Αυτοκίνητο - Η επέλαση των Κινέζων κλονίζει τους Γερμανούς
Η άνοδος των κινέζων κατασκευαστών αυτοκινήτων που προσφέρουν πλέον και υβριδικά μοντέλα, αλλά και η συρρίκνωση της κινεζικής αγοράς, υποχρεώνουν τους γερμανικούς ομίλους να αναθεωρήσουν το οικονομικό μοντέλο που αποτέλεσε επί δεκαετίες το ισχυρότερο βιομηχανικό πλεονέκτημα της Ευρώπης. Και αρχίζουν με απολύσεις και λουκέτα
Πέρασαν ήδη πάνω από 70 χρόνια κατά διάρκεια τον οποίων η αυτοκινητοβιομηχανία υπήρξε το σύμβολο της μεταπολεμικής οικονομικής επιτυχίας της Γερμανίας. Τα εργοστάσια της Volkswagen, της Mercedes-Benz και της BMW έγιναν συνώνυμα της τεχνολογικής υπεροχής, της εξαγωγικής δύναμης και της βιομηχανικής οργάνωσης. Σήμερα το μοντέλο αυτό δοκιμάζεται όσο ποτέ άλλοτε. Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, η αλματώδης πρόοδος των κινέζων κατασκευαστών αυτοκινήτων και η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο κεντρικοί ευρωπαϊκοί όμιλοι αναγκάζονται να επανεξετάσουν τις επιλογές τους και να λάβουν δύσκολες αποφάσεις.
Οπως αναφέρει ανάλυση των Financial Times, η συζήτηση δεν αφορά πλέον τη βελτίωση της κερδοφορίας, αλλά πολύ ευρύτερες αποφάσεις. Οι διοικήσεις των γερμανικών κολοσσών της αυτοκίνησης καλούνται πλέον να αποφασίσουν ποιο θα είναι το μέγεθος των ομίλων τους την επόμενη δεκαετία, αλλά και ποιο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας για τη συναρμολόγηση αυτοκινήτων θα παραμείνει εντός της Γερμανίας. Πράγματα αδιανόητα πριν 20 χρόνια, όταν η Κίνα ήταν ευλογία για τους γερμανικούς κολοσσούς του χώρου. Αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά. Για πολλά χρόνια, η συνταγή της επιτυχίας ήταν απλή. Η Γερμανία παρήγαγε αυτοκίνητα υψηλής ποιότητας, αξιοποιούσε τη μεγάλη ζήτηση από την Κίνα και εξήγαγε σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα έσοδα χρηματοδοτούσαν νέες επενδύσεις, διατηρούσαν ψηλά τους μισθούς και ενίσχυαν τη συνολική βιομηχανική βάση της χώρας.

Τα κινεζικά SUV, όπως αυτά των Omoda και Jaecoo, «εισβάλλουν» στη Γηραιά Ηπειρο και με υβριδικούς κινητήρες, προκαλώντας πονοκέφαλο στους γερμανικούς και γαλλικούς ομίλους (Shutterstock)
Τη συνταγή αυτή χάλασε η ανάπτυξη της κινεζικής αυτοκινητοβιομηχανίας, με αιχμή την τεχνολογία των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τις γενναίες κρατικές επιδοτήσεις, αλλά και την ωρίμανση των προϊόντων της, που έπαψαν να αποτελούν (οφθαλμοφανή) κακέκτυπα των ευρωπαϊκών μοντέλων. Μέσα σε λιγότερα από 20 χρόνια οι κινέζοι κατασκευαστές κατέκτησαν την εγχώρια αγορά οδηγώντας σε τεράστια μείωση μεριδίου τους μεγάλους ευρωπαίους κατασκευαστές, που είχαν στήσει εργοστάσια στην Κίνα, και είδαν τις πωλήσεις των μοντέλων τους να καταρρέουν.
Παράλληλα, οι κινεζικές εταιρείες, που πωλούν πλέον τα μοντέλα τους και στην Ευρώπη, αρχίζουν να αποσπούν μερίδια αγοράς, φέρνοντας στην αγορά, εκτός από ηλεκτρικά, και υβριδικά μοντέλα, ώστε να ανταποκριθούν στις προτιμήσεις των ευρωπαίων αγοραστών. Οσα μάθαμε, λοιπόν, τις τελευταίες μέρες για τις περικοπές θέσεων εργασίας, τον περιορισμό της παραγωγής και τα νέα προγράμματα εξοικονόμησης κόστους από τη Volkswagen δεν αποτελούν μεμονωμένες αποφάσεις. Διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα για ολόκληρη τη γερμανική βιομηχανία, η οποία καλείται να ανταγωνιστεί τις κινεζικές εταιρείες που παράγουν φθηνότερα, εξελίσσουν ταχύτερα τα ηλεκτρικά τους μοντέλα και εισέρχονται με μεγάλη ταχύτητα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σύμφωνα με τους FT, η Volkswagen εξετάζει την επέκταση του ήδη εκτεταμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης που έχει δρομολογήσει. Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για το ενδεχόμενο κατάργησης έως και 100.000 θέσεων εργασίας τα επόμενα χρόνια και τη διακοπή της παραγωγής σε τέσσερα εργοστάσια στη Γερμανία. Αν επιβεβαιωθεί αυτό το πλάνο, θα πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες αναδιαρθρώσεις που έχει γνωρίσει ποτέ η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία.
BMW και Mercedes
Το βέβαιο είναι ότι η κρίση δεν περιορίζεται σε έναν κατασκευαστή. Η BMW προειδοποίησε τους επενδυτές ότι θα επιβαρυνθεί με σημαντικό κόστος αναδιάρθρωσης, ενώ η Mercedes-Benz έχει ήδη εφαρμόσει πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου χιλιάδων εργαζομένων και προχωρά σε νέα μέτρα περιορισμού του κόστους.Οι διοικήσεις των εταιρειών παραδέχονται ότι η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί δύσκολες αποφάσεις, ακόμη και αν αυτές προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις. Οπως αναφέραμε, το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες από ό,τι θα σήμαινε μια προσωρινή πτώση των πωλήσεων. Για πάνω από δύο δεκαετίες η Κίνα αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πηγή ανάπτυξης για τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες.
Οι ευρωπαϊκές μάρκες κατείχαν δεσπόζουσα θέση στην αγορά των premium αυτοκινήτων και απολάμβαναν υψηλά περιθώρια κέρδους. Σήμερα η εικόνα έχει αντιστραφεί πλήρως. Η κινεζική οικονομία αναπτύσσεται με βραδύτερους ρυθμούς, οι καταναλωτές στρέφονται όλο και περισσότερο στις εγχώριες μάρκες ηλεκτρικών οχημάτων, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες της Κίνας έχουν εξελιχθεί σε παγκόσμιους ανταγωνιστές.Εταιρείες όπως η BYD, η Chery και άλλοι κινεζικοί όμιλοι δεν ανταγωνίζονται πλέον τους Ευρωπαίους με μοναδικό όπλο τις χαμηλές τιμές. Επενδύουν στο λογισμικό, στην Τεχνητή Νοημοσύνη, σε συστήματα αυτόνομης οδήγησης και σε εξελιγμένες μπαταρίες, ενώ μειώνουν σημαντικά τον χρόνο ανάπτυξης νέων μοντέλων. Μπορούν πλέον να παρουσιάζουν νέα αυτοκίνητα στην αγορά ταχύτερα και συχνά φθηνότερα από τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους.
Αντιδράσεις
Η ανησυχία έχει φτάσει πλέον και σε πολιτικό επίπεδο. Το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, που αποτελεί βασικό μέτοχο της Volkswagen, αναζητεί τρόπους να αποτρέψει το κλείσιμο των εργοστασίων. Ο πρωθυπουργός του κρατιδίου, Ολαφ Λις, πρότεινε, σύμφωνα με το Reuters, ακόμη και τη μεταφορά στη Γερμανία της παραγωγής μοντέλων που σήμερα κατασκευάζονται στην Κίνα, ώστε να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας και να αξιοποιηθεί η υφιστάμενη βιομηχανική δυναμική. Η Κάτω Σαξονία, όπου εδρεύει η Volkswagen και φιλοξενεί πέντε από τα έξι εργοστάσια συναρμολόγησης στη Δυτική Γερμανία, κατέχει ποσοστό 20% των δικαιωμάτων ψήφου στην εταιρεία. Την ίδια στιγμή, όμως, το κόστος παραγωγής στη Γερμανία παραμένει από τα υψηλότερα στον κόσμο.
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών, οι αυξημένοι μισθοί, οι υψηλές ασφαλιστικές εισφορές και το συνολικό λειτουργικό κόστος καθιστούν πολύ ακριβότερη την παραγωγή ενός αυτοκινήτου σε σύγκριση με πολλές ασιατικές χώρες. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η διαφορά αυτή έχει αποκτήσει πλέον μόνιμα χαρακτηριστικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και οι διοικήσεις εταιρειών που παραδοσιακά απέφευγαν τις συγκρούσεις με τα ισχυρά γερμανικά συνδικάτα μιλούν πλέον ανοιχτά για ανάγκη αύξησης της παραγωγικότητας. Στη Mercedes-Benz η διοίκηση υποστήριξε ότι η επιστροφή σε εβδομαδιαία εργασία 40 ωρών, αντί 35, θα βελτίωνε άμεσα την παραγωγική απόδοση των εργοστασίων της, υπογραμμίζοντας ότι η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής παραγωγής βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.
Η βρετανικός Guardian εκτιμά ότι η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει έναν συνηθισμένο βιομηχανικό κύκλο ύφεσης, αλλά μια βαθιά αλλαγή ισορροπιών στην παγκόσμια αγορά.Αυτό σημαίνει ότι η πίεση προς τις ευρωπαϊκές εταιρείες δεν πρόκειται να υποχωρήσει σύντομα. Η εικόνα δεν περιορίζεται στη Γερμανία. Η Renault ανακοίνωσε πρόγραμμα μείωσης περίπου 800 θέσεων μηχανικών, επιδιώκοντας να επιταχύνει την ανάπτυξη νέων ηλεκτρικών μοντέλων και να ενσωματώσει περισσότερες εφαρμογές λογισμικού και Τεχνητής Νοημοσύνης στην παραγωγική διαδικασία της. Η στρατηγική αυτή αποτυπώνει τη συνολική μετατόπιση της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας προς ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, όπου το λογισμικό αποκτά σχεδόν την ίδια σημασία με τη μηχανολογία. Η συζήτηση, επομένως, ξεπερνά κατά πολύ τις απολύσεις ή τα εργοστάσια που ενδέχεται να κλείσουν.
Αφορά το μέλλον της βιομηχανικής Ευρώπης. Η αυτοκινητοβιομηχανία παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους εργοδότες της ηπείρου, στηρίζει εκατοντάδες χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αποτελεί βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής τεχνολογικής ανάπτυξης. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα στο Βόλφσμπουργκ (έδρα της Volkswagen), στο Μόναχο (έδρα της BMW) ή στη Στουτγάρδη δεν θα επηρεάσουν μόνο τους ισολογισμούς των μεγάλων εταιρειών. Θα καθορίσουν αν η Ευρώπη θα διατηρήσει ισχυρή παραγωγική βάση στην εποχή της ηλεκτροκίνησης ή αν θα δει ένα σημαντικό μέρος της βιομηχανικής ισχύος της να μεταφέρεται σταδιακά προς την Ασία. Το συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι το αποτέλεσμα αυτής της μάχης θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών, αλλά και την οικονομική φυσιογνωμία της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες.
