Ο γύρος του κόσμου με ένα ποδήλατο
- Κατηγορία ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- 0 σχόλια
Ο Αντρέας Γκραφ ζούσε για μια τετραετία χωρίς οθόνες, με ελάχιστη αίσθηση του χρόνου, κάτω από συχνά βάναυσες συνθήκες, αλλά εισέπραξε καλοσύνη και φιλία ποδηλατώντας σε όλο τον κόσμο
Πέντε ήπειροι, πενήντα χώρες 55.000 χιλιόμετρα, 1.338 ημέρες στην άγρια φύση. Ετσι πέρασαν τα τελευταία τρία χρόνια και οκτώ μήνες για τον Αντρέας Γκραφ, που έκανε τον γύρο του κόσμο, πάνω σε ένα ποδήλατο! Τον Απρίλιο του 2022, ο Αντρέας Γκραφ ξεκίνησε από το σπίτι του στη Νορβηγία, με σκοπό να ποδηλατήσει μέχρι την Ινδία, αλλά μία εβδομάδα αργότερα, στη Σουηδία, είχε ήδη αρχίσει να το ξανασκέφτεται. Μέσα στη σκηνή του, υπό καταρρακτώδη βροχή, αναρωτιόταν γιατί παράτησε το άνετο διαμέρισμά του στο Οσλο, την καριέρα του και την σύντροφό του για αυτή την περιπέτεια. Στα 31 του, ο γεννημένος στην Αυστρία και μεγαλωμένος στη Γερμανία ποδηλάτης έβλεπε τους φίλους του να «νοικοκυρεύονται» την ώρα που ο ίδιος, αν και με μια καλή δουλειά ως πολιτικός μηχανικός, ήταν στο νοίκι με συγκάτοικους
. Επέλεξε να ξεκινήσει την ποδηλατική του περιπέτεια γιατί, όπως πολλοί Νορβηγοί εκείνη την εποχή μετά την πανδημία, αισθανόταν ότι χρειαζόταν να περάσει χρόνο έξω από τα περιοριστικά όρια της αστικής ζωής. «Η ανεξαρτησία, η ελευθερία της κίνησης – πραγματικά διψούσα για περιπέτεια», λέει ο ίδιος στον Guardian. Αρχικά σκέφτηκε το περπάτημα, εμπνευσμένος από το βιβλίο «Ο Μακρύτερος Περίπατος» του Τζορτζ Μίγκαν, ο οποίος διέσχισε την Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Κατέληξε στην ποδηλασία, για να μπορεί να καλύψει μεγαλύτερη απόσταση. Υπολόγιζε ότι θα χρειαζόταν περίπου εννέα μήνες για να φθάσει στην Ινδία, αλλά ο χρονικός ορίζοντας –σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές χώρες είχαν ακόμη κλειστά σύνορα λόγω πανδημίας και ο πόλεμος στην Ουκρανία είχε μόλις ξεκινήσει– δεν τον απασχολούσε ιδιαίτερα.
«Δεν ήταν στόχος μου να κάνω παγκόσμιο ρεκόρ», εξηγεί. «Είχα κάποιες οικονομίες για το ταξίδι και δεν βιαζόμουν»

. Ο ποδηλάτης κατασκηνώνει στα βουνά Ατλας του Μαρόκου (andreasgraf.co)
Παρά τις άθλιες συνθήκες της διανυκτέρευσης του στη Σουηδία, συνέχισε ποδηλατώντας στη Δανία, τη Γερμανία και την Πολωνία, στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς την κεντρική Ευρώπη και νοτιότερα, φθάνοντας στη χώρα μας και περνώντας ακολούθως στην Τουρκία. Στην αρχή αισθανόταν μοναξιά, αλλά εκ των υστέρων θεωρεί ότι ήταν μια διαδικασία αποστασιοποίησης από τις αστικές του συνήθειες. Τρεις μήνες αργότερα αισθανόταν πιο ήρεμος. Οπως ο ίδιος περιγράφει στον Guardian, διέσχισε με το ποδήλατο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράν, πέταξε πάνω από το Τουρκμενιστάν –τα σύνορα του οποίου ήταν ακόμα κλειστά– ποδηλάτησε στο Ουζμπεκιστάν, το Κιργιστάν, το Καζακστάν και το Πακιστάν.
Στην πορεία σκέφτηκε να κάνει τον πλήρη γύρο του κόσμου ποδηλατώντας – όπως ο κάτοχος του αντίστοιχου ρεκόρ, Μαρκ Μπόμοντ, που το 2017 διέσχισε με ποδήλατο 29.000 χιλιόμετρα σε 78 ημέρες. Μετά την Ινδία και το Νεπάλ, όπου σταμάτησε για έναν μήνα ώστε να εργαστεί εθελοντικά σε μια φυτεία καφέ, διέσχισε αεροπορικώς τη Μιανμάρ –άλλη μια χώρα με κλειστά σύνορα– ποδηλάτησε στη νοτιοανατολική Ασία μέχρι τη Σιγκαπούρη, πήρε πλοίο για την Ινδονησία, συνέχισε με το ποδήλατο στο Ανατολικό Τιμόρ, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και από εκεί πέταξε στη Χιλή. Ποδηλάτησε μέχρι την Αργεντινή –την «πιο αγαπημένη χώρα της διαδρομής μου», όπως λέει στον Guardian– και συνέχισε στη Βολιβία, το Περού, τον Ισημερινό και την Κολομβία.
Πήρε το αεροπλάνο για την Σενεγάλη και ποδηλάτησε βόρεια στην Αφρική, μέχρι να διασχίσει τη Μεσόγειο και σταδιακά να καταλήξει πίσω στην πατρίδα του. Μετά από τρία χρόνια και οκτώ μήνες, έχοντας διασχίσει πέντε ηπείρους και 55.000 χιλιόμετρα, επέστρεψε στις 23 Δεκεμβρίου 2025.
Παρακολουθώντας το ηλιοβασίλεμα πάνω από τις αλυκές Σάλαρ ντε Ουιούνι της Βολιβίας (andreasfraf.co)
Στη διάρκεια του ταξιδιού του ανέβαζε φωτογραφίες του στο Instagram, αποτυπώνοντας την ταλαιπωρία του – με μακρά γενειάδα και φυσική εξάντληση. Μιλώντας στον Guardian παραδέχεται ότι «έμοιαζα λίγο με τον Ροβινσώνα Κρούσο – όταν επέστρεψα, έκανα καυτό ντους, ξυρίστηκα και κουρεύτηκα, ένιωσα άλλος άνθρωπος». Αισθάνεται ικανοποιημένος μετά την ποδηλατική του οδύσσεια. «Βίωσα την περιπέτεια που πάντα ονειρευόμουν», λέει. Ο Γκραφ μεγάλωσε σε αγροτική περιοχή της Γερμανίας με τον αδελφό του, τους γονείς του και τους παππούδες του. Η μητέρα του πέθανε στα 33 της, όταν εκείνος ήταν μόλις 4 ετών. Ο ποδηλάτης έκλεισε τα 33 ενώ διέσχιζε την Αυστραλία και το ορόσημο βρισκόταν στα βάθος του μυαλού του.
«Οι περισσότεροι άνθρωποι φθάνουν στην ηλικία των γονέων τους πολύ αργότερα και τότε μπαίνουν σε σκέψεις για τη ζωή τους», λέει στον Guardian.

Εννοείται ότι πέρασε και από την Ελλάδα. (Instagram/andreas_pa_tur)
Ο ίδιος αισθάνεται ικανοποιημένος με την αντισυμβατική επιλογή του. «Ποτέ δεν ξέρεις πόσος χρόνος σου μένει, και εγώ αποφάσισα να πάρω αυτό το ρίσκο επειδή έτσι ήθελα να ζήσω τη ζωή μου. Θέλω να βρίσκομαι εκεί έξω, δεν θέλω να κάθομαι μπροστά σε μια οθόνη όλη μέρα», εξηγεί με ειλικρίνεια. Συμπληρώνει ότι η εμπειρία ήταν καθαρτική για τον ίδιο.Βίωσε την απόλυτη ελευθερία, και πλέον δεν τον ενδιαφέρει η καριέρα και η συμβατική καθημερινότητα. Βέβαια, αντιμετώπισε στιγμές κινδύνου, όπως όταν ποδηλατούσε στην έρημη αυστραλιανή ενδοχώρα, με θερμοκρασία άνω των 40 βαθμών Κελσίου, κουβαλώντας έως και 38 λίτρα νερού σε διάφορα δοχεία.«Είναι βάναυσο», λέει στον Guardian. «Το ποδήλατο ήταν πιο βαρύ από εμένα, στα 87 κιλά, αλλά υπό αυτές τις συνθήκες στην Αυστραλία πίνεις 10 με 12 λίτρα νερό την ημέρα», εξηγεί.
Ποδηλατώντας στις Ανδεις. (Instagram/andreas_pa_tur)
Η μεγαλύτερη πρόκληση για την αποστολή του ήταν οι έρημοι. Ποδηλατώντας στην κεντρική Μαυριτανία υπό θερμοκρασία 51 βαθμών Κελσίου, με τον ήλιο, την άμμο και τον άνεμο να τον ταλαιπωρούν, η εμπειρία ήταν αφόρητη. Του πήρε έναν μήνα παραπάνω από όσο υπολόγιζε για να διασχίσει την έρημο της Δυτικής Αφρικής. Από την άλλη, σε μια ορεινή διάβαση με υψόμετρο 4.655 μέτρων στο Τατζικιστάν, βίωσε το απόλυτο κρύο, εν μέσω χιονοθύελλας. Ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσει όλες αυτές τις δοκιμασίες ήταν η θετική του διάθεση, όπως αναφέρει στον Guardian. Προσπαθούσε να κατασκηνώσει σε απομονωμένα σημεία, αλλά δεν ανησυχούσε για πιθανή επαφή του με άγρια ζώα. «Το χειρότερο ζώο που έχω γνωρίσει στη ζωή μου είναι ο άνθρωπος», λέει με πίκρα στον Guardian ο Γκραφ, ο οποίος είχε περάσει επτά μήνες κάνοντας ωτοστόπ στην Αφρική όταν αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο.
Κι όμως, τελικά η πιο απροσδόκητη πτυχή του ταξιδιού του, ήταν η καλοσύνη, η αγάπη και η συμπαράσταση που εισέπραξε από αγνώστους. Οι άνθρωποι σταματούσαν τα αυτοκίνητά τους και του έδιναν ένα μπουκάλι κρύο νερό. Στη νότια Αυστραλία, ένα ζευγάρι του έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού τους. Παρακολουθώντας το ταξίδι του μέσω Facebook του είπαν ότι κανόνισαν να φύγουν για Σαββατοκύριακο, ώστε να του παραχωρήσουν το σπίτι!

Παλεύοντας ενάντια στους συνεχείς αντίθετους ανέμους και μια αμμοθύελλα στην έρημο Σαχάρα (andreasgraf.co)
Το σημαντικότερο πράγμα που συνειδητοποίησε σε αυτή την περιπέτεια είναι πόσο το χιούμορ και η καλοσύνη αναδεικνύουν τις ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων, παρά τις όποιες διαφορές τους.«Ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας, ή κουλτούρας, δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί όσο νομίζουμε – όλοι θέλουμε να ζήσουμε τη ζωή μας με λίγη χάρη και αξιοπρέπεια, και να φροντίζουμε τους δικούς μας ανθρώπους», λέει στον Guardian. Οσο για τα απρόοπτα της διαδρομής του, δεν ήταν και λίγα. Επέζησε σεισμό 7,4 Ρίχτερ στα βουνά της βόρειας Χιλής, στο Περού καταστράφηκε όλος ο εξοπλισμός του και αναγκάστηκε να περιμένει μέχρι να φθάσουν τα ανταλλακτικά, έσπασε τον καρπό του στην Κολομβία, στην κορυφή των Ανδεων. Αντιμετώπισε αυτές τις αναποδιές με την ηρεμία που του πρόσφερε η αποχή από τις ηλεκτρονικές συσκευές και η άγνοια της αντίληψης του χρόνου. Ο Γκραφ έγινε αυτόπτης μάρτυρας των κλιματικών προκλήσεων του καιρού μας.
Σοκαρίστηκε από την έκταση των πλαστικών αποβλήτων και της ρύπανσης των υδάτων στην Ασία και τη Νότια Αμερική, ενώ στο Βιετνάμ, στην εποχή των μουσώνων, ποδηλατούσε υπό 45 βαθμούς Κελσίου και 95% υγρασία. Τώρα σκέφτεται ότι η κλιματική κρίση θα κάνει ένα ταξίδι σαν το δικό του πρακτικά αδύνατο για την επόμενη γενιά, όπως αποκαλύπτει στον Guardian. Μετά από όλα αυτά, αισθάνεται μια μορφή γαλήνης. Μένει με φίλους, γράφει βιβλίο για τις εμπειρίες του από το ταξίδι, δίνει δημόσιες ομιλίες, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο αστικό περιβάλλον με τις οθόνες του, και ελπίζει να βιώσει νέες περιπέτειες στο μέλλον. Πάνω από όλα, όμως, αισθάνεται χαρούμενος. «Πιστεύω ακράδαντα ότι είναι στο χέρι του καθενός, είτε να αφήσει τις περιστάσεις να τον καθορίσουν, ή να γράψει τη δική του ιστορία», λέει.
