Ο υποψήφιος που τα έβαλε με το ισραηλινό λόμπι – Και κέρδισε
Η νίκη του Αμπντούλ Ελ-Σαγιέντ επί της Χέιλι Στίβενς για το χρίσμα των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν συγκαταλέγεται ήδη στις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις της χρονιάς, καθώς αναδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο κρίσιμες παραμέτρους της σημερινής αμερικανικής πολιτικής σκηνής. Πρώτον, την οριακή επιρροή των λόμπι, καθώς το φιλοϊσραηλινό AIPAC δαπάνησε τουλάχιστον 30 εκατομμύρια δολάρια υπέρ της Στίβενς χωρίς ωστόσο, να μπορέσει να ανατρέψει το αποτέλεσμα. Αναδεικνύει όμως και το βαθύ χάσμα εντός των Δημοκρατικών σχετικά με τη στάση του κόμματος απέναντι στη γενοκτονία στη Γάζα, αλλά και την αυξανόμενη στροφή των Αμερικανών προς τον σοσιαλισμό, καταρρίπτοντας σταδιακά ένα βαθιά ριζωμένο πολιτικό ταμπού.
Η αναμέτρηση για το χρίσμα των Δημοκρατικών στη Γερουσία του Μίσιγκαν είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας άνισης πολιτικής μάχης.
Ο 41χρονος γιατρός και πρώην διευθυντής της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Ντιτρόιτ επικράτησε της βουλεύτριας Χέιλι Στίβενς έπειτα από μία από τις ακριβότερες προκριματικές εκστρατείες που έχουν πραγματοποιηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσαν αμερικανικά μέσα ενημέρωσης και εταιρείες παρακολούθησης πολιτικής διαφήμισης, συνολικά στην αναμέτρηση δαπανήθηκαν περισσότερα από 60 εκατομμύρια δολάρια. Οι οργανώσεις που στήριξαν τη Στίβενς διέθεσαν περίπου 50 εκατομμύρια δολάρια, εκ των οποίων σχεδόν 30 εκατομμύρια προήλθαν από την American Israel Public Affairs Committee (AIPAC) και συνδεδεμένους μαζί της οργανισμούς. Πρόκειται έτσι για τη μεγαλύτερη οικονομική παρέμβαση που έχει πραγματοποιήσει ποτέ το AIPAC σε μία και μόνο εκλογική αναμέτρηση.
Το AIPAC θεωρείται ένας από τους ισχυρότερους οργανισμούς άσκησης πολιτικής επιρροής στην Ουάσιγκτον. Στόχος της είναι η ενίσχυση της στρατηγικής σχέσης Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ μέσω της υποστήριξης υποψηφίων που υιοθετούν αντίστοιχες θέσεις στην εξωτερική πολιτική. Μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 και τις αποτρόπαιες ισραηλινές επιχειρήσεις στη Γάζα, η δράση της AIPAC βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρύτερης αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, καθώς αυξήθηκε σημαντικά η κριτική απέναντι στην αμερικανική στρατιωτική και διπλωματική στήριξη προς το Ισραήλ.
Θα αναρωτηθεί κανείς γιατί το AIPAC επέλεξε να δαπανήσει τόσο μεγάλο ποσό στην αναμέτρηση του Μίσιγκαν. Μια πρώτη απάντηση είναι ότι η συγκεκριμένη πολιτεία συγκαταλέγεται στις λεγόμενες swing states, όπου καμία παράταξη δεν διαθέτει ξεκάθαρο εκλογικό προβάδισμα. Το αποτέλεσμα στο Μίσιγκαν έχει επηρεάσει επανειλημμένα τις προεδρικές εκλογές των τελευταίων δεκαετιών και η πολιτεία εξακολουθεί να θεωρείται κρίσιμη για τον έλεγχο τόσο του Λευκού Οίκου όσο και της Γερουσίας.
Το Μίσιγκαν είναι όμως και η καρδιά της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, μία από τις ιστορικές εστίες του εργατικού κινήματος και των μεγάλων συνδικάτων, ενώ φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αραβοαμερικανική κοινότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, στην ευρύτερη περιοχή του Ντιτρόιτ, στο Ντίρμπορν και στο Χάμτρακ, η πολιτική συζήτηση γύρω από τη Γάζα δεν αφορά μόνο την εξωτερική πολιτική, αλλά και τις ζωές τουλάχιστον 350.000 ανθρώπων και των οικογενειών τους που προέρχονται από την Παλαιστίνη, το Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη.
Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τις προκριματικές του 2024 περισσότεροι από 100.000 Δημοκρατικοί ψηφοφόροι είχαν αρνηθεί να στηρίξουν τον τότε πρόεδρο Τζο Μπάιντεν, επιλέγοντας το ψηφοδέλτιο «Uncommitted» ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη στάση της κυβέρνησής του απέναντι στη γενοκτονία.
Ο Ελ-Σαγιέντ, γιος Αιγύπτιων μεταναστών, μουσουλμάνος, γιατρός και πολιτικός που συνδέεται με την προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος, υιοθέτησε εξαρχής μία ξεκάθαρη και σαφή θέση. Χαρακτήρισε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Γάζα «γενοκτονία», ζήτησε τον τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης και αντιπρότεινε τη διοχέτευση αυτών των πόρων στην υγεία, την εκπαίδευση, τις υποδομές και την κοινωνική πολιτική. Μίλησε για την δημόσια υγεία (Medicare for All), για δωρεάν δημόσια πανεπιστήμια, για ισχυρά συνδικάτα και
φορολόγηση του μεγάλου πλούτου.
Η Χέιλι Στίβενς από την άλλη, αυτοπροσδιορίζεται ως «υπερήφανη φιλοϊσραηλινή Δημοκρατική» και διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με τα φιλοϊσραηλινά λόμπι. Παρά την πρωτοφανή οικονομική εμπλοκή του AIPAC, οι τηλεοπτικές της καμπάνιες επικεντρώθηκαν μόνο στις θέσεις εργασίας, στη βιομηχανία, στην προσέλκυση επενδύσεων και την οικονομική ανάπτυξη, αλλά και στην προσωπική της εικόνα. Το Ισραήλ και η Γάζα απουσίαζαν τελείως από τη συζήτηση. Επέλεξε με άλλα λόγια να μιλήσει για τα υποτιθέμενα «ελκυστικά» ζητήματα για τον «απλό κόσμο» και να αποφύγει το θέμα που διχάζει τους Δημοκρατικούς.
Ο Ελ-Σαγιέντ τοποθέτησε όμως και την εξωτερική χρηματοδότηση στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Παρουσίασε τις εκλογές ως σύγκρουση ανάμεσα στους ψηφοφόρους και στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Η φράση «the many versus the money» (οι πολλοί εναντίων των χρημάτων) λειτούργησε ως το κεντρικό σύνθημα της εκστρατείας του. Και το μήνυμα του Σαγιέντ ήταν τόσο σαφές που κατάφερε να μετατρέψει το αντικειμενικό πλεονέκτημα της Χέιλι, δηλαδή τα εκατομμύρια που έλαβε για την εκστρατεία της, στο μεγαλύτερό της μειονέκτημα.
Η σημασία του αποτελέσματος εκτείνεται όμως και πέρα από τα όρια του Μίσιγκαν. Στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος ενισχύεται μια τάση που συνδέει ολοένα περισσότερο την αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή με ζητήματα δημοκρατικής λογοδοσίας, χρηματοδότησης των εκλογών και κοινωνικής εκπροσώπησης. Πιο συγκεκριμένα, η συζήτηση γύρω από το AIPAC δεν περιορίζεται πλέον στη σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, αλλά και σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση για τον ρόλο των λόμπι, των super PACs και των μεγάλων δωρητών στην διαμόρφωση ενός τελείως άνισου πολιτικού σκηνικού.
Κυρίως όμως, η νίκη του Ελ-Σαγιέντ εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση του Δημοκρατικού εκλογικού σώματος προς πιο προοδευτικές οικονομικές πολιτικές και σε μια αυξανόμενη αμφισβήτηση της παραδοσιακής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και των Δημοκρατικών απέναντι στο Ισραήλ.
Αξίζει να τονιστεί ότι η υποστήριξη των Αραβοαμερικανών δεν έφτανε από μόνη της να αναδείξει τον Ελ-Σαγιέντ. Παρότι είναι νωρίς για να αναλυθούν τα χαρακτηριστικά των ψηφοφόρων, καθώς τα στοιχεία δεν είναι ακόμα διαθέσιμα, αυτό που φαίνεται να διαμορφώνεται είναι μια νέα πολιτική συμμαχία. Νεότεροι ψηφοφόροι, μια πολυφυλετική εργατική τάξη, περισσότεροι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι, Αραβοαμερικανοί και προοδευτικοί λευκοί συγκροτούν ένα διαφορετικό μπλοκ μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που εκπέμπει το Μίσιγκαν και θα αξίζει να παρακολουθήσουμε αν επιβεβαιωθεί και στις εκλογές του Νοεμβρίου.
Πηγή: infowar
