Οι μέρες της φωτιάς και η μάχη της επικοινωνίας
Δεν περιμέναμε φυσικά τις τραγικές μέρες όπου η Ελλάδα καιγόταν για να επιβεβαιώσουμε το γεγονός πως τα ΜΜΕ είναι εξωνημένα φερέφωνα των κυρίαρχων οικονομικών και πολιτικών δυνάμεων. Είναι ίσως η μεγαλύτερη κοινοτοπία που θα μπορούσε να πει κανείς, με διαχρονική ισχύ μάλιστα. Με εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα ίσχυσε σε κάθε εποχή.
Σε σχέση με το παρελθόν όμως, υπάρχει μια σημαντική διαφορά: ποτέ στην ιστορία δεν υπήρχε τέτοια στράτευση του συνόλου των ΜΜΕ υπέρ μιας κυβέρνησης, αυτό που βιώνουμε τα 2 τελευταία χρόνια δεν έχει προηγούμενο. Στο παρελθόν υπήρχε μερίδα του Τύπου που – έστω στο πλαίσιο του δικομματισμού – εξέφραζε διαφορετικές θέσεις. Υπήρχαν εφημερίδες που υποστήριζαν την ΕΡΕ ή την Ένωση Κέντρου, τη ΝΔ ή το ΠΑΣΟΚ κι ανάλογα με τη συγκυρία την κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση. Έστω, ας το ξαναπούμε, στο πλαίσιο του αστικού δικομματισμού.
Αγγίζει τα όρια της αφέλειας η άποψη πως τα ΜΜΕ είναι «πετσωμένα», η άποψη πως υποστηρίζουν την κυβέρνηση επειδή ο Πέτσας και οι διάδοχοί του στον υπουργικό θώκο τα τροφοδότησαν με 82 εκατομμύρια ευρώ. Διαφορετική πρέπει να είναι η οπτική μας. Οι όμιλοι που ελέγχουν τα ΜΜΕ – και συγκροτούνται κάθετα, περιλαμβάνοντας όλων των ειδών τα Μέσα – ανήκουν στον Μαρινάκη, στον Σαββίδη, στον Αλαφούζο, στον Βαρδινογιάννη, στον Μελισσανίδη, στον Γιαννακόπουλο κ.λπ. άμεσα ή μέσω αχυρανθρώπων, συνήθως δημοσιογράφων απολύτως ελεγχόμενων.
Ακόμη όμως και με αυτά τα δεδομένα, η εικόνα των ΜΜΕ την δραματική περίοδο που η μισή Ελλάδα καιγόταν και η άλλη μισή πνιγόταν από τους καπνούς ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Μη ορρωδώντας προ ουδενός μετήλθαν κάθε ψέματος, διαστρέβλωσης και στημένων ρεπορτάζ με μοναδικό στόχο να κρυφτούν οι ευθύνες της κυβέρνησης, η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, μέσων και σχεδίου. Αλλοίωσαν ως και τα μετεωρολογικά δελτία της Ε.Μ.Υ., μιλούσαν για θυελλώδεις ανέμους… 2 μποφόρ, εξαφάνισαν ή αλλοίωναν τους χάρτες με τις καμένες εκτάσεις, απέκρυψαν την καταστροφή ολόκληρων περιοχών (π.χ. στη Φωκίδα, στα Γρεβενά).
Και εδώ είναι λάθος να πιστέψουμε πως στόχος ήταν να κρυφτεί η «ανικανότητα της κυβέρνησης», όπως συχνά ακούστηκε από την αξιωματική αντιπολίτευση. Ο στόχος ήταν να κρυφτούν οι ολέθριες συνέπειες μιας συνειδητής πολιτικής επιλογής που, μετά τα νοσοκομεία και τα σχολεία, διαλύει προγραμματισμένα κάθε δομή προστασίας του περιβάλλοντος στον βωμό του κέρδους. Τα ΜΜΕ δεν αναφέρθηκαν στη δραματική μείωση του ανθρώπινου προσωπικού, βλέπετε ο happy traveler πρωθυπουργός μας «βαρέθηκε να ακούει για προσλήψεις».
Δεν αναφέρθηκαν στην κατάρρευση του απαρχαιωμένου εξοπλισμού, ακόμα κι όταν διασύρθηκαν από τις αποστολές της Ρουμανίας ή της Πολωνίας που ο εξοπλισμός τους έμοιαζε εξωγήινος. Δεν αναφέρθηκαν στις καταγγελίες για οργανωμένα συμφέροντα πίσω από «ύποπτες φωτιές», για επιλεκτική προστασία επιχειρήσεων ή πολυτελών κατοικιών βιομηχάνων και πολιτικών. Δεν αναφέρθηκαν, φυσικά, και σε ένα συγκεκριμένο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης που στον πυρήνα του έχει την καταστροφή του περιβάλλοντος.
Μόνο όμως σε αυτά; Θα ήταν εύκολη κι ανεπαρκής η απάντηση. Ας μη σταθούμε στο γενικότερο πολιτικό πλαίσιο, ας περιοριστούμε στο κομμάτι της επικοινωνίας: Η κυβέρνηση και τα ελεγχόμενα ΜΜΕ έκαναν τη δουλειά τους, οι υπόλοιποι τι έκαναν; Η αξιωματική αντιπολίτευση με τα πενιχρά επικοινωνιακά μέσα που διαθέτει επικέντρωσε στην «ανικανότητα» της κυβέρνησης. Αντιπαράθεση ψοφοδεής όχι μόνο ποσοτικά, όσο κυρίως πολιτικά, έτσι κι αλλιώς η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση στον τομέα του περιβάλλοντος είναι σε πολλά σημεία συνέχεια των επιλογών του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι τυχαίο πως στο πλαίσιο της «υπεύθυνης δύναμης» ο ΣΥΡΙΖΑ δε ζήτησε ούτε καν την παραίτηση του Χρυσοχοΐδη, ακόμη και το ΚΙΝΑΛ βγήκε πιο επιθετικά.
Και κάτι ακόμη, υπάρχει η μνήμη της κοινωνίας: Ναι, υπήρξε τυμβωρυχία για την τραγωδία στο Μάτι, αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Υπήρξαν όμως και ευθύνες και, κυρίως, τραγική επικοινωνιακή διαχείριση, η κοινωνία δεν ξεχνά εύκολα τις εικόνες των υπουργών που αλληλοσυγχαίρονταν ούτε τα «σκορ μπάσκετ» μεταξύ των νεκρών στο Μάτι και στην Ηλεία με τα οποία έκαναν επικοινωνιακή πολιτική στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
Τα είπαμε όλοι καλά, ήμασταν αναλυτικοί και καταγγελτικοί, τολμήσαμε και ριζοσπαστικές προσεγγίσεις, όπως το ρηξικέλευθο άρθρο του Δ. Λένη στο «kosmodromio.gr» για τον τουρισμό και το περιβάλλον. Ήσυχοι λοιπόν, επιτελέσαμε και εδώ το καθήκον μας και συνεχίζουμε. Μόνο που τα είπαμε μεταξύ μας, ο θόρυβος από τα μικρά κανονάκια μας δεν μπορούσε και εδώ να ακουστεί έστω και λίγο όταν βροντούσαν οι «Βέρθες» του συστήματος. Αν όμως…
Αν όμως βροντούσαν όλα μαζί; Αν όμως κάθε μέρα της τραγωδίας υπήρχαν κείμενα βασικά που την ίδια στιγμή θα δημοσιεύονταν στα δεκάδες sites και blogs, στις δεκάδες μικρές εφημερίδες μας; Που θα αναπαράγονταν ταυτόχρονα από χιλιάδες μέλη με κάθε τρόπο, ηλεκτρονικό ή άλλο; Θα ήταν ίδια η κατάσταση; Είναι ουτοπία να πιστέψουμε πως θα σκεπάζαμε τις «Βέθρες», δεν είναι όμως καθόλου ουτοπικό να πιστέψουμε πως η απήχηση θα ήταν πολλαπλασιαστική, πως απέναντι στον καταθλιπτικό ολοκληρωτισμό της ενημέρωσης θα άρχισε να διαμορφώνεται ένας άλλος πόλος, μια άλλη κουλτούρα και πρακτική.
Είναι απλό σαν σύλληψη, στα όρια του αυτονόητου. Κι όμως όχι μόνο δεν προχωρά, αντίθετα και οι πρώτες προσπάθειες που έγιναν συνάντησαν και συναντούν δυσκολίες. Πρέπει να ξαναέρθουν στην επικαιρότητα, να ξαναγίνουν προτεραιότητα. Τη βασική δυσκολία, τη γνωρίζουμε όλοι/ες: Μια τέτοια πρωτοβουλία προϋποθέτει ένα μίνιμουμ επίπεδο συνεννόησης, εμπιστοσύνης και θέλησης για κοινή δράση στον χώρο της αριστεράς. Προϋποθέτει υποχώρηση της αυτοαναφορικότητας, της απόλυτης αλήθειας, της λογικής της διαφύλαξης του μικρού μας μαγαζιού. Είμαστε δηλαδή μπροστά στο γνωστό πρόβλημα. Εδώ όμως η ανάγκη βοά, οι καιροί ου μενετοί! Ας γίνει το ξεκίνημα, έστω με λίγα μέσα στην αρχή. Η ανάγκη, την οποία οι αγωνιστές και οι αγωνίστριες της αριστεράς νοιώθουν καθημερινά, θα γίνει δύναμη και οδηγός! Ας αρχίσουμε να περπατάμε…
