιά της μακριά από τα στερεότυπα της μυθικής σεξοβόμβας ή της τραγικής Μέριλιν, αναδεικνύοντας τη ως πρωτοπόρο καλλιτέχνιδα με όραμα και έλεγχο της καριέρας της.
Η Εθνική Πινακοθήκη Πορτρέτων φιλοξενεί, από τις 4 Ιουνίου έως τις 6 Σεπτεμβρίου, την έκθεση «Marilyn Monroe: A Portrait», ενώ από την 1η Ιουνίου έως τις 31 Ιουλίου το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (BFI) παρουσιάζει ένα εκτενές αφιέρωμα με τίτλο «Marilyn Monroe: Self-Made Star», στην «αναμφισβήτητα πιο εμβληματική σταρ στην ιστορία του κινηματογράφου πίσω από την οποία κρυβόταν μια εξαιρετικά ταλαντούχα γυναίκα μπροστά από την εποχή της», όπως τονίζει η επιμελήτρια του αφιερώματος Κίμπερλι Σίαν.
«Οι άντρες δεν με βλέπουν. Απλώς με κοιτούν», είπε κάποτε η Μέριλιν, η οποία έφυγε από τη ζωή στις 4 Αυγούστου 1962, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Και έκτοτε προσπαθούμε να τη δούμε καθαρά, γράφει στους Financial Times η Φιλίπα Σνόου. Και όχι μόνο αυτό. Η Μέριλιν είχε πει πολλά αξιοσημείωτα, ρεαλιστικά πράγματα για την εικόνα της – ειδικά για το status της ως εικόνα, πράγμα εντελώς ξεχωριστό από αυτό που πίστευε η ίδια ότι ήταν ο αληθινός, εσωτερικός της εαυτός – ενώ ακόμα περισσότερα θρυλούμενα της έχουν αποδοθεί μετά θάνατον ή όχι.

«Οι άνθρωποι είχαν τη συνήθεια να με κοιτάζουν σαν να ήμουν κάποιο είδος καθρέφτη και όχι άνθρωπος» , έλεγε η Μέριλιν (Pictorial Parade/ Archive Photos/ Getty Images/ Ideal Image)
Ο φίλος της Τρούμαν Καπότε θυμήθηκε τη φορά που είχε εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια ενός γεύματος και τη βρήκε στην τουαλέτα, να κοιτάζεται στον καθρέφτη. Τι έκανε; τη ρώτησε. «Κοιτάζω Εκείνη», υποτίθεται ότι του απάντησε η Μέριλιν. Η σχέση της με τον καθρέφτη, όπως και με την κάμερα, ήταν μεθυστική και ταυτόχρονα εντελώς καταστροφική, παρατηρεί η Σνόου στους FT. Και αυτά τα δύο τη διπλασίασαν και τη διέλυσαν, την ισοπέδωσαν και τη διαχώρισαν, έτσι ώστε όταν έγινε διάσημη, να είναι πάντα η σκιά δύο προβληματικών γυναικών – η Μέριλιν και η Νόρμα Τζιν – και ποτέ μια ευτυχισμένη ολότητα. Η ίδια η Μονρόε ομολόγησε ότι ένιωθε κάπως σαν καθρέφτης:
«Οι άνθρωποι είχαν τη συνήθεια να με κοιτάζουν σαν να ήμουν κάποιο είδος καθρέφτη όχι άνθρωπος», παρατήρησε στον σεναριογράφο Μπεν Χεχτ το 1954. Και είναι αλήθεια ότι ήταν καθρέφτης. Ηταν επίσης ο ίδιος ο κινηματογράφος. Και σεξ, καθαρό σεξ. Ηταν λαμπερή, όχι μόνο γιατί ήταν εκθαμβωτική, αλλά και με την έννοια ότι είχε την οξύτητα του μυαλού και τον πλούτο της ψυχής που συχνά συναντώνται σε μεγάλους καλλιτέχνες. Ηταν προικισμένη με το ταλέντο να προσφέρει στο κοινό της ακριβώς αυτό που ήθελε, ακόμα κι αν οι θεατές μετά βίας μπορούσαν να παραδεχτούν (στον εαυτό τους) τι ήθελαν: ένα φανταστικό κορίτσι, με τόσο άδειο το υπέροχο κεφάλι της όσο γεμάτο ήταν το μπούστο της, μια γυναίκα – παιδί με παρθενική γλύκα και ταυτόχρονα ένα έξυπνο pin-up που γνωρίζει καλά τη γλώσσα των ανομολόγητων μηνυμάτων.
Ηταν καλύτερη στο να είναι εικόνα παρά πρόσωπο, όχι επειδή της έλειπε το βάθος, αλλά επειδή είχε εξασκηθεί περισσότερο στο πρώτο από ό,τι στο δεύτερο, σχολιάζει η Σνόου στους FT. Ηξερε πώς να τακτοποιεί όλα τα χαρακτηριστικά της με ιδιαίτερη, σχεδόν αξιοπερίεργη ακρίβεια – τα φρύδια να ανασηκώνονται ακριβώς έτσι, τα χείλη να μισανοίγουν, ολόκληρη η αρχιτεκτονική του προσώπου να υψώνεται στους κροτάφους σαν αλεπού καθώς χαμογελούσε. Ηταν Εκείνη: η γυναίκα στον καθρέφτη, η καυτή γκόμενα στην οθόνη. Ηταν σε θέση να κάνει αυτό το κόλπο κατά βούληση, και όταν επέλεγε να μην το κάνει, μπορούσε ακόμη και να περνάει απαρατήρητη στον κόσμο.
Η Μέριλιν Μονρόε και ο Τζο Ντιμάτζιο στην Ιαπωνία για τον μήνα του μέλιτος. Η Μέριλιν γυρίζει στο «άλλη μία, παρακαλώ» του φωτογράφου, ενώ ο Τζο με σφιχτή λαβή προσπαθεί να την τραβήξει μακριά (Bettmann Archive/ Getty Images / Ideal Image)
«Θέλεις να με δεις να γίνομαι Εκείνη;» ρώτησε τη φίλη της, Εϊμι Γκριν, καθώς οι δυο τους περπατούσαν μαζί στο Μπρόντγουεϊ. «Τότε το είδα», θυμήθηκε η Γκριν. «Δεν ξέρω πώς να εξηγήσω τι έκανε γιατί ήταν πολύ διακριτικό, αλλά άναψε κάτι μέσα της σχεδόν μαγικό. Και ξαφνικά τα αυτοκίνητα επιβράδυναν και οι άνθρωποι γύριζαν τα κεφάλια τους και σταματούσαν για να κοιτάξουν», είπε.
Ποια ήταν η «πραγματική» Μονρόε;
Τώρα, σχεδόν εξίσου φετίχ με την επιχρυσωμένη εικόνα της στην οθόνη, είναι και η αντίληψη της «πραγματικής», κρυμμένης Μέριλιν Μονρόε, επισημαίνει η δημοσιογράφος των FT, όχι Εκείνης αλλά του πραγματικού της εαυτού. Και αυτή ακριβώς τη Μέριλιν, μια από τις πιο διάσημες γυναίκες στην ιστορία, επιχειρούν να επανεξετάσουν τα δύο αφιερώματα του Λονδίνου. Στην έκθεση «Μέριλιν Μονρόε: Ενα Πορτρέτο» της National Portrait Gallery, τη βλέπουμε να φιλτράρει την περσόνα της μέσα από τα μάτια των θαυμαστών και των συνεργατών της, άλλοτε ενώ παίζει και άλλοτε ενώ ξεκουράζεται.
Ακτινοβολούσα μελαχρινή ομορφιά ποζάροντας σε έναν φωτογραφικό θάλαμο το 1940. Φωτογραφημένη περίπου το 1946 από τον Αντρέ ντε Ντιέν, είναι τυλιγμένη με μια κουβέρτα στην παραλία και τα μαλλιά της τώρα πια ξανθά αλλά τα μάγουλά της ακόμα μωρουδίστικα. Απαθανατισμένη το 1955 από την επί χρόνια φίλη της φωτογράφο Ιβ Αρνολντ ενώ διαβάζει τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις, μοιάζει επιτέλους με το είδωλο Μέριλιν αλλά και αγιοποιημένη ως διανοούμενη: ομορφιά με – ποιος θα μπορούσε να το μαντέψει – μυαλό, σχολάζει η Σνόου στους FT. Αυτή η εξέλιξη είναι σαν να παρακολουθείς ένα λουλούδι καθώς ανοίγει σε time-lapse – ένα μπουμπούκι, ένα άνθος και μετά ο πρόωρος μαρασμός του, όπως απεικονίζεται στον ανατριχιαστικό πίνακα της Μαρλίν Ντιμά «Dead Marilyn» (2008).
Ο ίδιος ασταμάτητος κύκλος επαναλαμβάνεται και στο κινηματογραφικό αφιέρωμα του BFI «Marilyn Monroe: Self-Made Star». Η ενζενί με έναν μικρό ρόλο στο «Monkey Business» («Ο Βαρνάβας, η Εντβίνα, η Μαϊμού & το Μπογκομόλετς», 1952) εξελίσσεται την επόμενη χρονιά σε άψογη ερμηνεύτρια του μιούζικαλ «Οι άνδρες προτιμούν τις ξανθιές» (1953). Η ελαφριά, εκρηκτική «ξανθιά σεξοβόμβα» τραγουδίστρια του «Μερικοί το προτιμούν καυτό» (1959) δίνει τη θέση της σε μια ευαίσθητη γυναίκα στους «Αταίριαστους» (1961), με μια ερμηνεία γεμάτη συναίσθημα και φωνή όχι πλέον λαχανιασμένη από την υπόσχεση του σεξ, αλλά βραχνή από τις διαμαρτυρίες.
Ωστόσο, η προσπάθεια να «πιάσει» κανείς την αλήθεια της Μέριλιν ρίχνοντας ματιές σε φωτογραφίες και σε πλάνα είναι – σε κάποιο βαθμό – ανόητη, σχολιάζει η Φιλίπα Σνόου στους FT. Μπορεί οι συνεντεύξεις της και οι απομαγνητοφωνήσεις των θεραπευτικών συνεδριών της να αποκαλύπτουν μια νευρωτική γυναίκα που αγαπάει το διάβασμα και όχι ένα ασήμαντο στολίδι, αλλά ο τρόπος που χειριζόταν η ίδια τον φακό είναι τόσο ασυμβίβαστος ώστε την βλέπουμε μόνο ακριβώς όπως ήθελε η ίδια να τη βλέπουν. «Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν που να πλησίασε έστω και λίγο τη φυσική ικανότητα της Μέριλιν να χρησιμοποιεί τόσο τον φωτογράφο όσο και τη φωτογραφική μηχανή», είπε η Αρνολντ.
«Ηταν εξαιρετική σε αυτό, και για μένα δεν υπήρξε κανείς όπως αυτή πριν ή μετά από αυτή». Ο Μπίλι Γουάιλντερ, ο οποίος τη σκηνοθέτησε στην ταινία «Μερικοί το Προτιμούν Καυτό», συμφώνησε, παρατηρώντας ότι η Μέριλιν είχε «ένα συναίσθημα, αλλά και έναν φόβο, για την κάμερα». Αυτό το μείγμα φόβου και συναισθήματος δεν ακούγεται καθόλου διαφορετικό από τον τρόπο που φαινόταν να σκέφτεται τους άνδρες, με τους οποίους μοιραζόταν μόνο μια συγκεκριμένη εκδοχή του εαυτού της. Επιθυμούσε και εξετίθετο, ήταν επιθυμητή και σαγηνευτική. Και φυσικά, οι άνδρες και η κάμερα ήταν ένα και το αυτό για μια ηθοποιό της οποίας η ερμηνεία της γυναικείας φύσης ήταν αρχετυπική, αχαλίνωτα ξεκάθαρη και πάντα τελειοποιημένη για το ανδρικό βλέμμα.
Σκηνοθετώντας τον εαυτό της στους έρημους σκοτεινούς δρόμους
Ή, σχεδόν πάντα. Το 1953, υποφέροντας από αϋπνία, η Μονρόε τηλεφώνησε στον Ντιέν μέσα στη νύχτα και του πρότεινε μια αυτοσχέδια φωτογράφιση στο Μπέβερλι Χιλς, σε έναν σκοτεινό δρόμο, με μόνο τους προβολείς του αυτοκινήτου του φωτογράφου να φωτίζουν τη σκηνή (θέλοντας, ίσως, να ανακαλέσει στην μνήμη του κοινού ένα εύθραυστο ελάφι ακινητοποιημένο από τους προβολείς). Οι φωτογραφίες που προέκυψαν – και οι οποίες απουσιάζουν από την έκθεση της Εθνικής Πινακοθήκης Πορτρέτων – δεν μοιάζουν με καμία άλλη φωτογραφία της: σκοτεινές, στοιχειωτικές, με κάτι περισσότερο από μια περαστική ομοιότητα με την μεταγενέστερη σειρά «Untitled Film Stills» (1977-80), όπου η Σίντι Σέρμαν φωτογραφίζει τον εαυτό της.
Οπως η Σέρμαν έτσι η Μονρόε χρησιμοποιεί την καλλιτεχνική της δεξιοτεχνία για ένα παράξενο αποτέλεσμα. Σε αυτές τις νυχτερινές λήψεις, η σταρ φαίνεται κούφια, σχεδόν πληγωμένη. Τα μάτια της είναι υγρά και ορθάνοιχτα. Είναι απίστευτο να σκεφτεί κανείς ότι, σε αντίθεση με το πώς τη βλέπουμε συνήθως στις ταινίες της, έτσι ήθελε να σκηνοθετήσει η ίδια την πιο προσωπική της φωτογράφιση, ξύπνια πολύ αργά και σχεδόν εκτός εαυτού από την εξάντληση. Αν θέλουμε να δούμε φωτογραφίες της «αληθινής» Μονρόε, καλό θα ήταν να ξεκινήσουμε από εδώ, επισημαίνει η Φιλίπα Σνόου στους Financial Times, να τη δούμε απογυμνωμένη από τεχνάσματα και με έναν διαφορετικό χαρακτήρα να εμφανίζεται.
«Η Μέριλιν – “φως του ήλιου και σκιά”», έγραψε ο Ντιέν σε ένα από τα φύλλα κοντάκτ του, συνοψίζοντας εύστοχα κάθε βιογραφία της που έχει γραφτεί έκτοτε, «Μπορούσε να είναι ζωηρή, να ξεχειλίζει από χαρά, ή να συμπεριφέρεται λυπημένη και βασανισμένη, μοναχική! Ηταν όλα αυτά, πραγματικά!» Μάλιστα, η λέξη «πραγματικά» έχει υπογραμμιστεί τρεις φορές, σαν να φοβόταν ότι διαφορετικά, δεν θα πιστεύαμε ότι η Μέριλιν Μονρόε – αυτό το σεξουαλικό φάντασμα, η προσωποποίηση της Αμερικής, το παντοτινό κορίτσι των ονείρων της βιομηχανίας του θεάματος – μπορούσε να είναι πραγματικά οτιδήποτε.
Στην πραγματικότητα, η Μέριλιν μας έδωσε όλα όσα ήταν.
