Ο Μαρξ κατεβαίνει στις αμερικανικές εκλογές
Ο Τραμπ και οι οπαδοί του επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι οι Δημοκρατικοί, υπό την ηγεσία της «συντρόφισσας» Κάμαλα Χάρις, μετατρέπονται σε ένα «κομμουνιστικό» κόμμα που θα ανατρέψει τη λειτουργία του καπιταλισμού προς όφελος μιας κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας. Παραδόξως ήταν ο Αμερικανός τέως πρόεδρος που παρουσίασε την πιο «μαρξιστική» πρόταση της προεκλογικής περιόδου.
Στην Ιστορία του τελευταίου αιώνα πρέπει να έχουν υπάρξει λίγες χώρες πέρα από την πρώην ΕΣΣΔ, την Κούβα και την Κίνα όπου οι λέξεις κομμουνισμός και μαρξισμός να ακούγονταν τόσο συχνά σε πολιτικές συγκεντρώσεις και στην αρθρογραφία όσο συμβαίνει σήμερα στις ΗΠΑ. Γιατί οι Ρεπουμπλικανοί του Τραμπ επιμένουν ότι δίνουν τη μητέρα των μαχών απέναντι στην κόκκινη απειλή.
Εξίσου αστείο βέβαια με το γεγονός ότι αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι πιστεύουν πραγματικά ότι η Χάρις είναι κομμουνίστρια, είναι ότι αρκετοί Δημοκρατικοί προσπαθούν να απαντήσουν με σοβαρά επιχειρήματα –μια διαδικασία τόσο άσκοπη, όσο να επιχειρηματολογείς για το ότι δεν είσαι ελέφαντας. Για την πολιτική κουλτούρα της Αμερικής όμως τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο.
Όσο επηρεάστηκε όμως από αυτό, άλλο τόσο επηρεάστηκε και από οικονομολόγους όπως ο Ρικάρντο. Όπως μας θύμιζε μάλιστα προ ημερών και η Washington Post, όταν κλήθηκε να εφαρμόσει στην πράξη τις θεωρίες του ως οικονομικός σύμβουλος για την κυβέρνηση της Τζαμάικας, προώθησε ιδιωτικοποιήσεις αεροδρομίων και μείωση της φορολογίας για τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Το πραγματικό όμως πρόβλημα για τις ΗΠΑ είναι ότι δεν αποκαλεί μόνο ο Τραμπ τον Ντόναλντ Χάρις μαρξιστή, αλλά σχεδόν το σύνολο του αμερικανικού Τύπου. Το κάνουν μάλιστα με την ίδια ευκολία με την οποία τα αμερικανικά πρακτορεία ειδήσεων χαρακτήριζαν τον Αλέξη Τσίπρα «ακροαριστερό» τη στιγμή που ιδιωτικοποιούσε και αυτός αεροδρόμια και τρένα.
Τα επιχειρήματα του βιβλίου ήταν τόσο αστεία όσο και ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Μαρκ Λεβίν, ο οποίος στις δημόσιες εμφανίσεις του μπερδεύει τη σχολή της Φρανκφούρτης με τη Σχολή του Φραγκλίνου (sic) ενώ αποκαλεί τον ιστορικό υλισμό «υλιστικό ιστορικισμό». Παρ’ όλα αυτά το «American Marxism» πούλησε σε λίγες εβδομάδες περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, επιβεβαιώνοντας πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ο δημόσιος διάλογος στη μητρόπολη του καπιταλισμού.
Αυτό πάντως που ελάχιστοι παρατήρησαν είναι ότι ο υποψήφιος που παρουσίασε την πιο «μαρξιστική» πρόταση (αν και στη συνέχεια ανακάλεσε) ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ, όταν υποστήριξε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να μπορεί να επηρεάζει τις αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας». Στο δεύτερο κεφάλαιο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου ο Μαρξ και ο Ένγκελς υποστηρίζουν ότι -ως ενδιάμεσο μέσο στο δρόμο προς τον κομμουνισμό – «η πίστωση θα πρέπει να συγκεντρωθεί στα χέρια του κράτους, μέσω μιας εθνικής τράπεζας, με κρατικά κεφάλαια και αποκλειστικό μονοπώλιο».
Όπως ήταν αναμενόμενο, η πρόταση του τέως προέδρου προκάλεσε απανωτά εγκεφαλικά στους φιλελεύθερους σχολιαστές των ΗΠΑ, που θεωρούν αδιανόητο να υπάρχουν έστω και ψήγματα δημοκρατικού ελέγχου στη χάραξη της νομισματικής πολιτικής μιας χώρας. Όπως μου εξηγούσε όμως πριν από μερικά χρόνια ο Γερμανός πρώην υπουργός Οικονομικών, Όσκαρ Λαφοντέν, «η “ανεξαρτησία” των κεντρικών τραπεζών είναι μια νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και ανοησία. Κάθε κεντρική τράπεζα πρέπει να ελέγχεται δημοκρατικά».
Προφανώς ο Τραμπ δεν ενδιαφέρεται ούτε για τους Αμερικανούς πολίτες, ούτε για τις επιπτώσεις των αποφάσεων της FED στην παγκόσμια οικονομία. Η πρότασή του ήταν μάλλον ακόμη μία έκφανση του ναρκισσισμού του («εγώ ξέρω καλύτερα από τη FED»). Το γεγονός όμως ότι η μοναδική λογική πρόταση που έχει παραθέσει σε όλη τη σταδιοδρομία του εξόργισε τόσο τους «προοδευτικούς» αντιπάλους του, μας λέει πολλά για το σκοτεινό παρόν και μέλλον της πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ.
Πηγή: infowar
