Ο καταυλισμός
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει τελειώσει πολιτικά παρά την ήττα.
Τα αποτελέσµατα των βουλευτικών εκλογών έχουν οµοιότητες µε τις µετρήσεις τηλεθέασης των εκποµπών. Oπως και στην ψήφο, έτσι και στις εκποµπές δεν είναι γνωστό ούτε το επίπεδο ούτε η ποιότητα αυτού που κάνει τη συγκεκριµένη επιλογή, ενώ επίσης άγνωστος είναι και ο λόγος που την κάνει. Μπορείς να παρακολουθήσεις µια εκποµπή από περιέργεια, επειδή σου αρέσει ή απλώς επειδή δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις. Σηµασία πάντα έχει το αποτέλεσµα. Η ψήφος βέβαια δεν είναι τηλεοπτική επιλογή, είναι επιλογή που σχετίζεται µε τη ζωή σου.
Επίσης, δεν µπορείς να πατήσεις το τηλεκοντρόλ για να σταµατήσεις την ασχήµια. Αλλά, όπως και στην τηλεόραση, δεν έχει καµία σηµασία να υποτιµάς την επιλογή του άλλου, την ποιότητά του και τον λόγο για τον οποίο έκανε µια επιλογή.
Η επιλογή ψήφου στη Ν∆ και στον Κυριάκο Μητσοτάκη, την ώρα µάλιστα που είχε αποδείξει πόσο επιζήµια είναι η διακυβέρνησή του, µπορεί να είναι άδικη, µπορεί να είναι παράλογη, αλλά είναι αληθινή. Η Ν∆ έχοντας µιντιακή υπεροπλία µπορούσε να δηµιουργεί την πολιτική ατζέντα, να στρεβλώνει το πραγµατικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, να δηµιουργεί συνθήκες για να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ απολογούµενος για ό,τι έκανε ή για ό,τι δεν έκανε το 2015, αλλά δεν ήταν παντοδύναµη. Την παντοδυναµία τής την παρέδωσε πολύ πριν από τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ µε την αδυναµία του να λειτουργήσει ως κόµµα, και όχι ως ασκέρι, µε συνέπεια και πειθώ.
Στην απέναντι όχθη, στον καταυλισµό του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ, µαζεύονταν γύρω από τη φωτιά των ιδεών τους για να µεθύσουν µε τα αυτοσχέδια αποστάγµατα της προσωπικής τους αλήθειας. Και επειδή κατά τα θρησκευτικά δόγµατα η αλήθεια σώζει, δεν χρειάζονταν ούτε σύγχρονα εργαλεία ούτε δοκιµασία µέσα στην κοινωνία. Τον Μάιο του 2023 έπρεπε να ζήσουµε την τραγική αντίφαση το κόµµα που έβγαλε τη χώρα από την κρίση, που επένδυσε στη δηµοκρατία και την κοινωνία, να χάσει από τα σύµβολα του δεσποτισµού, της οικογενειοκρατίας και των διακρίσεων. Πώς συνέβη αυτό;
Ας πάµε λίγο πίσω. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως το 2010 ήταν ένα κόµµα της Αριστεράς της διαµαρτυρίας και της εσωτερικής κατανάλωσης. Το 2015 έγινε κυβέρνηση γιατί συναντήθηκαν δύο παράγοντες. Οι ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής που είχαν τη σφραγίδα της λαϊκής αντίδρασης και ένα πρόσωπο µε όραµα και προσόντα, ο Αλέξης Τσίπρας. Η τετραετία 2015 µε 2019, από άποψη στόχων και κυβερνητικού έργου, ήταν ένα σπουδαίο επίτευγµα µε ένα σοβαρό µειονέκτηµα. Το έργο αυτό δεν το έµαθε κανένας. Αντιθέτως διαστρεβλώθηκε, ενώ στο πρόσωπο του Τσίπρα πραγµατοποιήθηκε µια επιχείρηση δολοφονίας χαρακτήρα. Η ήττα στις εκλογές του 2019 δεν έσβησε το άστρο του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ όπως ήθελαν. Αντιθέτως, πήρε ένα ποσοστό που σηµατοδοτούσε πόσο αναγκαίος είναι για την κοινωνία.
Ο Τσίπρας πήρε το µήνυµα και αποφάσισε να αλλάξει στο κόµµα του όσα αποτελούσαν τροχοπέδη και προβληµατικούς συµβολισµούς. Εγκατέλειψε όµως προτού κόψει το νήµα. Εστω και καθυστερηµένα ο ΣΥΡΙΖΑ απέκτησε περίπου 200.000 νέα µέλη, ανθρώπους που παρά την ήττα δήλωναν εθελοντές για µια άλλη πολιτική και κοινωνική πραγµατικότητα. Πολύ γρήγορα τα µέλη αυτά ρίχτηκαν στον Καιάδα της κοµµατικής επιλογής. Τέθηκαν σε αχρηστία σαν ανίκανοι που υστερούσαν έναντι των κοµµατικών γραφειοκρατών, ως επικίνδυνοι φορείς πραγµάτων που έλεγε η εξαπατηµένη κοινωνία και όχι ο καταυλισµός.
Αντί να αλιευτούν νέα στελέχη από τη βάση, πρόσωπα µε κοινωνική καταξίωση και κοινωνική γείωση, δηµιουργήθηκαν τεχνητά διλήµµατα για τον χαρακτήρα του κόµµατος. Το κόµµα θα ήταν αριστερό, δεξιό, κεντρώο; Μόνο ένα δεν τους ενδιέφερε: να είναι σοβαρό! Η αδυναµία παρέµβασης του ΣΥΡΙΖΑ µέσω ΜΜΕ µεγιστοποιήθηκε από την ασχετοσύνη των στελεχών που έβγαιναν στην τηλεόραση. Αδιάβαστοι, πρόχειροι και προβληµατικοί (φυσικά όχι όλοι), πήγαιναν στα κανάλια για να εγγραφούν στην επετηρίδα της αυριανής εκλογής µέσα από τη δηµοσιότητα. Τα κανάλια µε τη σειρά τους καλούσαν τους χειρότερους ακριβώς για να δείξουν την εικόνα της µετριότητας.
Ο Τσίπρας βρέθηκε σε οµηρία, την οποία δυστυχώς δεν έσπασε, αντιµετωπίζοντας τον πυρετό της κοµµατικής αρρώστιας ως φλόγα. Η κοινωνία για την οποία διατύπωνε επιτυχώς θέσεις ήταν ωστόσο µακριά. Καταναλώθηκε στην προσπάθεια να κρατήσει το κόµµα συµβατό µε τον παραλογισµό των αφανών εταίρων και όταν έφτασε στο κρίσιµο σηµείο της εκλογικής αντιπαράθεσης επιχείρησε να σώσει ό,τι µπορούσε µε τακτικισµούς. Οι συµµαχίες υπήρξαν ατυχείς σε µεγάλο βαθµό και τεχνητές γιατί (το έχει αναλύσει πριν από δεκαετίες αυτό η Αριστερά) δεν είχαν την απαιτούµενη κοινωνική πρόσβαση.
Τις πιο κρίσιµες στιγµές τα πεφωτισµένα στελέχη του αντί να παραγάγουν πολιτική, έκριναν απλώς την πολιτική της ηγεσίας και τον κατηγορούσαν άλλοτε για σκανδαλολογία και άλλοτε για ρηχότητα. Πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σαν τους ευνούχους, οι οποίοι ξέρουν τα πάντα γύρω από το σεξ αλλά δεν έχουν κάνει ποτέ.
Το κόστος που είχε προεκλογικά η τοποθέτηση Κατρούγκαλου δεν σχετιζόταν µε όσα είπε, αλλά µε αυτό που έδειχνε στον κόσµο. Οτι στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει σοβαρότητα. Η επικοινωνιακή οµάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν έβγαζε προς τα έξω την πολιτική γραµµή του κόµµατος αλλά προσπαθούσε αγωνιωδώς να ανασκευάσει τις γκάφες της υψηλής πολιτικής διανόησης της απραγίας.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει τελειώσει πολιτικά παρά την ήττα. ∆εν έχει τελειώσει ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ µπροστά σε αυτή την εκλογική µάχη. Ο Τσίπρας πρέπει να ξεφύγει από τη δύναµη της συνήθειας και να εµπιστευτεί όσους τον εµπιστεύονται, όχι αυτούς που δεν εµπιστεύεται.
ΥΓ.: Το πρωί της Παρασκευής έµαθα από την κυρία που απασχολείται κάποιες µέρες µε τον καθαρισµό του σπιτιού µου ότι ψήφισε Ν∆. Οταν τη ρώτησα γιατί, µου απάντησε: «Γιατί οι άλλοι δεν είναι σοβαροί, δεν είναι να τους εµπιστεύεσαι».
Πηγή: kouti pandoras
