Η Ιαπωνία σπάει το πυρηνικό ταμπού
Ογδόντα ένα χρόνια μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η Ιαπωνία επανεξετάζει τις αντιπυρηνικές αρχές της υπό το βάρος των γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι τελευταίοι επιζώντες προειδοποιούν ότι η μνήμη του πυρηνικού ολέθρου αρχίζει να ξεθωριάζει
Μπορεί μια χώρα που γνώρισε από πρώτο χέρι την απόλυτη καταστροφή να αναθεωρήσει τις πιο θεμελιώδεις αρχές της; Στην Ιαπωνία, όπου οι μνήμες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι είναι ανεξίτηλες, το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί πλέον ένα θεωρητικό σενάριο, αλλά βρίσκεται στο επίκεντρο μιας πολιτικής συζήτησης που πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητη. Οπως επεσήμαναν οι λονδρέζικοι Times, η ιστορική απαγόρευση κάθε σχέσης με τα πυρηνικά όπλα δείχνει να υποχωρεί, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις ανατρέπουν βεβαιότητες δεκαετιών. Όταν η Συνομοσπονδία Οργανώσεων Επιζώντων των Ατομικών και Υδρογονικών Βομβών της Ιαπωνίας, γνωστή ως Νιχόν Χιντάνκιο, τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 2024, πολλοί θεώρησαν ότι επρόκειτο για μια ιστορική δικαίωση.
Για δεκαετίες, οι λεγόμενοι χιμπακούσα –οι άνθρωποι που επέζησαν από τις ατομικές επιθέσεις στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι– κρατούσαν ζωντανή τη μνήμη της πυρηνικής καταστροφής, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενιές το ανθρώπινο κόστος του πολέμου. Η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ είχε τότε επισημάνει ότι η μαρτυρία τους συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία του διεθνούς «πυρηνικού ταμπού», χάρη στο οποίο κανένα πυρηνικό όπλο δεν χρησιμοποιήθηκε σε πόλεμο για σχεδόν οκτώ δεκαετίες. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, το κλίμα έχει αλλάξει δραματικά. Οι νέες απειλές αλλάζουν τα δεδομένα Η Κίνα και η Βόρεια Κορέα ενισχύουν συνεχώς τα πυρηνικά τους οπλοστάσια, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποχωρήσει ή αφήσει να εκπνεύσουν σημαντικές συμφωνίες ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ακόμη και η Ιαπωνία –η μοναδική χώρα που έχει δεχθεί πυρηνική επίθεση– αρχίζει να συζητά το ενδεχόμενο χαλάρωσης των λεγόμενων τριών μη πυρηνικών αρχών, που αποτελούν τη βάση της αμυντικής της πολιτικής από το 1967. Οι αρχές αυτές προβλέπουν ότι η χώρα δεν θα αποκτήσει, δεν θα κατασκευάσει και δεν θα επιτρέψει την εισαγωγή πυρηνικών όπλων στο έδαφός της. Η κυβέρνηση της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι έχει ανοίξει πλέον δημόσια αυτή τη συζήτηση. Μάλιστα, ο υπουργός Άμυνας Σιντζίρο Κοϊζούμι δήλωσε πρόσφατα ότι «η Ιαπωνία πρέπει να εξετάσει όλες τις επιλογές για την άμυνά της χωρίς ταμπού», μια φράση που για πολλούς Ιάπωνες σηματοδοτεί μια ιστορική μετατόπιση.
«Θέλω να καταλάβουν τι πραγματικά σημαίνει μια ατομική βόμβα» Για τους επιζώντες, όμως, οι εξελίξεις αυτές προκαλούν βαθιά ανησυχία. Ο Χιρόσι Χαράντα, ο οποίος ήταν μόλις έξι ετών όταν βρέθηκε στη Χιροσίμα στις 6 Αυγούστου 1945, δυσκολεύεται να αποδεχθεί ότι η χώρα του συζητά ξανά τα πυρηνικά. «Οι πολιτικοί λένε ότι η ατομική βόμβα ήταν κάτι φρικτό, όμως τη βλέπουν σαν να συνέβη σε κάποιον άλλον και όχι σαν κάτι που θα μπορούσε να συμβεί και στους ίδιους», αναφέρει. Και συνεχίζει: «Εγώ έζησα αυτή την πραγματικότητα στο ίδιο μου το σώμα. Το μόνο που εύχομαι είναι οι άνθρωποι να μπορούσαν πραγματικά να καταλάβουν τι σημαίνει να περνάς κάτι τέτοιο.»
Η Ιαπωνία ανάμεσα στην ειρήνη και την αποτροπή Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιαπωνία στηρίχθηκε στην αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα», χωρίς όμως να εγκαταλείψει τις αντιπυρηνικές της αρχές. Σήμερα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Οι Ιαπωνικές Δυνάμεις Αυτοάμυνας έχουν αποκτήσει πιο ενεργό ρόλο, η χώρα επιτρέπει πλέον την εξαγωγή οπλικών συστημάτων, ενώ η κυβέρνηση εξετάζει ακόμη και την αναθεώρηση του μεταπολεμικού ειρηνικού Συντάγματος. Σύμφωνα με τον Φουμιτάκε Φουτζίτα, επικεφαλής του κόμματος Νίπον Ισίν νο Κάι, μέχρι πριν από λίγα χρόνια τέτοιες συζητήσεις θεωρούνταν σχεδόν απαγορευμένες.
«Σήμερα, με τους πυραύλους της Βόρειας Κορέας και την ένταση γύρω από την Ταϊβάν, η κοινωνία δείχνει πολύ μεγαλύτερη κατανόηση απέναντι στην ενίσχυση της άμυνας», σημειώνει. Ένα δίλημμα χωρίς εύκολη απάντηση Αν και η Ιαπωνία διαθέτει την τεχνογνωσία και τα υλικά που θα της επέτρεπαν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, κανένα μεγάλο πολιτικό κόμμα δεν εισηγείται προς το παρόν μια τέτοια επιλογή. Η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως στο ενδεχόμενο να επιτραπεί η παρουσία αμερικανικών πυρηνικών όπλων σε ιαπωνικά λιμάνια σε περίπτωση κρίσης. Οι υποστηρικτές της ιδέας θεωρούν ότι πρόκειται για αναγκαίο μέτρο αποτροπής απέναντι στις ολοένα πιο επιθετικές κινήσεις της Κίνας και της Βόρειας Κορέας.
Για πολλούς κατοίκους της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι, όμως, μια τέτοια επιλογή θα αύξανε αντί να μειώσει τον κίνδυνο. Ο πρώην κυβερνήτης της Χιροσίμας, Χιντεχίκο Γιουζάκι, προειδοποιεί: «Είναι εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι, αφού οι άλλοι έχουν ένα μεγάλο σφυρί, πρέπει να αποκτήσουμε κι εμείς ένα. Όμως, αν χαλαρώσουμε τις μη πυρηνικές αρχές, θα μειωθεί ή θα αυξηθεί η ένταση; Πιστεύω ότι θα αυξηθεί.» Οι τελευταίες φωνές μιας τραγωδίας Οι μαρτυρίες των επιζώντων εξακολουθούν να συγκλονίζουν. Ο Χαράντα θυμάται πως έτρεχε να ξεφύγει από τη φωτιά, περπατώντας σε δρόμους γεμάτους νεκρούς. «Έβλεπα ανθρώπους με το δέρμα και τις σάρκες τους να έχουν λιώσει.
Σε κάποιους είχαν βγει έξω τα σωθικά τους. Τα πόδια μου γλιστρούσαν πάνω στα σώματά τους και βυθίζονταν μέσα στις σάρκες τους.» Σήμερα είναι 87 ετών. Οι επιζώντες λιγοστεύουν χρόνο με τον χρόνο και μαζί τους κινδυνεύει να χαθεί η πιο ισχυρή υπενθύμιση του τι πραγματικά σημαίνει ένας πυρηνικός πόλεμος. Όπως επισημαίνουν οι Times, η συζήτηση στην Ιαπωνία δεν αφορά πλέον μόνο τη στρατηγική ή την άμυνα. Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στη μνήμη και στον φόβο, ανάμεσα στις τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος και στις αβεβαιότητες του μέλλοντος. Και όσο οι τελευταίοι χιμπακούσα σιωπούν οριστικά, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ακουστεί η πιο ισχυρή προειδοποίησή τους: ότι ο πυρηνικός όλεθρος δεν πρέπει ποτέ να επαναληφθεί.
