Ποια Ελλάδα θέλουμε το 2030;
Ο πρωθυπουργός επιμένει ότι το διακύβευμα των εκλογών αφορά το πώς θα είναι η χώρα το 2030. Αποφεύγει, όμως, να πει την αλήθεια για το που θα είναι με τη δική του πολιτική
Το 2030 είναι όντως ένα ορόσημο. Δεν είναι μακριά από το σήμερα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει και εύλογο περιθώριο, ώστε να προετοιμαστούμε για αυτό. Με αυτή την έννοια, ορθά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προτείνει αυτό να είναι το ορόσημο για τη χώρα.
Αυτό, όμως, που δεν έχει κάνει ο Πρωθυπουργός είναι να πει όλη την αλήθεια για το πώς θα είναι η χώρα σε τέσσερα χρόνια, εάν συνεχιστούν οι σημερινές πολιτικές.
Γιατί σε αυτή την περίπτωση ήδη μπορούμε να προβλέψουμε πώς θα είναι η χώρα το 2030 σε σημαντικές πλευρές.
Έπειτα ξέρουμε ότι ακριβώς για αυτόν τον λόγο η χώρα, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης φέτος, θα βρεθεί αντιμέτωπη με υφεσιακές δυναμικές. Να σημειώσουμε εδώ ότι αυτό που η κυβέρνηση ονομάζει ανάκαμψη και υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, στην πραγματικότητα είναι απλώς το αποτέλεσμα του γεγονότος ότι μια χώρα που υφίσταται τόσο μεγάλη καταστροφή κεφαλαίου, όπως συνέβη στη χώρα μας εξαιτίας των μνημονίων, για αρκετά χρόνια μετά ούτως ή άλλως θα εμφανίζει μια ανάκαμψη ονομαστική, καθώς θα «ξαναπαίρνει μπρος» χωρίς αυτό να σημαίνει αναπτυξιακή δυναμική.
Την ίδια ώρα ξέρουμε ότι η χώρα αντιμετωπίζει εδώ και καιρό σοβαρό πρόβλημα με την αύξηση του κόστους ζωής, που επιτείνεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά δεν οφείλεται αποκλειστικά σε αυτές, καθώς στον πυρήνα του έχει την άρνηση της κυβέρνησης να πάρει μέτρα συγκράτησης των τιμών και των ενοικίων. Αυτό σημαίνει ότι το 2030 η χώρα θα είναι ακόμη πιο ακριβή, πιο άνιση και με όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης πιο φτωχή.
Και το θέμα δεν είναι εάν θα έχουν φτιαχτεί κάποια data centers ή θα έχουν χτιστεί μερικές ξενοδοχειακές μονάδες ακόμη. Ούτε καν εάν θα υπάρχει σε συγκεκριμένους κλάδους και συγκεκριμένες επιχειρήσεις υψηλή κερδοφορία, ιδίως όσες θα φροντίζουν να δείχνουν την «ευγνωμοσύνη» τους στην κυβερνητική παράταξη. Είναι ότι συνολικά οι πολίτες της χώρας θα βλέπουν το μέλλον να λιγοστεύει. Την ίδια ώρα η διαρκής πρόκριση του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου θα αποδεκατίζει και τη δημόσια υγεία και τη δημόσια παιδεία.
Την ίδια στιγμή οι εξελίξεις δείχνουν ότι μέχρι το 2030 η σημερινή κυβερνητική παράταξη θα προσπαθήσει να εμπεδώσει τη δική της αντίληψη για τους θεσμούς. Αυτή της πλήρους χειραγώγησης και εργαλειοποίησης. Της αντίληψης που θέλει τη δικαιοσύνη να προσφέρει ασυλία στην κυβερνητική παράταξη, που επί της ουσίας δεν θέλει να υπάρχουν ανεξάρτητες αρχές, που θέλει να αλλάξει όχι απλώς τον εκλογικό νόμο, αλλά τον πυρήνα της μεταπολιτευτικής αντίληψης για τη δημοκρατία με σκοπό να παρατείνει εσαεί την παραμονή της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία. Είναι η αντίληψη που τελικά οδηγεί στο να μην έχουμε απλώς κυβέρνηση, αλλά «καθεστώς» γραπωμένο από την εξουσία και νομιμοποιημένο μόνο από τη μειοψηφία της κοινωνίας και στηριζόμενο ολοένα και περισσότερο στην πολιτική απάθεια και στην αποχή από τις εκλογές όσων πλήττονται περισσότερο από τις κυβερνητικές πολιτικές.
Και βέβαια η Ελλάδα του 2030 που οραματίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως συνέχεια της σημερινής κατάστασης θα είναι μια χώρα όπου η ενδημική διαφθορά που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια όχι μόνο θα εμπεδωθεί, αλλά θα θεωρηθεί και τμήμα μιας «νέας κανονικότητας», αποθαρρύνοντας όσους δεν θα θέλουν να καταβάλουν τον απαραίτητο «φόρο υποτέλειας» και κάνοντας τους νέους να πιστέψουν ότι ελπίδα αξιοκρατίας δεν υπάρχει πια. Κάτι που σημαίνει ότι θα είναι μια χώρα που βρίσκεται διαρκώς και στο στόχαστρο των Ευρωπαϊκών θεσμών που ούτε την υπονόμευση του κράτους δικαίου θα ανεχτούν για πολύ, ούτε τις πλάτες στη διαφθορά.
Την ίδια ώρα η Ελλάδα του 2030 δεν θα είναι πιο ασφαλής, όπως ακριβώς δεν είναι πιο ασφαλής η Ελλάδα του 2026. Γιατί σε ένα τοπίο που αλλάζει, όπου οι κίνδυνοι αυξάνονται, όπου ο τουρκικός αναθεωρητισμός παραμένει ενεργός, την ώρα που αυτό που ορίστηκε ως «Συλλογική Δύση» διαπερνιέται από μεγάλες αντιθέσεις, αυτή η κυβέρνηση έχει αποτύχει να κάνει κάτι που θα αναβαθμίζει τη θέση και την εικόνα της χώρας. Γιατί είναι προφανές ότι η «εξοπλιστική διπλωματία» δεν αρκεί, αυτό που χρειάζεται είναι πραγματική αποφασιστικότητα, αλλά και ικανότητα για μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που να επιτρέπει πρωτοβουλίες και να μην καθιστά τη χώρα απλώς ουραγό των εξελίξεων.
Η Ελλάδα του 2030 θα είναι μια χώρα μικρότερη, με πολύ λιγότερη αισιοδοξία για το μέλλον, πολύ πιο άνιση, πολύ πιο άδικη, στο περιθώριο της Ευρώπης αλλά και των ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων. Μια χώρα που θα διώχνει τα παιδιά της και θα σπρώχνει τους πολίτες στον κυνισμό.
Εάν είναι να μιλήσουμε όντως για μια Ελλάδα του 2030 που θα φέρνει ξανά την ελπίδα, θα εμπνέει και θα κινητοποιεί τους πολίτες και θα δίνει προοπτική, είναι σαφές ότι πρέπει να μιλήσουμε για εντελώς άλλη αφετηρία και σίγουρα όχι τη συνέχεια της σημερινής κατάστασης που εγγυάται μια καθοδική πορεία.
Πηγή: in
