Ο Θωμάκος σώζει τον κόσμο
Μεσαιωνικό αφήγημα με γεωπολιτικές διαστάσεις
Τω καιρώ εκείνω ο Θεός θέλησε εν τη σοφία του να δοκιμάσει την πίστην των ανθρώπων. Και το αίμα έρεε σ’ Ανατολή και Δύση και ο φόβος απλωνόταν παντού και δεν εγνώριζες ποίος ο εχθρός και ποίος ο φίλος.
Και εις το Θέμα της Κηφισιάς οι μισοί θρηνούσαν και οι άλλοι μισοί τους εμάλωναν διότι δεν είχαν θρηνήσει και παλαιότερα σε άλλες περιπτώσεις. Και κάποιοι έλεγαν πως είχαν φτάσει οι μέρες που είχαν προβλέψει οι παλαιοί προφήτες: ο Ηλίας, ο Ησαΐας, και ο Βάρσος. Και οι πιστοί μαζεύονταν στις εκκλησίες. Όχι όμως δια να ικετέψουν για σωτηρία, μα για να ευχαριστήσουν τον Ύψιστο που είχε ξεχωρίσει τους Κηφισιώτες από τα άλλα του τέκνα. Και τους είχε χαρίσει μια ηγεσία στιβαρή και πάνσοφη, σκέτη εγγύηση σε περίπτωση που το κακό έφτανε στην πόρτα τους.
Διότι στην κεφαλή της πόλης στεκόταν ο μάγιστρος όσιος Θωμάκος ο μεγαλομάστορας. Αυτός που μπορούσε να μαντρώσει τους ηγέτες της Κηφισιάς σε ένα δωμάτιο. Αυτός που μπορούσε να φτιάξει και να συράψει απαλλοτριώσεις, συμβάσεις, και όλες τις μαύρες δουλειές μαζί σαν πετιμέζι. Αυτός που περιφρονούσε τες κοσμομαζώξεις και που με μία του φράση η Νέα Ερυθραία σχιζόταν στα δύο και η Εκάλη γινόταν ξέχωρη.
Και στην κεφαλή των φουσάτων στεκόταν ο Χιωτάκης ως την πόλη απομύζησε, που γνώριζε όλα τα απόκρυφα ετούτου εδώ της πόλης, διότι τα διάδιδε στα καφενεία, σουβλατζίδικα και στις χασαποταβέρνες. Και μίνιστρος των απανταχού ότι λάχει και ότι κάτσει ήταν ο Βάρσος ο Ρωσομανής Μπολσεβίκος, με το προσωνύμιο Άγιος, ο ιδρυτής του κουκουέ και φονιάς του Γκοτζίλα, αυτός που έχει πιότερα πτυχία στις αρλούμπες και από του ουρανού τα άστρα. Και παραδίπλα ήταν ο ονομαστός Νικολέλης, που με μία ρουφηξιά αδειάζει ολάκερο το τάγμα του γύρου και άλλο δεν χρειάζεται.
Και αν με τους διοικητές τους ήταν μία φορά τυχεροί οι Κηφισιώτες, είχαν πέσει από την Ακρόπολη και είχανε βρει χρυσάφι. Και στην σκοτεινή γωνία μαζί με τον Βάρσο να και οι υπόλοιποι τίμιοι πολιτευτές της πόλης.
Και αν ο μάγιστρος Θωμάκος αποτύγχανε στο έργο του –πράγμα αστείον και να το σκεφτεί κανείς- το Θέμα της Κηφισιάς και πάλι θα σωζόταν. Διότι εις την αναμονή ήταν το ιπποτικό τάγμα της θρησκευτικής οντότητας της πόλης, πιο ενωμένο και ισχυρό από ποτέ. Ήσαν τόσον αγαπημένοι εκεί, ώστε αποφάσισαν να οργανώσουν μια γιόστρα (ήγουν κονταρομαχία) δια να ιδούν ποιος θα έβγαινε αρχηγός. Όχι ότι τους ένοιαζε δηλαδή -έτσι και αλλιώς όλοι ήσαν ανιδιοτελείς στρατιώται της παρατάξεως. Έτσι το κάμανε, δια να περνάει η ώρα.
Και εδήλωσαν συμμετοχή δυό παλικάρια, που όμοιά τους δεν είχε ματαδεί η πλάση. Πρώτος και καλύτερος ο Αυλίτης ο Κιμπάρης, που όταν μιλά ανθίζει η γης. Έπειτα ο Καλός ο εξαφανιστής, που είναι τόσο ικανός ώστε και η μάνα του η ίδια ντρέπεται να τον ψηφίσει
Όλοι έλεγαν πως η νίκη θα κρινόταν ανάμεσα στον Αυλίτη και τον Καλό, διότι ο μεν είχε κάμει από παλιά τα κουμάντα του, ο δε είχε την στήριξη του Βάρσου και άλλων δημοκρατικών-εξαφανιστικών δυνάμεων. Πλην όμως ο κουροπαλάτης Θωμάκος που ήτο υπεύθυνος δια την διεξαγωγήν της γιόστρας, κατάφερε και τα εσκάτωσε. Και οι ιππότες εμούτρωσαν και με βαριά καρδιά ενέβαλαν τη γιόστρα και η οικουμένη ολάκερη κράτησε την ανάσα της. Και όλα κρέμονταν από μια τριχιά, λεπτή σαν το χιούμορ του Αυλίτη.
Και ο τσάρος των Μοσχοβιτών και ο Σουλτάνος των Τούρκων που είχαν θέσει τα φουσάτα τους έτοιμα δια μάχη, έκαμαν πίσω. Διότι, σκέφτηκαν: «Πώς θα πάμε να πολεμήσουμε εάν δεν υπάρχει αρχηγός στο Δήμο ώστε να ισορροπεί το παγκόσμιον στερέωμα; Ποίοι είμεθα ημείς που θα λάβουμε τέτοιαν ευθύνην έναντι της ανθρωπότητος;».
Και εκάθησαν στα αυγά τους και ο πόλεμος προσώρας απεφεύχθη. Και εις ολόκληρη την οικουμένη γίνονταν λιτανείες όπου οι ιερείς βαστούσαν λάβαρα με την μούρην του Θωμάκου, διότι ούτος έσωσε τον πολιτισμένον κόσμον από τον χαμό και την καταστροφήν.
Και έτσι κυλούσαν οι μέρες στο Θέμα της Κηφισιάς και αλλαχού.

