ενημέρωση 11:52, 24 September, 2026

Πού πηγαίνει η Αμερική;

Τριάντα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, φαίνεται πως η μονοκρατορία των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα ίσως φτάνει στο τέλος της.

Πριν από μερικά χρόνια ο Μάικλ Μουρ είχε γράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Πού πηγαίνει η Αμερική», το οποίο είχε πάρα πολύ διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο από τον ίδιο ακριβώς προβληματισμό που κυριαρχεί σήμερα -έστω και ελαφρώς παρασκηνιακά ακόμη- στην Ουάσιγκτον, και όχι μόνο.

Ο Μουρ προβληματιζόταν ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ ήταν η απόλυτη και ακλόνητη υπερδύναμη του γνωστού σύμπαντος, κάτι που λίγα χρόνια αργότερα δεν φαίνεται ούτε τόσο απόλυτο, αλλά ούτε και τόσο ακλόνητο. Κανείς δεν δείχνει να λυπάται τον Τζο Μπάιντεν, ο οποίος του χρόνου, στα 81 του χρόνια και με κλονισμένη υγεία, θα πρέπει να διεκδικήσει ξανά την Προεδρία των ΗΠΑ απέναντι σε έναν αειθαλή, ασταμάτητο και πιο αμετανόητο από ποτέ Ντόναλντ Τραμπ. Για τον Μπάιντεν στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει τι είναι προτιμότερο: να κερδίσει τις εκλογές και να πρέπει να υπηρετήσει ως POTUS μέχρι τα 85-86 του ή να χάσει και να τον αφήσουν να περάσει τα τελευταία του χρόνια εν ειρήνη; Και κανείς δεν θα το μάθει. Διότι δεν έχει και πολλές επιλογές, καθώς οι Δημοκρατικοί, όπως και οι Ρεπουμπλικάνοι εξάλλου, έχουν στερέψει από λαμπερούς και instagramable ή έστω «οτιδήποτε υποσχόμενους» υποψηφίους. Κι έτσι ο ηλικιωμένος και εμφανώς κουρασμένος, για να το πούμε ευγενικά, Μπάιντεν θα βρεθεί απέναντι στον κοινωνιοπαθή Τραμπ και κάποιος από αυτούς τους δύο θα κυβερνήσει τις ΗΠΑ. Η εκλογική κούρσα του 2024, που στην πραγματικότητα έχει ξεκινήσει ήδη, δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση της γενικής κατάστασης της χώρας. Μιας χώρας που αισθάνεται πλέον τους κλυδωνισμούς του ίδιου του συστήματος πάνω στο οποίο δημιουργήθηκε και μεγαλούργησε: του καπιταλισμού.

Το τέλος μιας διεθνούς ηγεμονίας
Τραμπ

«Η κατάρρευση της επιρροής των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία και οι νέες συμμαχίες του Βασιλείου με την Κίνα και το Ιράν είναι επίπονα σημάδια της αποτυχίας της στρατηγικής των νεοσυντηρητικών να διατηρήσουν την παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ κάνοντας επιθετικές προβολές στρατιωτικής ισχύος. Η Κίνα έχει αντικαταστήσει την “αμερικανική αυτοκρατορία” προβάλλοντας επιδέξια, αντ’ αυτού, την οικονομική της δύναμη. Την περασμένη δεκαετία η χώρα μας ξόδεψε τρισεκατομμύρια βομβαρδίζοντας δρόμους, λιμάνια, γέφυρες και αεροδρόμια. Η Κίνα ξόδεψε ανάλογα ποσά στον αναπτυσσόμενο κόσμο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι η τελική κατάρρευση του βραχύβιου “αμερικανικού αιώνα” των νεοσυντηρητικών. Τα εγχειρήματα των νεοσυντηρητικών στο Ιράκ και στην Ουκρανία έχουν κοστίσει 8,1 τρισεκατομμύρια δολάρια, έχουν εξαθλιώσει τη μεσαία τάξη μας, έχουν γελοιοποιήσει τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και την ηθική τους εξουσία, έσπρωξαν την Κίνα και τη Ρωσία σε μια αήττητη συμμαχία, κατέστρεψαν το δολάριο ως διεθνές νόμισμα, κόστισαν εκατομμύρια ζωές και δεν έκαναν τίποτα για να προωθήσουν τη δημοκρατία ή να μας εξασφαλίσουν συμμάχους με επιρροή».

Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Ρόμπερτ Φ. Κένεντι, γιο του Ρόμπερτ -Μπομπ- Κένεντι, που δολοφονήθηκε το 1968, γνωστό για τις συνωμοσιολογικές θεωρίες του κατά του κορωνοϊού και υποψήφιο για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις εκλογές του 2024. Ο Κένεντι είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότεροι αναλυτές δεν θα άλλαζαν ούτε λέξη από όλα αυτά τα παραπάνω, τα οποία έγραψε στο Twitter μετά την αιφνιδιαστική συμφωνία Ιράν και Σαουδικής Αραβίας υπό την αιγίδα της Κίνας. H ανησυχία για την «αδυναμία» του Τζο Μπάιντεν να διατηρήσει στην ισχύ των ΗΠΑ σε στρατιωτικό και διπλωματικό επίπεδο εκφράζεται πλέον ανοιχτά από όλες τις πλευρές. Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής του Τέξας και πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής είπε πριν από λίγες ημέρες ότι η «ανίερη συμμαχία» Κίνας και Ρωσίας οφείλεται «στην αδυναμία των ΗΠΑ να προβάλουν τη δύναμή τους».

Τριάντα χρόνια μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, φαίνεται πως η μονοκρατορία των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα ίσως φτάνει στο τέλος της. Και ο βασικός διεκδικητής της θέσης δεν είναι η Ρωσία, αλλά η Κίνα. Η Κίνα, που έμαθε άριστα το παιχνίδι του καπιταλισμού, κατάφερε επιπλέον να το προσαρμόσει στα μέτρα της και τώρα το χρησιμοποιεί για να στριμώξει τις ΗΠΑ «στα σχοινιά».

Ενας καινούργιος και σκληρός απομονωτισμός

Οι ΗΠΑ φαίνεται να βαίνουν ταχύτατα προς έναν νέου τύπου απομονωτισμό. Μετά την επίθεσή της στην Ουκρανία πέρυσι τον Φεβρουάριο, 140 χώρες-μέλη του ΟΗΕ καταδίκασαν σε ψήφισμα τη Ρωσία. Μόλις 40 από αυτές, όμως, προχώρησαν στη λήψη μέτρων εναντίον της καθ’ υπόδειξη των ΗΠΑ. Καθώς η Δύση πλημμυρίζει την Ουκρανία με στρατιωτικό υλικό -το οποίο οσονούπω τελειώνει και θα πρέπει να παραχθεί νέο-, πάρα πολλά κράτη της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής δυσπιστούν απέναντι στους αγαθούς σκοπούς των ΗΠΑ να βοηθήσουν την Ουκρανία και υποπτεύονται πως ο τελικός στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος στο Κρεμλίνο. Η Αμερική φαίνεται να μένει όλο και πιο μόνη στον πόλεμο μέχρις εσχάτων που έχει κηρύξει εναντίον του Πούτιν, καθώς ακόμη και στις χώρες που είναι παραδοσιακοί σύμμαχοί της η κοινή γνώμη θέλει πλέον κατά πλειοψηφία ένα σύντομο τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι η δεύτερη θα πρέπει να αποδεχθεί την προσωρινή απώλεια εδαφών. Δεν είναι μόνο οι πολίτες της αυταρχικής Κίνας που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο. Είναι και οι πολίτες στην Ινδία και στην Τουρκία.

Ο νέος σινορωσικός άξονας, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο τον Βλαντίμιρ Πούτιν, «εργάζεται με συνέπεια για να δημιουργήσει ένα δίκαιο, ανοιχτό και χωρίς αποκλεισμούς περιφερειακό και παγκόσμιο σύστημα ασφάλειας», κερδίζει διαρκώς έδαφος. Οι Global Times της Κίνας, που ελέγχονται από το ΚΚΚ, είναι εξίσου αισιόδοξοι, υποδηλώνοντας ότι η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας χρησιμεύει «ως καταλύτης για τον ενταφιασμό της αμερικανικής ηγεμονίας». Μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ φάνηκε να το επιβεβαιώνει. Διαπίστωσε ότι, για πρώτη φορά, οι αναπτυσσόμενες χώρες υποστηρίζουν πλέον περισσότερο τη Ρωσία και την Κίνα από τις ΗΠΑ. Ο Εμανουέλ Μακρόν το είπε ξεκάθαρα στο Συνέδριο για την Ασφάλεια στο Μόναχο, πριν από έναν μήνα, όταν δήλωσε σοκαρισμένος από το «πόσο χάνει (η Δύση) σε αξιοπιστία στον διεθνή Νότο».

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβούνται έναν νέο ψυχρό πόλεμο, αυτή τη φορά ανάμεσα στη Δύση και στην Κίνα. Άλλοι πιστεύουν ότι ο κόσμος θα ξεφύγει από τον διπολισμό και τα κράτη δεν θα αισθάνονται καμία πίεση να συμμαχήσουν με τη μία ή την άλλη υπερδύναμη. Σε κάθε περίπτωση, παρά την ενίσχυση της επιρροής των ΗΠΑ στην Ευρώπη ως αποτέλεσμα του πολέμου στην Ουκρανία, η εποχή της κυριαρχίας τους στον υπόλοιπο κόσμο μπορεί σύντομα να τελειώσει. Η Ευρώπη, από την πλευρά της, έχει τα δικά της προβλήματα και δεν είναι καθόλου αμελητέα. Πόσο θα αντέξουν οι πολίτες της άλλον έναν χειμώνα υπό την ασφυκτική πίεση της ενεργειακής κρίσης που προκύπτει από τον αποκλεισμό της Ρωσίας, όταν ήδη οι Γάλλοι, για παράδειγμα, είναι στους δρόμους -και το συνταξιοδοτικό δεν είναι ο μόνος λόγος-, ενώ ακόμη και οι πειθαρχημένοι Γερμανοί έχουν παραλύσει τη χώρα από τις απεργίες λόγω του πληθωρισμού; Όσο κι αν οι ηγεσίες θα θέλουν να στηρίξουν το αμερικανικό αφήγημα, είναι αμφίβολο αν θα το κάνουν με κόστος την ίδια την εξουσία.

Προς ένα νέο παγκόσμιο σύστημα;

Πούτιν

Το βασικό ζήτημα, που πηγαίνει πολύ πέρα από τα στενά όρια των ΗΠΑ, είναι ότι στην περίπτωσή τους δεν μιλάμε απλώς για μία από τις δεκάδες «αυτοκρατορίες» που πέρασαν, κυριάρχησαν και χάθηκαν. Μιλάμε για την επικράτηση -και επιβολή- ενός ολόκληρου συστήματος γύρω από το οποίο γυρίζει αποκλειστικά ο κόσμος τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Το ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα είναι ότι ο κόσμος δεν έχει γνωρίσει έως τώρα κάποιο παγκόσμιο σύστημα που να μπορέσει να αντικαταστήσει αποτελεσματικά το υπάρχον· και μπορούμε να πούμε με σχετική βεβαιότητα ότι ούτε η Ρωσία αλλά ούτε και η Κίνα μπορούν να το παράσχουν στην ανθρωπότητα, πολλώ δε μάλλον συνδυαστικά. Το θέμα δεν είναι να αντικαταστήσεις τον παραζαλισμένο φιλελευθερισμό με έναν ξεδιάντροπο αυταρχισμό. Εξάλλου, πιθανότατα ο σινορωσικός άξονας δεν είναι παρά συγκυριακός. Όταν ο Πούτιν τελειώσει με την Ουκρανία, τα πράγματα θα αλλάξουν εντελώς. Ούτε ο ίδιος θα εξαρτάται τόσο από την Κίνα ούτε η Κίνα θα έχει συμφέρον να τον στηρίζει. Και ανάμεσά τους θα βρεθούν πάμπολλες χώρες, οι οποίες θα στραφούν ενδεχομένως και η μία εναντίον της άλλης προσπαθώντας να βρουν τη θέση τους στη νέα παγκόσμια ισορροπία. Η Αμερική ίσως επανακάμψει ως σταθεροποιητικός παράγοντας για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, όχι όμως με την ισχύ που είχε στο παρελθόν.

Πέρα από όλα αυτά όμως, η Αμερική, για να σωθεί, πρέπει να σώσει πρώτα τον καπιταλισμό. Στο «Κομμουνιστικό μανιφέστο» του 1848, ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν: «Η αστική τάξη, κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας της, σε λιγότερα από εκατό χρόνια δημιούργησε πιο μαζικές και πιο τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις από όλες τις προηγούμενες γενιές μαζί». Δεν επαινούσαν τον καπιταλισμό· περισσότερο εξέφραζαν την αγωνία τους γι’ αυτόν και οι φόβοι τους είναι σήμερα πιο έντονοι από ποτέ. Ο καπιταλισμός έχει πράγματι καταφέρει να κινητοποιήσει, όσο κανένα άλλο σύστημα, την παραγωγική διαδικασία, όμως αποτυγχάνει να διασφαλίσει τους παράγοντες της μακροημέρευσής του: τη διαρκή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων με την πάροδο του χρόνου και κυρίως την ευρεία κατανομή αυτής της ευημερίας στην κοινωνία. Σε μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων, η εξεύρεση λύσεων γι’ αυτά τα ελλείμματα είναι επείγουσα. Αλλιώς οι άνθρωποι θα πάψουν να πιστεύουν στο σύστημα. Και με τι θα το αντικαταστήσουν; Στην Αμερική -δεν είναι καθόλου απίθανο- με τον λαϊκισμό του Τραμπ, ο οποίος θα επιστρέψει για μια ακόμη φορά, οδηγώντας τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου σε ένα πιο βαθύ αδιέξοδο και την κοινωνία σε απόγνωση. Και το παγκόσμιο σύστημα σε ακόμη μεγαλύτερη ανισορροπία.

Πηγή: Αυγή

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 23 Απριλίου 2023 11:23

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.