Πώς μαθαίνουν οι Γερμανοί αν οι πρόγονοί τους ήταν ναζιστές
Χιλιάδες χρήστες που κάνουν αναζήτηση σε μια νέα διαδικτυακή βάση δεδομένων, η οποία περιέχει τα στοιχεία μελών του ναζιστικού κόμματος, ανακαλύπτουν έκπληκτοι δεσμούς μελών της οικογένειάς τους με το χιτλερικό καθεστώς
Ο Ολαφ Κέντγκεν είναι 64 ετών, γερμανός πολίτης και εμπειρογνώμονας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο οποίος ζει και εργάζεται εδώ και αρκετά χρόνια στη Γαλλία. Μόλις τον περασμένο μήνα, ο Κέντγκεν έμαθε ότι είναι γιος ενός Ναζί. Παρά το έντονο ενδιαφέρον του για την Ιστορία και τα μαθήματά της, ο Κέντγκεν είναι ένας από τους πολλούς Γερμανών που γνώριζαν ελάχιστα για το ναζιστικό παρελθόν της οικογένειάς τους και της συνενοχής της με το καθεστώς του Αδόλφου Χίτλερ. Αυτό άρχισε να αλλάζει στις αρχές Απριλίου, όταν η εφημερίδα Die Zeit λάνσαρε μια διαδικτυακή μηχανή αναζήτησης για τα τεράστια αρχεία του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (NSDAP), καθιστώντας, για πρώτη φορά, εύκολα προσβάσιμες πληροφορίες όσον αφορά τα μέλη του ναζιστικού κόμματος.
Η Die Zeit ανέφερε ότι η συμμετοχή του κοινού υπήρξε εξαιρετικά υψηλή, γεγονός που αντανακλά το έντονο ενδιαφέρον για την αποκάλυψη θαμμένων οικογενειακών μυστικών, περισσότερα από 80 χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι αναζητήσεις φτάνουν τα αρκετά εκατομμύρια και η βάση δεδομένων έχει κοινοποιηθεί «χιλιάδες φορές», με περισσότερα από 1.000 σχόλια αναγνωστών να εμφανίζονται στον ιστότοπο, σύμφωνα με τον Κρίστιαν Στάας, τον συντάκτη της εφημερίδας, ο οποίος δήλωσε στον Guardian: «Δύο πράγματα παίζουν ρόλο εδώ: το πέρασμα του χρόνου και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες για έρευνα». Μετά το 1945, στην πλειονότητά τους οι Γερμανοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους «θύματα», ανέφερε.
Γινόταν ελάχιστη συζήτηση για τη δική τους εμπλοκή, για τον ρόλο τους ως θεατές ή συνεργοί ή για τη γνώση τους περί εγκλημάτων του καθεστώτος. «Τώρα που η γενιά των μαρτύρων πεθαίνει, πολλοί βρίσκουν πιο εύκολο να θέσουν κρίσιμα ερωτήματα και να επαληθεύσουν τις ιστορίες των οικογενειών τους». Στην περίπτωση του Κέντγκεν, ο οποίος ερευνούσε επί 10 χρόνια τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ιστορίας της χώρας του, η αναζήτηση τον έφερε αντιμέτωπο με τις πράξεις του πατέρα του, Ερνστ, ο οποίος πέθανε όταν ο Κέντκεν ήταν έφηβος και ο γιος δεν είχε καταφέρει να μάθει για το παρελθόν του. «Οταν χάνεις τον πατέρα σου στα 16, προσπαθείς, στο μέτρο του δυνατού, να έχεις μια θετική εικόνα γι’ αυτόν», είπε στον Guardian.
Η αλήθεια, όπως έμαθε αργότερα, ήταν πιο περίπλοκη. Ο Ερνστ μεγάλωσε σε ένα καθολικό νοικοκυριό της μεσαίας τάξης και ήταν γιος ενός αυστηρού, απόμακρου πατέρα, που είχε πολεμήσει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Κέντγκεν είπε ότι ο παππούς του, Λούντβιχ, είχε ενταχθεί στο ναζιστικό κόμμα, έχοντας την αίσθηση που είχαν πολλοί βετεράνοι: της «τεράστιας ταπείνωσης» με την τιμωρητική συνθήκη των Βερσαλλιών, την οποία και εκμεταλλεύθηκε ο Χίτλερ. Ο Λούντβιχ έγινε μέλος του κόμματος τον Μάιο του 1933, μόλις τέσσερις μήνες μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Ο Κέντγκεν γνώριζε ήδη ότι ο πατέρας του είχε προσφερθεί εθελοντικά να πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αλλά χρειάστηκε να ψάξει στο διαδικτυακό αρχείο για να μάθει ότι ο Ερνστ είχε γίνει επίσης μέλος του κόμματος την ημέρα έναρξης του πολέμου, την 1η Σεπτεμβρίου 1939 – μια «πραγματικά εκπληκτική» αποκάλυψη, όπως την αποκάλεσε ο Κέντκεν, που, όπως ήταν αναμενόμενο, επηρέασε την κατανόησή του για τα κίνητρα και τον χαρακτήρα του πατέρα του. «Είχα πείσει τον εαυτό μου ότι ήθελε να δραπετεύσει από αυτό το αυταρχικό σπίτι κατατασσόμενος στη Βέρμαχτ [τις ένοπλες δυνάμεις των Ναζί]», ανέφερε στον Guardian. «Τώρα συνειδητοποιώ ότι το κύριο κίνητρό του ήταν μάλλον ιδεολογικό. Πιθανώς, στην ηλικία των 17 ετών, να ήταν πραγματικά πεπεισμένος ότι αυτός ήταν ένας δίκαιος πόλεμος, για το καλό της Γερμανίας και της ανθρωπότητας.Αυτό έχει αλλάξει εντελώς την οπτική μου».
Ο εφιάλτης επιστρέφει
Μεταξύ 1925 και 1945, περίπου 10,2 εκατομμύρια Γερμανοί εντάχθηκαν στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα. Οι γυναίκες ήταν πάντα μειονότητα στο κόμμα, αλλά ο αριθμός τους αυξήθηκε απότομα μετά την έναρξη του πολέμου, το 1939. Μία από αυτές ήταν η Ιρμγκαρντ Ρόσμπεργκ, η γιαγιά από την πλευρά της μητέρας του Νίκο Κάρστεν. Και όπως έμαθε τον περασμένο μήνα, είχε ενταχθεί στο χιτλερικό κόμμα την 1η Μαΐου 1937. Ο 56χρονος Κάρστεν, μηχανικός περιβάλλοντος, έχει έντονες αναμνήσεις από τη Ρόσμπεργκ και την ένταση που προκαλούσε η παρουσία της στην οικογένεια. «Η μητέρα μου ήταν πάντα σε διαμάχη μαζί της. Δεν συμπαθούσε τη δική της μητέρα λόγω των αυταρχικών τρόπων και των ρατσιστικών σχολίων της», είπε ο Κάρστεν στον Guardian.
«[H Ρόσμπεργκ] σκεφτόταν τον αγαπημένο της σύζυγο, ο οποίος πέθανε πολύ νέος, και δάκρυα άρχιζαν να κυλούν στα μάγουλά της», συνέχισε αναφερόμενος στον παππού του, έναν εύπορο γαιοκτήμονα που ήταν επίσης μέλος του κόμματος. Ο Κάρστεν σημείωσε ότι η άνοδος της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανίας τον ώθησε να ψάξει το παρελθόν της οικογένειάς του. «Με στενοχωρεί πραγματικά (η άνοδος του νεοναζιστικού κόμματος), γιατί αν ακολουθήσεις αυτόν τον ρατσιστικό τρόπο σκέψης, η Iστορία δείχνει ότι θα καταλήξεις στην καταστροφή», είπε.
Πώς σώθηκαν τα αρχεία των Ναζί
Οι λόγοι για την ένταξη στο ναζιστικό κόμμα κυμαίνονταν από ιδεολογικές πεποιθήσεις, όπως παρατηρείται συχνότερα σε εκείνους που έγιναν νωρίς μέλη, έως και οπορτουνισμό μεταξύ όσων εντάχθηκαν αργότερα, οι οποίοι έβλεπαν μια ευκαιρία για επαγγελματική εξέλιξη.Αλλά δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για Γερμανούς που αναγκάστηκαν από το κόμμα να ενταχθούν ή εγγράφηκαν εν αγνοία τους, όπως ισχυρίστηκαν πολλοί μετά τον πόλεμο. Ενώ ήταν δυνατό να είναι κανείς συνένοχος στα εγκλήματα των Ναζί χωρίς να είναι μέλος του κόμματος, οι ιστορικοί τονίζουν ότι ο εντυπωσιακά μεγάλος αριθμός των μελών του, του έδινε μια συνεχή αίσθηση νομιμότητας. Το κόμμα διατηρούσε λεπτομερή αρχεία και λίγο πριν το τέλος του πολέμου αφαίρεσε τα αρχεία των μελών –το βάρος τους εκτιμάται σε 50 τόνους χαρτιού– από την έδρα του στο Μόναχο, και τα μετέφερε σε μια επιχείρηση επεξεργασίας χαρτιού έξω από την κατεστραμμένη πόλη. Ο διευθυντής του εργοστασίου, Χανς Χούμπερ, απέτρεψε οριακά την καταστροφή των καρτών των μελών.
Εκείνο το φθινόπωρο οι αμερικανικές δυνάμεις τις μετέφεραν στο κέντρο εγγράφων του Βερολίνου για να βοηθήσουν στη μεταπολεμική διαδικασία αποναζιστικοποίησης. Τη δεκαετία του 1990 οι κάρτες παραδόθηκαν στα γερμανικά ομοσπονδιακά αρχεία, ενώ αντίγραφα σε μικροφίλμ μεταφέρθηκαν στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ, τα οποία τα διέθεσαν στο διαδίκτυο στα τέλη Φεβρουαρίου. Οι αυστηροί γερμανικοί νόμοι περί προστασίας δεδομένων απαιτούν από τις οικογένειες να υποβάλλουν αίτημα στα ομοσπονδιακά αρχεία, κάτι που για καιρό εμπόδιζε πολλούς από τους ενδιαφερόμενους. Αλλά το εργαλείο της Die Zeit έχει πλέον κάνει εύκολη την πρόσβαση στα αμερικανικά αρχεία.
Διαλύονται οι αυταπάτες
Η Σουζάν Μπάγερ, αρχισυντάκτρια στο περιοδικό Spiegel, κυκλοφόρησε πέρυσι ένα βιβλίο με θέμα την αναζήτηση της αλήθειας για τη γενιά των παππούδων και των γιαγιάδων της κατά τη ναζιστική περίοδο. «Οι περισσότεροι Γερμανοί τρέφουν αυταπάτες για τις δικές τους οικογένειες», σημείωσε η ίδια στον Guardian. Συνέχισε τονίζοντας ότι η αναζήτηση του ναζιστικού παρελθόντος της Γερμανίας μάς πληροφόρησε για τους βασικούς εγκληματίες πολέμου. «Αλλά όταν πρόκειται για την ίδια μας την οικογένεια, παραμένει πολύ δύσκολο για πολλούς». Η Μπάγερ επισήμανε ότι οι Ναζί είχαν προσπαθήσει σκόπιμα να οικοδομήσουν τη μεγαλύτερη δυνατή βάση, ώστε να κάνουν τους Γερμανούς, ως έθνος, συνένοχους στα εγκλήματά τους.
«Το έκαναν για να συνεχίσουν οι Γερμανοί να πολεμούν και να φοβούνται την ήττα και την τιμωρία. Αυτός ήταν επίσης ο λόγος που οι Ναζί συγκέντρωναν τους Εβραίους σε δημόσιους χώρους. Από αυτή την άποψη, σχεδόν κάθε Γερμανός με προγόνους που έζησαν κατά τη ναζιστική εποχή οφείλει να υποθέσει ότι η οικογένειά του είχε, με κάποιο τρόπο, εμπλακεί», τόνισε η Μπάγερ στον Guardian. Ο Λούις Λέβιταν, ψυχολόγος που έχει ερευνήσει τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του Ολοκαυτώματος στους επιζώντες και στους απογόνους τους, θεωρεί ότι τα σκοτεινά μυστικά σε πολλές γερμανικές οικογένειες είχαν αφήσει συχνά αόρατα σημάδια. Τόνισε όμως ότι η αναμέτρηση με το παρελθόν είναι συχνά απελευθερωτική για τους απογόνους.
Δήλωσε χαρακτηριστικά στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Die Zeit: «Μια ψυχολογική κληρονομιά αόριστου άγχους, μιας ασαφούς αίσθησης ταυτότητας και ασυνείδητης αφοσίωσης μπορεί να ριζώσει. Η σιωπή είναι ένα δηλητήριο που συνεχίζει να προκαλεί τραύμα. Οσο περισσότερο διαρκεί, τόσο πιο βαριά γίνεται».
«Ποτέ ξανά»
Ο Κέντγκεν, ο οποίος ανακάλυψε και άλλους πέντε Ναζί συγγενείς του, είπε ότι μπορεί να κάνει μόνο εικασίες για το κίνητρο του πατέρα του να ενταχθεί στο χιτλερικό κόμμα μετά από χρόνια «απίστευτης κατήχησης» στο σπίτι και το σχολείο. Παραδέχτηκε μάλιστα πως δεν μπορεί να αποκλείσει ότι και ο ίδιος θα είχε κάνει τις ίδιες επιλογές υπό παρόμοια πίεση. Πρόσθεσε ότι η σημερινή εργασία του ως συμβούλου ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Συμβούλιο της Ευρώπης βασίζεται στο μεταπολεμικό δόγμα «ποτέ ξανά». «Η ευρωπαϊκή συνεργασία ώστε να αποτρέψουμε να συμβεί ξανά κάτι τέτοιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα», τόνισε στον Guardian.
