Η ηγεμονία των ΗΠΑ και του δυτικοκεντρικού μοντέλου δεν έχει σε καμία περίπτωση τελειώσει, αλλά σίγουρα έχουμε εισέλθει σε μια μεταβατική περίοδο
Πριν από λίγες εβδομάδες, ο Economist, το έντυπο που κατεξοχήν εκφράζει τις προτεραιότητες και τους σχεδιασμούς των αγγλοσαξονικών διευθυνουσών ελίτ, όχι μόνο προέβλεπε, αλλά προέτρεπε τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία μέχρι την τελική ήττα της Ρωσίας. Η προτροπή αυτή συνοδευόταν από τη διαπίστωση ότι το κόστος της σύγκρουσης θα πέφτει όλο και περισσότερο στους ώμους των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς οι ΗΠΑ, που μέχρι σήμερα έχουν δαπανήσει πάνω από 50 δισεκατομμύρια δολάρια στην ενίσχυση της Ουκρανίας, είναι πιθανό να μειώσουν τη στήριξή τους. Οι βασικές δυτικές δυνάμεις δεν επιζητούν μια διπλωματική λύση για την ουκρανική σύγκρουση γιατί βλέπουν στον πόλεμο αυτό ένα μέρος των τεκτονικών αλλαγών που συμβαίνουν στον συσχετισμό δυνάμεων και στο μοντέλο της παγκόσμιας διακυβέρνησης.
Πρώτο στοιχείο των αλλαγών αυτών είναι η αμφισβήτηση του δυτικοκεντρικού μοντέλου παγκόσμιας διακυβέρνησης. Μέχρι την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, το αδιαφιλονίκητο υπόδειγμα συγκρότησης της διεθνούς κοινωνίας ήταν το δυτικό. Η διεθνής κοινότητα ταυτιζόταν με τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Βρετανία, την Ιαπωνία, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Πρόσφατα, ο Ινδός υπουργός Εξωτερικών αμφισβήτησε το δικαίωμα και τη δυνατότητα της Δύσης να καθορίζει τι είναι σημαντικό θέμα στη διεθνή πολιτική και η Κίνα έχει εδώ και μια δεκαετία περίπου αμφισβητήσει ανοιχτά το δυτικό (άρρητο και ρητό) κανονιστικό πλαίσιο. Περίπου εκατό κράτη αρνήθηκαν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο να συνταχθούν με τη Δύση στην επιβολή κυρώσεων κατά της Μόσχας, χωρίς από την άλλη μεριά να υποστηρίζουν την παράνομη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Δεύτερο στοιχείο που ανέδειξε η ουκρανική κρίση είναι η αύξηση του ρόλου των περιφερειακών δυνάμεων στο διεθνές σύστημα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, περιφερειακές δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Ινδία, το Ιράν και η Βραζιλία, άρχισαν να αυτονομούνται από την αμερικανική πολιτική και να διεκδικούν έναν ηγεμονικό ρόλο στην εγγύς περιφέρειά τους - η Ρωσία στην περιοχή της πρώην ΕΣΣΔ, η Κίνα στην Άπω Ανατολή, στη Νοτιοανατολική Ασία και στη Νότια Σινική Θάλασσα, το Ιράν στην περιοχή της Μεσοποταμίας και του Κόλπου. Ειδικότερα, βλέπουμε την αύξηση της σημασίας της Τουρκίας σε μια εκτεταμένη περιοχή από τον Νότιο Καύκασο μέχρι τη Λιβύη, με την ανάληψη ρόλων μεσολαβητή στον πόλεμο της Ουκρανίας, την αποφασιστική συμβολή στην παράδοση του Ναγκόρνο Καραμπάχ στους Αζέρους και τις νέες προοπτικές στενής συνεργασίας με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Το Ιράν όχι μόνο καταφέρνει να επιβιώνει σε ένα καθεστώς πολύ σκληρών κυρώσεων, αλλά διαμορφώνει ένα πλαίσιο συνεννόησης με τον μεγάλο αντίπαλό του στην περιοχή του Κόλπου, τη Σαουδική Αραβία, και μάλιστα με τη μεσολάβηση της Κίνας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία παίζει καταλυτικό ρόλο στον τρόπο που οι μεσανατολικές ηγεσίες αντιλαμβάνονται τις παγκόσμιες και τις περιφερειακές ισορροπίες. Έχουν κατανοήσει ότι η περιοχή έχει ανάγκη από μια διαφορετική αρχιτεκτονική ασφάλειας, που θα βασίζεται λιγότερο στην υπερδύναμη και περισσότερο στις περιφερειακές δυνάμεις.
Τρίτο στοιχείο είναι η εξασθένιση του μοντέλου της φιλελεύθερης κοινωνίας σε συνδυασμό με την οικονομία της αγοράς, που κυριάρχησε την πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδο, και η διάδοση ενός μοντέλου που συνδυάζει τον κρατικό καπιταλισμό της Κίνας και τον προσωποκεντρικό αυταρχισμό του Πούτιν. Στο πεδίο του μοντέλου διακυβέρνησης, αραβικές ηγεσίες στη Σαουδική Αραβία, στην Αίγυπτο και στα Εμιράτα βλέπουν στον Ρώσο Πρόεδρο τον ισχυρό ηγέτη που με σιδερένια πυγμή επιβάλλει αλλαγές στο εσωτερικό της χώρας συντρίβοντας την αντιπολίτευση και τους οικονομικά δυνατούς όταν δεν ακολουθούν την γραμμή του. Για ηγέτες όπως ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν ή ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, το μοντέλο Πούτιν είναι πολύ πιο ελκυστικό από αυτό των φιλελεύθερων. Η κριτική που ασκούν η Μόσχα και το Πεκίνο στην προσπάθεια της Δύσης να επιβάλει το φιλελεύθερο μοντέλο ως πανανθρώπινο κανόνα βρίσκει θερμούς υποστηρικτές στις πολιτικές ελίτ της Μέσης Ανατολής. Η όλο και μεγαλύτερη υποστήριξη σε αφρικανικές χώρες πραξικοπημάτων με έντονο αντιδυτικό λόγο οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην απίσχναση του δυτικοκεντρικού μοντέλου και βέβαια στις συνεχιζόμενες δυτικές επεμβάσεις στις χώρες αυτές.
Το τέταρτο στοιχείο αφορά τη διασπορά των πυρηνικών όπλων, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Όλο και περισσότερα κράτη, όπως για παράδειγμα το Ιράν και η Σαουδική Αραβία, αντιλαμβάνονται ότι αν η Ουκρανία είχε κρατήσει τα πυρηνικά όπλα που βρίσκονταν στο έδαφός της μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, θα είχε πιθανότατα αποτρέψει τη ρωσική εισβολή. Από την άλλη πλευρά, αν η Μόσχα δεν διέθετε χιλιάδες πυρηνικές κεφαλές, τότε ήταν πολύ πιθανό να είχε την τύχη του Ιράκ μετά την εισβολή του στο Κουβέιτ, καθώς το ισοζύγιο συμβατικών δυνάμεων των δύο χωρών είναι συντριπτικά υπέρ των Αμερικανών.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέδειξε ένα εναλλακτικό και ανταγωνιστικό πλαίσιο διαμόρφωσης της διεθνούς κοινωνίας. Η ηγεμονία των ΗΠΑ και του δυτικοκεντρικού μοντέλου δεν έχει σε καμία περίπτωση τελειώσει, αλλά σίγουρα έχουμε εισέλθει σε μια μεταβατική περίοδο, με επικίνδυνη ρευστότητα στο διεθνές σύστημα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι πιθανό να αποτελεί την πρώτη μεγάλη σύγκρουση αυτής της περιόδου, αλλά όποια κι αν είναι η έκβασή της, δεν θα είναι δυστυχώς η τελευταία.
Πηγή: Αυγή
Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr