Ισραήλ - Στον αέρα ο Νετανιάχου – Ο Άιζενκοτ διεκδικεί την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης
Σε κρίσιμη καμπή η πολιτική σκηνή του Ισραήλ, με τον Γκάντι Άιζενκοτ να διεκδικεί την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και το μπλοκ κατά του Νετανιάχου να αναζητά κοινό βηματισμό, παρά τις εσωτερικές διαφωνίες
ε κρίσιμη καμπή εισέρχεται η πολιτική κρίση στο Ισραήλ, καθώς αρχίζουν οι διαβουλεύσεις του προέδρου Ισαάκ Χέρτζογκ με τα κόμματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο Γκάντι Άιζενκοτ συγκεντρώνει ήδη 48 υποστηρικτές, ενώ η στάση των αραβικών κομμάτων και των υπερορθόδοξων μπορεί να κρίνει εάν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα χάσει την εξουσία έπειτα από χρόνια κυριαρχίας.
Για τον υπηρεσιακό πλέον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, η συγκρότηση μιας νέας κυβερνητικής συμμαχίας, μετά τις πρόσφατες αμφίρροπες βουλευτικές εκλογές, μοιάζει με τη συναρμολόγηση ενός παζλ, του οποίου τα κομμάτια όχι μόνο δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, αλλά βρίσκονται πλέον σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Ο μακροβιότερος ηγέτης στην ιστορία της χώρας έχασε έδαφος, καθώς το κόμμα του, το Λικούντ, απώλεσε σχεδόν το ένα έκτο των κοινοβουλευτικών εδρών του, ενώ η σκληροπυρηνική δεξιά συμμαχία του είδε τις δυνάμεις της να υποχωρούν ακόμη περισσότερο. Ωστόσο, παρά την εκλογική φθορά, το Λικούντ παρέμεινε το μεγαλύτερο κόμμα, καταλαμβάνοντας 27 έδρες στην Κνεσέτ, το ισραηλινό Κοινοβούλιο.
Οι εξελίξεις επιταχύνονται, καθώς ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, αρχίζει τις διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των κοινοβουλευτικών κομμάτων, προκειμένου να αποφασίσει σε ποιον θα αναθέσει την πρώτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Πρώτο κοινό τραπέζι για το μπλοκ κατά Νετανιάχου – Οι διαφωνίες για την επόμενη κυβέρνηση
Οι επικεφαλής της Κοινής Λίστας και του Ραάμ πραγματοποίησαν ήδη την πρώτη τους συνάντηση μετά τις εκλογές, σε ξενοδοχείο στη Ναζαρέτ, με στόχο τον καλύτερο συντονισμό τους και τη διερεύνηση των δυνατοτήτων πολιτικής συνεργασίας το επόμενο διάστημα. Οι προτάσεις τους προς τον πρόεδρο αναμένεται να είναι συντονισμένες.
Την πρώτη κοινή τους συνάντηση μετά τις εκλογές πραγματοποίησαν την Τρίτη και οι επικεφαλής των τεσσάρων κομμάτων που συγκροτούν το μέτωπο κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου, λίγο πριν από την έναρξη των διαβουλεύσεων με τον πρόεδρο Χέρτζογκ. Στο ξενοδοχείο Dan Accadia, στη Χερτσλίγια, συναντήθηκαν ο επικεφαλής του «Γιάσαρ» Γκάντι Άιζενκοτ, ο Ναφτάλι Μπένετ της παράταξης «Μπεγιαχάντ», ο Γιαΐρ Γκολάν των Δημοκρατικών και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν του Γισραέλ Μπεϊτένου, παρουσία και του αρχηγού της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ.
Οι τέσσερις πολιτικοί αρχηγοί εκπροσωπούν ένα μπλοκ που συγκέντρωσε συνολικά 48 έδρες στην Κνεσέτ και έχει δεσμευτεί να υποστηρίξει τον Άιζενκοτ για την πρωθυπουργία. Πίσω, ωστόσο, από την κοινή αυτή δέσμευση, αναδεικνύονται σημαντικές διαφωνίες σχετικά με τη σύνθεση, τις κοινοβουλευτικές στηρίξεις και τις πολιτικές προτεραιότητες της επόμενης κυβέρνησης.
Προσερχόμενος στη συνάντηση, ο Λαπίντ επιτέθηκε στον Νετανιάχου, συνδέοντας τις τελευταίες κινήσεις του Λικούντ με την προσπάθεια αμφισβήτησης του εκλογικού αποτελέσματος. «Όσα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες αποτελούν μία ακόμη υπενθύμιση ότι πρέπει να απομακρύνουμε τον Νετανιάχου και τους ανθρώπους του από το πρωθυπουργικό γραφείο», δήλωσε.
Το αραβικό στοιχείο διχάζει
Η πρώτη αυτή συνάντηση ανέδειξε και τις διαφορετικές προσεγγίσεις των τεσσάρων πολιτικών αρχηγών ως προς τον τρόπο εξασφάλισης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Ο Γκάντι Άιζενκοτ επιδιώκει να προωθήσει τη συγκρότηση κυβέρνησης μειοψηφίας, αναζητώντας στηρίγματα και από τα υπερορθόδοξα κόμματα. Δεν έχει αποκλείσει, ωστόσο, την κοινοβουλευτική υποστήριξη των αραβικών παρατάξεων, ούτε έχει απορρίψει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Παραμένει, πάντως, επιφυλακτικός απέναντι στο ενδεχόμενο να επαναληφθούν πολιτικοί χειρισμοί του Νετανιάχου που θα μπορούσαν να αποβούν εις βάρος των κυβερνητικών εταίρων του.
Ο Λίμπερμαν αποκλείει κατηγορηματικά τη συμμετοχή σε κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου, αφήνει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο συνομιλιών με τα υπερορθόδοξα κόμματα για τη συγκρότηση ενός νέου συνασπισμού. Το ενδεχόμενο αυτό περιπλέκεται από το άλυτο ζήτημα της στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων, ένα από τα σημαντικότερα θέματα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η επόμενη κυβέρνηση.
Ο Γιαΐρ Γκολάν, από την πλευρά του, υποστηρίζει με συνέπεια τη συγκρότηση κυβέρνησης με την κοινοβουλευτική στήριξη του Ραάμ και των αραβικών κομμάτων. Όπως επισημαίνει, η αυξημένη συμμετοχή των αράβων πολιτών στις εκλογές και η κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Νωρίτερα την Τρίτη, μάλιστα, ο Γκολάν είχε συναντηθεί με τους επικεφαλής της Κοινής Λίστας, Γιουσέφ Τζαμπαρέν και Άχμαντ Τιμπί, επιδιώκοντας να διερευνήσει τις δυνατότητες πολιτικής συνεργασίας.
Στον αντίποδα, ο Ναφτάλι Μπένετ συμμερίζεται την επιφύλαξη του Λίμπερμαν απέναντι σε μια κυβέρνηση που θα εξαρτάται από τις ψήφους των αραβικών κομμάτων. Εκτιμά ότι μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα πολιτική αστάθεια και σε ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση, την οποία, κατά την εκτίμησή του, ο Νετανιάχου θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να επιστρέψει ισχυρότερος στην εξουσία.
Παρέμβαση των οικογενειών της 7ης Οκτωβρίου: «Έχετε εντολή, σχηματίστε κυβέρνηση αλλαγής»
Ιδιαίτερο πολιτικό και συμβολικό βάρος στη συνάντηση των ηγετών της αντιπολίτευσης έδωσε η παρουσία εκπροσώπων οικογενειών που επλήγησαν από τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου.
Οι εκπρόσωποί τους συγκεντρώθηκαν έξω από τον χώρο της συνάντησης, απευθύνοντας έκκληση στους πολιτικούς αρχηγούς να αξιοποιήσουν την εκλογική εντολή που έλαβαν και να προχωρήσουν στον σχηματισμό νέας κυβέρνησης. «Έχετε εντολή. Μη συμβάλετε στη νομιμοποίηση ηγετών που βρίσκονταν στο τιμόνι της χώρας την ώρα της σφαγής. Σχηματίστε μια κυβέρνηση αλλαγής», ανέφεραν χαρακτηριστικά.
Οι οικογένειες ζήτησαν από τους τέσσερις πολιτικούς αρχηγούς να παραμερίσουν τις μεταξύ τους διαφωνίες και να αναλάβουν κοινή δράση για την αντικατάσταση της σημερινής κυβέρνησης.
«Ο λαός ψήφισε εκφράζοντας την έλλειψη εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση της 7ης Οκτωβρίου», υποστήριξαν, ζητώντας παράλληλα τη σύσταση κρατικής, εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση των ευθυνών γύρω από την επίθεση της Χαμάς και την αποκατάσταση των θεμελιωδών αξιών πάνω στις οποίες ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ.
Η παρέμβαση αυτή επαναφέρει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης το ζήτημα της λογοδοσίας για την αποτυχία πρόληψης της επίθεσης, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βασικά αιτήματα των οικογενειών των θυμάτων και των πολιτών που ζητούν τη διερεύνηση των γεγονότων.
Ποιος θα αναλάβει την προεδρία της Κνεσέτ;
Οι διαφωνίες δεν περιορίζονται στην κοινοβουλευτική στήριξη της επόμενης κυβέρνησης. Αφορούν και στην κατανομή των σημαντικών θεσμικών θέσεων, με πρώτη την προεδρία της Κνεσέτ.
Ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν επιθυμούν να αναλάβει τη θέση ο Γιαΐρ Λαπίντ, ενώ ο Άιζενκοτ προκρίνει την επιλογή προσώπου από το δικό του κόμμα.
Η αντικατάσταση του σημερινού προέδρου της Κνεσέτ, Αμίρ Οχάνα, αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα βασικά ζητήματα της συνάντησης. Για να προχωρήσει η σχετική διαδικασία απαιτούνται οι υπογραφές 61 βουλευτών, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον συντονισμό των κομμάτων του μπλοκ.
Στο τραπέζι βρίσκονται επίσης οι νομοθετικές πρωτοβουλίες που είχαν επεξεργαστεί τα επιτελεία των κομμάτων κατά την προεκλογική περίοδο. Οι ομάδες εργασίας είχαν πραγματοποιήσει εκτενείς συζητήσεις για νομοθετικές αλλαγές που θα μπορούσαν να προωθηθούν κατά τη μεταβατική περίοδο, ωστόσο δεν υπάρχει πλήρης συμφωνία για όλες τις προτάσεις.
Ο Άιζενκοτ, για παράδειγμα, έχει εκφράσει αντιρρήσεις για την αναδρομική εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθεσίας, που αφορά στον νόμο για τους κατηγορούμενους, ενώ ο Λίμπερμαν θεωρεί ότι μια υπηρεσιακή κυβέρνηση δε θα μπορούσε να προωθήσει νομοθεσία για τη σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής, εφόσον η χώρα οδηγηθεί εκ νέου σε εκλογές.
Οι διαφορετικές αυτές προσεγγίσεις δείχνουν ότι η συμφωνία για την απομάκρυνση του Νετανιάχου δε συνεπάγεται αυτομάτως συμφωνία για την επόμενη ημέρα.
Το δίλημμα των υπερορθόδοξων και η στάση του Σας
Στην απέναντι πλευρά, το στρατόπεδο του Νετανιάχου δεν έχει ακόμη οριστικοποιήσει τη στάση όλων των κομμάτων του.
Τα κόμματα Θρησκευτικός Σιωνισμός – Ζεχούτ και Οτσμά Γιεχουντίτ δεν φαίνεται να διαθέτουν εναλλακτική δυνατότητα συμμετοχής σε κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου. Ως εκ τούτου, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα τον υποστηρίξουν στις διαβουλεύσεις με τον πρόεδρο.
Ανάλογη στάση αναμένεται να τηρήσει και το Σας, το υπερορθόδοξο κόμμα υπό τον Αριέ Ντερί. Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του Νετανιάχου υπέρ του πολιτικού του συμμάχου, ο Ντερί δεν απάντησε στις τηλεφωνικές κλήσεις του ισραηλινού, υπηρεσιακού πρωθυπουργού, γεγονός που τροφοδότησε ερωτήματα σχετικά με τη στάση του.
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Ενωμένης Τορά Ιουδαϊσμού, του ασκεναζίτικου υπερορθόδοξου κόμματος. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διαμορφώνονται, είναι πιθανό να επιλέξει να μη συστήσει κανέναν από τους δύο βασικούς υποψηφίους.
Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική. Εάν το κόμμα δεν υποστηρίξει τον Νετανιάχου, οι δικές του προτάσεις προς τον πρόεδρο θα περιοριστούν στις 46, έναντι των 48 του Άιζενκοτ, ακόμη και χωρίς την προσθήκη των αραβικών κομμάτων.
Με άλλα λόγια, η Ενωμένη Τορά Ιουδαϊσμού μπορεί να αποδειχθεί ο παράγοντας που θα καθορίσει ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση της επόμενης ισραηλινής κυβέρνησης.
Από την προσπάθεια ανατροπής Νετανιάχου στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας;
Ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολιτικά ανομοιογενή συμμαχία, η οποία έχει ως βασικό κοινό στόχο την απομάκρυνσή του από την πρωθυπουργία.
Εάν ο Άιζενκοτ καταφέρει να εξασφαλίσει τη στήριξη και των δύο αραβικών κομμάτων, το αντιπολιτευτικό μπλοκ θα μπορούσε να συγκεντρώσει μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία 67 εδρών. Πρόκειται για έναν συσχετισμό που θα δημιουργούσε νέα δεδομένα, αν και ορισμένα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν μέχρι στιγμής αποκλείσει μια τέτοια συνεργασία.
Για τον Νετανιάχου, οι επιλογές είναι περιορισμένες. Θα πρέπει είτε να προσελκύσει τουλάχιστον οκτώ βουλευτές από το αντίπαλο στρατόπεδο είτε να επιδιώξει τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας με τον Άιζενκοτ.
Το δεύτερο ενδεχόμενο δεν είναι εντελώς πρωτοφανές. Ο Άιζενκοτ είχε συνεργαστεί με τον Νετανιάχου μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν εντάχθηκε στο έκτακτο πολεμικό συμβούλιο για τη διαχείριση του πολέμου στη Γάζα, μαζί με τον πολιτικό του εταίρο, Μπένι Γκαντς.
Η συνεργασία, ωστόσο, δεν κράτησε. Οκτώ μήνες αργότερα, τόσο ο Άιζενκοτ όσο και ο Γκαντς αποχώρησαν από το πολεμικό συμβούλιο, καταγγέλλοντας ότι ο Νετανιάχου δεν διέθετε ούτε σαφή στρατηγική εξόδου από τον πόλεμο ούτε συγκεκριμένο διπλωματικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα στη Γάζα.
Η αντιπαράθεση έγινε ακόμη πιο προσωπική, καθώς ο Άιζενκοτ, ο οποίος έχασε τον γιο του στις μάχες στη Γάζα, κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι δεν ανέλαβε την ευθύνη για την αποτυχία πρόληψης της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στους στρατηγούς του.
«Στο παρελθόν, η ένταξη κεντρώων κομμάτων στους συνασπισμούς του ήταν ένας μηχανισμός που επέτρεπε στον Νετανιάχου να μεταθέτει την ευθύνη, όταν έπαιρνε μετριοπαθείς αποφάσεις που δεν ήταν δημοφιλείς στη βάση του», επισημαίνει ο Γιοχανάν Πλέσνερ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ.
Το πρόβλημα εμπιστοσύνης και οι παλιές πολιτικές πληγές
Η προοπτική μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας προσκρούει, μεταξύ άλλων, στο βαρύ ιστορικό των αποτυχημένων συνεργασιών του Νετανιάχου με κεντρώες πολιτικές δυνάμεις.
«Στο παρελθόν, η ένταξη κεντρώων κομμάτων στους συνασπισμούς του ήταν ένας μηχανισμός που επέτρεπε στον Νετανιάχου να μεταθέτει την ευθύνη, όταν έπαιρνε μετριοπαθείς αποφάσεις που δεν ήταν δημοφιλείς στη βάση του», επισημαίνει ο Γιοχανάν Πλέσνερ, πρόεδρος του Ινστιτούτου Δημοκρατίας του Ισραήλ.
Η δυσπιστία απέναντι στον πρωθυπουργό έχει βαθιές πολιτικές ρίζες.
Το 2014, ο Νετανιάχου απέλυσε τους κεντρώους υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, οδηγώντας τη χώρα σε πρόωρες εκλογές. Έξι χρόνια αργότερα, το 2020, ο Μπένι Γκαντς συμφώνησε να συμμετάσχει σε κυβέρνηση συνεργασίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Η κυβέρνηση, όμως, κατέρρευσε μόλις επτά μήνες αργότερα, όταν ο Νετανιάχου παραβίασε τους όρους της συμφωνίας.
Η πολιτική φθορά για τον Γκαντς ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τελικά αποσύρθηκε από την τελευταία εκλογική αναμέτρηση.
«Δεν γνωρίζω αν ο Νετανιάχου μπορεί να πείσει οποιονδήποτε να συνεργαστεί μαζί του τώρα, καθώς κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία», σχολιάζει ο Γκάντι Βουλφσφελντ, καθηγητής πολιτικής επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Ράιχμαν.
Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις του Νετανιάχου με δυνητικούς συμμάχους από τη Δεξιά, όπως ο Ναφτάλι Μπένετ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, παραμένουν ιδιαίτερα τεταμένες.
Ο Λίμπερμαν, μάλιστα, ανακοίνωσε ότι θα συμμετάσχει στο μέτωπο που θα προτείνει τον Άιζενκοτ για την πρωθυπουργία, παρά το γεγονός ότι έχει ασκήσει σκληρή κριτική στον ίδιο, κατηγορώντας τον για μια «εγωιστική» προεκλογική εκστρατεία που, όπως υποστήριξε, κόστισε στην παράταξή του επτά ή οκτώ έδρες.
Η επιλογή του αυτή καταδεικνύει ότι η κοινή επιδίωξη απομάκρυνσης του Νετανιάχου υπερβαίνει, τουλάχιστον προς το παρόν, τις προσωπικές και πολιτικές διαφωνίες στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Οι διαβουλεύσεις Χέρτζογκ – Η μάχη για την πρώτη εντολή
Οι διαβουλεύσεις του προέδρου Ισαάκ Χέρτζογκ με τα κοινοβουλευτικά κόμματα αρχίζουν σήμερα και αναμένεται να αποδειχθούν καθοριστικές για την επόμενη ημέρα στην ισραηλινή πολιτική σκηνή.
Ο Χέρτζογκ ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει από τις μικρότερες κοινοβουλευτικές παρατάξεις, ακολουθώντας σειρά ανάλογη με το μέγεθός τους. Η επιλογή αυτή σημαίνει ότι τα μικρότερα κόμματα θα έχουν λιγότερο χρόνο στη διάθεσή τους για να αποφασίσουν ποιον υποψήφιο θα υποστηρίξουν.
- Σύμφωνα με το πρόγραμμα της Προεδρίας, πρώτοι θα προσέλθουν οι εκπρόσωποι του Θρησκευτικού Σιωνισμού – Ζεχούτ, στις 17:00, ενώ θα ακολουθήσουν το Σας στις 18:15 και το Γισραέλ Μπεϊτένου στις 19:15.
- Την Πέμπτη, στις 08:30, θα προσέλθουν οι εκπρόσωποι της Ενωμένης Τορά Ιουδαϊσμού, ενώ θα ακολουθήσουν η Οτσμά Γιεχουντίτ στις 09:45, οι Δημοκρατικοί στις 11:00, το Ραάμ στις 12:15, η Κοινή Λίστα στις 16:45 και η παράταξη του Μπένετ, «Μπεγιαχάντ», στις 18:00.
- Οι εκπρόσωποι των δύο μεγαλύτερων κομμάτων θα είναι οι τελευταίοι που θα συναντήσουν τον πρόεδρο. Το «Γιάσαρ» του Άιζενκοτ έχει προγραμματιστεί για τις 19:15 και το Λικούντ του Νετανιάχου για τις 20:30.
Η Προεδρία διευκρίνισε ότι στόχος του προγράμματος είναι να ενθαρρύνει τη σκέψη πέρα από τις καθιερωμένες πολιτικές γραμμές και να δώσει τη δυνατότητα διερεύνησης εναλλακτικών προσεγγίσεων.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του γραφείου του Χέρτζογκ, ο πρόεδρος επιθυμεί να ακούσει τις θέσεις όλων των κοινοβουλευτικών παρατάξεων και να εξετάσει εάν υπάρχουν πρόσθετες προσεγγίσεις ή εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση συναίνεσης και στον σχηματισμό κυβέρνησης.
Παράλληλα, δεν αποκλείεται να πραγματοποιηθεί και δεύτερος γύρος διαβουλεύσεων, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο.
Το σχέδιο της αντιπολίτευσης για την «κατάληψη» της Κνεσέτ
Πριν από την έναρξη των διαβουλεύσεων, οι επικεφαλής του μπλοκ που επιδιώκει την απομάκρυνση του Νετανιάχου αναμένεται να συναντηθούν, προκειμένου να εξετάσουν τα επόμενα βήματά τους σε περίπτωση που ο Άιζενκοτ λάβει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Στελέχη της συμμαχίας περιγράφουν τον άμεσο σχεδιασμό τους ως μια «κατάληψη της Κνεσέτ», με την πολιτική έννοια του όρου. Πρώτος στόχος τους είναι η αντικατάσταση του προέδρου του Κοινοβουλίου, Αμίρ Οχάνα, καθώς και η συγκρότηση της Επιτροπής Διαδικασιών, η οποία είναι αρμόδια για την οργάνωση των κοινοβουλευτικών εργασιών.
Στο ίδιο πλαίσιο, σχεδιάζουν να προωθήσουν την κατάργηση αμφιλεγόμενων νομοθετικών παρεμβάσεων που είχε προωθήσει ο κυβερνητικός συνασπισμός κατά την προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο.
Οι κινήσεις αυτές δείχνουν ότι η αντιπολίτευση δεν περιορίζεται στην προσπάθεια να εξασφαλίσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αλλά προετοιμάζεται ήδη για μια ευρύτερη πολιτική και θεσμική αναδιάταξη.
Οι καταγγελίες για το εκλογικό αποτέλεσμα – Η αντιπαράθεση με τον Νετανιάχου
Την ίδια ώρα, η εκλογική αναμέτρηση εξακολουθεί να προκαλεί πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Το Λικούντ είχε ισχυριστεί ότι αραβικά κόμματα «έκλεψαν» τις εκλογές, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, επικαλούμενο συλλήψεις ακτιβιστών για απόπειρες χρηματισμού ψηφοφόρων.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, ωστόσο, δε φαίνεται να έχουν οδηγήσει σε αμφισβήτηση του κύρους της εκλογικής διαδικασίας.
Ο επικεφαλής της Εκλογικής Επιτροπής, δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νοάμ Σόλμπεργκ, σε κοινή δήλωση με τον γενικό εισαγγελέα και τον επικεφαλής της υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ, ξεκαθάρισε ότι ακόμη και εάν επιβεβαιωθούν υποψίες για ξένη παρέμβαση ή τοπικές παρατυπίες, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση το κύρος και το τελικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Ο Άιζενκοτ κατηγόρησε ανοιχτά τον Νετανιάχου ότι επιχειρεί να απονομιμοποιήσει το εκλογικό αποτέλεσμα, κάνοντας λόγο για «οργανωμένη εκστρατεία αποσταθεροποίησης». Κατά τον ίδιο, ο πρωθυπουργός επιστρέφει σε μια γνώριμη πολιτική τακτική, αυτή της διαιρετικής ρητορικής και της καλλιέργειας φόβου, επιχειρώντας να μεταφέρει την πολιτική αντιπαράθεση από το αποτέλεσμα των εκλογών στην αμφισβήτηση της ίδιας της διαδικασίας. «Απλώς δεν είναι διατεθειμένοι να παραδεχθούν ότι έχασαν. Τώρα πρέπει να σχηματίσουμε κυβέρνηση. Ο Νετανιάχου και οι άνθρωποί του έχουν προκαλέσει αρκετή ζημιά στο κράτος του Ισραήλ και στον λαό του», πρόσθεσε.
Τα περιθώρια των 28 ημερών και το ενδεχόμενο νέων εκλογών
Το ισραηλινό πολιτικό σύστημα προβλέπει συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια για τον σχηματισμό κυβέρνησης μετά την ολοκλήρωση των προεδρικών διαβουλεύσεων.
Ο πολιτικός που θα λάβει την πρώτη εντολή, θα έχει στη διάθεσή του 28 ημέρες για να συγκροτήσει κυβερνητικό συνασπισμό. Ο πρόεδρος μπορεί να παρατείνει την προθεσμία κατά 14 επιπλέον ημέρες, εφόσον κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες πιθανότητες συμφωνίας.
Εάν η προσπάθεια αποτύχει, ο πρόεδρος έχει δύο εναλλακτικές δυνατότητες.
Η πρώτη είναι να αναθέσει την εντολή σε άλλο μέλος της Κνεσέτ, πιθανότατα στον υποψήφιο του αντίπαλου πολιτικού μπλοκ. Σε αυτή την περίπτωση, ο δεύτερος υποψήφιος θα διαθέτει 28 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση, χωρίς δυνατότητα παράτασης.
Η δεύτερη επιλογή είναι ο πρόεδρος να διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Τότε ενεργοποιείται μια περίοδος 21 ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας, τουλάχιστον 61 από τους 120 βουλευτές μπορούν να υποβάλουν γραπτό αίτημα, ζητώντας από τον πρόεδρο να αναθέσει την εντολή σε συγκεκριμένο υποψήφιο της επιλογής τους.
Ο βουλευτής που θα επιλεγεί, θα έχει στη διάθεσή του 14 ημέρες για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Εάν αποτύχουν και αυτές οι προσπάθειες, η Κνεσέτ διαλύεται αυτομάτως και η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές.
Ο Νετανιάχου ποντάρει στο αδιέξοδο
Για τον Νετανιάχου, το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο να εξασφαλίσει μια νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά να αποτρέψει τη δημιουργία μιας εναλλακτικής κυβέρνησης υπό τον Άιζενκοτ.
Εάν δεν καταφέρει να συγκροτήσει κυβέρνηση, ο ισραηλινός πρωθυπουργός ενδέχεται να ποντάρει στην αποτυχία και της αντιπολίτευσης, επιδιώκοντας να παραμείνει επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης έως την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Ο πρόεδρος Χέρτζογκ, από την πλευρά του, έχει επανειλημμένα απευθύνει έκκληση στους πολιτικούς αρχηγούς να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να εξετάσουν τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Το ίδιο μήνυμα είχε διατυπώσει ακόμη και πριν από το άνοιγμα της κάλπης, ενώ το επανέλαβε μετά την ανακοίνωση των τελικών αποτελεσμάτων, καλώντας τους εκπροσώπους των κομμάτων να προσέλθουν στις διαβουλεύσεις με «ανοιχτό μυαλό και ανοιχτή καρδιά».
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι εάν η πολιτική πραγματικότητα επιτρέπει πλέον έναν συμβιβασμό. Οι προσωπικές αντιπαραθέσεις, η δυσπιστία ανάμεσα στους πολιτικούς εταίρους και οι βαθιές διαφωνίες για την κατεύθυνση της χώρας καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη μια τέτοια προοπτική.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με μία από τις σοβαρότερες πολιτικές προκλήσεις της μακράς σταδιοδρομίας του. Και αυτή τη φορά, ο αντίπαλός του δεν είναι απλώς ακόμη ένας πολιτικός που διεκδικεί την εξουσία, αλλά ένας πρώην στρατιωτικός ηγέτης που έχει συγκεντρώσει γύρω του δυνάμεις με έναν κοινό στόχο: να κλείσουν οριστικά τον κύκλο της διακυβέρνησης Νετανιάχου.
Με πληροφορίες από The New York Times, Ynet.com (Yedioth Ahronoth), Associated Press
