Έλλειμμα διακυβέρνησης στην Ε.Ε. - Το κενό ηγεσίας στην Ευρώπη και η επέλαση της Ακροδεξιάς
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Οι κοντόφθαλμες πολιτικές της Ε.Ε. και η αμφίβολη διαδρομή της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στο τιμόνι της Κομισιόν διχάζουν τους ευρωπαϊκούς λαούς και ενισχύουν τα ακροδεξιά, λαϊκιστικά μορφώματα σε Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία και αλλού
Η Γερμανίδα «καπετάνισσα» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία έχει την ευθύνη να ηγηθεί, να καθοδηγήσει και να προσανατολίσει το ευρωπαϊκό της πλήρωμα σε ασφαλείς πλόες και λιμάνια χωρίς κινδύνους, επιδίδεται σε μια αμφίβολη και… θαλασσοδαρμένη διαδρομή που μοιάζει να μην απαντάει στις ανάγκες των Ευρωπαίων πολιτών.
Χωρίς όραμα
Δεν είναι μόνο η αντίδραση στα συνταρακτικά γεωπολιτικά γεγονότα που συμβαίνουν, η οποία είναι αργή και δύσκαμπτη, είναι και οι ίδιες οι πολιτικές προτεραιότητες που θέτει για την Ε.Ε. που συχνά εξυπηρετούν συγκεκριμένες χώρες και ειδικά συμφέροντα. Κρίνοντας συχνά με δύο μέτρα και δύο σταθμά, η Φον ντερ Λάιεν και η ομάδα της φαίνεται να ξεχνούν ότι στις θέσεις τους βρίσκονται για το καλό του ευρωπαϊκού λαού.
Κατά τους ιδρυτές της ευρωπαϊκής ιδέας, όπως ο Ζαν Μονέ και ο Ρομπέρ Σουμάν, η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης δεν ήταν «να συνασπίσουμε κράτη, αλλά να ενώσουμε ανθρώπους». Ενα όραμα που συνόψισε αργότερα η Ευρωπαϊκή Αριστερά στο σύνθημα «η Ευρώπη των λαών».
Αντί γι’ αυτό, οι πολιτικές κατευθύνσεις της Ε.Ε. έχουν διχάσει τους λαούς, με αποτέλεσμα στο κενό αυτό που δημιούργησαν να φυτρώνουν παράσιτα όπως τα ακροδεξιά λαϊκιστικά κόμματα, που πλέον καραδοκούν σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Η Λεπέν στη Γαλλία, το AfD στη Γερμανία, το VOX στην Ισπανία, η Μελόνι και ο Βανάτσι στην Ιταλία τρέφονται από τις συχνά μονομερείς πολιτικές που ευνοούν μόνο συγκεκριμένα συμφέροντα.
Φυσικά, η Φον ντερ Λάιεν δεν είναι μόνη. Τις ατυχείς επιλογές της Κομισιόν, η οποία είναι η εκτελεστική εξουσία της Ε.Ε. (κάτι σαν την κυβέρνηση μιας χώρας), υποστηρίζουν και τα κράτη-μέλη (που στην ίδια μεταφορά είναι κάτι σαν βουλευτές). Βαθιά διχασμένα, κοιτώντας αποκλειστικά το εθνικό τους συμφέρον και όχι το κοινό ευρωπαϊκό τους σπίτι, αδυνατούν να σκεφτούν ομαδικά και μακροπρόθεσμα.
Συχνά, οι ηγεσίες είναι αδύναμες, χωρίς όραμα, άγονται και φέρονται από τις ψήφους των ακραίων κομμάτων, τα οποία τελικά καθορίζουν την ατζέντα τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο άλλοτε δε ισχυρός γαλλογερμανικός άξονας, ο οποίος έθετε με πυγμή τα ζητήματα στο τραπέζι των συνόδων κορυφής, έχει πάψει να είναι δυνατός και να καθορίζει τις εξελίξεις. Αποτέλεσμα; Μια μόνιμη διελκυστίνδα με χώρες να τραβούν το σχοινί προς τις αντίθετες κατευθύνσεις.
Την υποκρισία της Φον ντερ Λάιεν αναδεικνύει συχνά στην αρθρογραφία του ο καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου στο HEC Paris Αλμπέρτο Αλεμάνο. Ο καθηγητής ασκεί κριτική όχι μόνο στα αποτελέσματα της Επιτροπής υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο ασκεί την εξουσία της, στις επιλογές απορρύθμισης και στις συνέπειες για τη δημοκρατική λογοδοσία.
Η Γάζα
«Είναι εύκολο να εξάρει κανείς την “ηθική διαύγεια” της Νάβι Πιλάι, βραβευμένης με το Νόμπελ Ειρήνης, αλλά το να ενεργήσει βάσει αυτής είναι πιο δύσκολο, έτσι δεν είναι, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν; Η Ναβί Πιλάι κατέγραψε τα εγκλήματα στη Γάζα.
»Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κάλεσε τα κράτη να μη συναλλάσσονται με παράνομους οικισμούς. Ωστόσο, η Ε.Ε. συνεχίζει να συναλλάσσεται με τους παράνομους ισραηλινούς οικισμούς», έγραψε πριν από λίγες μέρες ο Α. Αλεμάνο. Παρέθεσε την ανάρτηση της προέδρου της Κομισιόν, στην οποία έδινε τα συγχαρητήρια στην Πιλάι, χωρίς πάντως να αναφέρει λέξη για τη Γάζα.
Η στάση της Φον ντερ Λάιεν για το Ισραήλ είναι πολύ χαρακτηριστική για τον τρόπο με τον οποίο οδηγεί την Ε.Ε. στις διεθνείς της σχέσεις. Σιωπηλή στη γενοκτονία, δύο χρόνια μετά ψέλλισε κάτι για την αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης (εμπορική) Ε.Ε. – Ισραήλ.
Στην ουσία έπαιξε έξυπνα για κάποια που δεν θέλει να προχωρήσει αυτή η αναστολή: πέταξε το μπαλάκι στα κράτη-μέλη, γνωρίζοντας ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με ομοφωνία και κάτι τέτοιο δεν θα το επέτρεπε η πατρίδα της, η Γερμανία. Η απόφαση ακόμη εκκρεμεί!
Αλλωστε, το Ισραήλ και κυρίως οι ΗΠΑ είναι η υπ’ αριθμόν 1 προτεραιότητα της σημερινής Κομισιόν. Ετσι ήταν πάντα και παρόλο που η εξωτερική πολιτική παραμένει εθνική αρμοδιότητα, οι χώρες συμφωνούσαν με αυτόν τον προσανατολισμό.
Αλλά η εκλογή του απρόβλεπτου και MAGA Ντόναλντ Τραμπ έχει αναδείξει τη γύμνια της σημερινής Ε.Ε. Παρόλο που ούτε η Επιτροπή ούτε η Ε.Ε. γενικότερα συμφωνούν με τις επιλογές Τραμπ, δεν αποφασίζουν να υψώσουν ανάστημα στις υπερβολές και τις παράλογες πολιτικές του.
Τα αυτοκίνητα
Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η εμπορική συμφωνία που έκλεισε η Φον ντερ Λάιεν με τον Ντόναλντ Τραμπ στο Τέρνμπερι της Σκοτίας το περασμένο καλοκαίρι. Σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης European Policy Centre, η συμφωνία ήταν μονομερής συνθηκολόγηση απέναντι στις απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Το think tank επισημαίνει ότι η συμφωνία υπονομεύει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και τη διεθνή αξιοπιστία της Ενωσης, οδηγώντας σε εκροή κεφαλαίων και θεσμική υποτέλεια.
Προτεραιότητα της Φον ντερ Λάιεν ήταν η διάσωση των αυτοκινήτων για να προστατεύσει τα συμφέροντα των αυτοκινητοβιομηχανιών και των χωρών που τις φιλοξενούν. Δέσμευσε, δε, την Ε.Ε. να αγοράσει αμερικανική ενέργεια (υγροποιημένο φυσικό αέριο – LNG και πετρέλαιο) και ημιαγωγούς αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε μια τριετία, καθώς και να κατευθύνει 600 δισεκατομμύρια δολάρια σε ευρωπαϊκές επενδύσεις εντός των ΗΠΑ.
Οι επικριτές τονίζουν ότι αυτές οι δεσμεύσεις στερούνταν οικονομικής λογικής, είναι μη ρεαλιστικές για την αγορά και οδηγούν σε μαζική εκροή ευρωπαϊκών κεφαλαίων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με τους ειδικούς, η συμφωνία αφαιρεί από την Ε.Ε. το δικαίωμα να απαντήσει με δικά της εμπορικά αντίμετρα σε μελλοντικές πιέσεις των ΗΠΑ, ενώ, αντίθετα, αφήνει ανοιχτό το παράθυρο στον Τραμπ να αυξήσει μονομερώς τους δασμούς αν θεωρήσει ότι η Ευρώπη δεν πιάνει τους στόχους των αγορών.
Η πολιτική του κατευνασμού που έχει επιλέξει η Φον Ντερ Λάιεν έναντι του Τραμπ έχει φυσικά δημιουργήσει την αίσθηση μιας αδύναμης Ευρώπης, που λέει «ναι» σε όλες τις απαιτήσεις του πλανητάρχη. Ακόμα και στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράν, δεν βρήκε να πει ούτε μια λέξη καταδίκης για την επιλογή Τραμπ, αλλά έσπευσε να καταδικάσει την… απάντηση του Ιράν, μιλώντας –σωστά– κατά του θεοκρατικού καθεστώτος που θέλει να συνεχίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Ολα αυτά απομακρύνουν ακόμα περισσότερο την υπόσχεση που είχε δώσει η Φον ντερ Λάιεν κατά την πρώτη της θητεία για μια «γεωπολιτική Κομισιόν». Ακαδημαϊκοί επισημαίνουν το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική της Ε.Ε. ως «ηθικής δύναμης» και στην πράξη. Τονίζουν ότι η γεωπολιτική Κομισιόν εφαρμόζει επιλεκτικά το διεθνές δίκαιο, ανάλογα με το αν ο παραβάτης είναι σύμμαχος ή αντίπαλος.
Η αντίθεση φαίνεται εύκολα, αν κοιτάξει κανείς τη στάση της Ε.Ε. στην Ουκρανία. Πολύ σωστά, σε αυτήν την περίπτωση οι Βρυξέλλες αντέδρασαν γρήγορα, παίρνοντας ξεκάθαρη θέση, επιβάλλοντας μέχρι σήμερα 21 πακέτα κυρώσεων κατά της Ρωσίας, οικονομική και αμυντική στήριξη και ενίσχυση με κάθε τρόπο. Τόσο, που ξέχασε την πατροπαράδοτη, κλασική διπλωματία: έκοψε επικοινωνία και δεσμούς με τη Ρωσία, καθιστώντας την Ε.Ε. στη θέση του αδύναμου συνομιλητή ακόμα και στην ειρηνευτική διαδικασία.
Σε αυτό, έχει την πλήρη υποστήριξη των χωρών του Βορρά, αλλά και της Βαλτικής που είναι αντιρωσικές ώς το μεδούλι. Αξια εκπρόσωπός τους η Εσθονή Κάγια Κάλας, η οποία είναι λαλίστατη για το Ουκρανικό, αλλά δεν δείχνει ίδια ζέση για άλλα θέματα.
Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της περασμένης Δευτέρας, στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών. Οι υπουργοί συμφώνησαν σε νέες 1.600 καταχωρίσεις Ρώσων πολιτών και επιχειρήσεων. Κι ενώ θα περίμενε κανείς να συζητηθεί σε βάθος η πρόσφατη συμφωνία Τραμπ– Πούτινγια το ντίζελ και οι επιπτώσεις της αλλαγής της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Ουκρανία, η Κάλας έφερε δύο έγγραφα για νέες κυρώσεις κατά Ρώσων από τους τομείς του αθλητισμού και του πολιτισμού! Εκτός τόπου και χρόνου δηλαδή.
Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά ισχύουν και στο ζήτημα της Τουρκίας. Η στάση πολλών χωρών που επιθυμούν τη συνεργασία με την Αγκυρα σε πολλούς τομείς, ακόμα και στην Αμυνα, έχει κάνει την Κομισιόν να αντιδρά αμήχανα και σπασμωδικά απέναντι σε μια δύναμη που διατηρεί μια απειλή σε βάρος ενός κράτους-μέλους και κατέχει ένα δεύτερο. Και μπορεί στο αμυντικό πρόγραμμα SAFE να μην κατάφερε να μπει, πολλές χώρες της Ε.Ε. όμως έχουν κλείσει διμερείς συμφωνίες, βάζοντάς την από την «πίσω πόρτα» στην αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης.
Δεν είναι όμως μόνο η εξωτερική πολιτική όπου η Φον ντερ Λάιεν και η… παρέα της έχουν αποδειχθεί πολύ λίγοι. Ακόμα και στα μεγαλεπήβολα σχέδιά της για την Πράσινη Συμφωνία, που νομοθέτησε η Επιτροπή της με θέρμη κατά την πρώτη της θητεία, πιεζόμενη από τη νεολαία της Ευρώπης που τότε είχε βγει στους δρόμους.
Σε άγρια νεράΜπορεί οι μακροπρόθεσμοι στόχοι όπως η κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 να παραμένουν τυπικά στα χαρτιά, ωστόσο οι πρακτικοί κανόνες, τα χρονοδιαγράμματα και οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεων απαξιώνονται συστηματικά. Η υποχώρηση αυτή καθοδηγείται από τις έντονες διαμαρτυρίες των αγροτών, τις πιέσεις των βιομηχανικών λόμπι και τη στροφή της πολιτικής ατζέντας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς την «οικονομική ανταγωνιστικότητα» έναντι της Κίνας και των ΗΠΑ.
Η κριτική απέναντι στη Φον ντερ Λάιεν αυξάνεται, όπως και η λαϊκή δυσαρέσκεια στα διάφορα κράτη-μέλη. Διπλωμάτες έλεγαν στην «Εφ.Συν.» ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση «δεν είναι δεδομένη» και ότι η τύχη του πλοίου που κινείται έτσι κι αλλιώς σε αχαρτογράφητα, άγρια νερά, θα κριθεί από το αν αλλάξει ο προσανατολισμός…
Η εξωτερική πολιτική του Φριντριχ Μερτς έδειξε να επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην προσπάθεια στήριξης της Ουκρανίας και διατήρησης ενός αντιρωσικού μετώπου των Ευρωπαίων ει δυνατόν σε συνεργασία με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο τελευταίος δεν έδειξε καμιά τέτοια προθυμία και η Γερμανία μετατράπηκε σε βασικό υποστηρικτή του Κιέβου, απειλώντας συχνά ευρωπαϊκές χώρες που έδειχναν να θέλουν να πάρουν αποστάσεις από αυτή την ταύτιση. Και δεν εννοείται με αυτό μόνο η «πρώην» ορμπανική Ουγγαρία.
Ασχέτως αν το δηλώνουν δημοσίως, πολλοί εταίροι των Γερμανών τούς βλέπουν εδώ και χρόνια ως μέρος του χρονίζοντος προβλήματος που ακούει στο όνομα «Ουκρανικό» και όχι ως μέρος μιας λύσης.
Η κυβέρνηση του Βερολίνου έχει στηρίξει μέχρι τώρα με πάνω από 100 δισεκατομμύρια τον Ζελένσκι και έχει σθεναρά απορρίψει κατά καιρούς προτάσεις άλλων Ευρωπαίων, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, για άνοιγμα διαύλων επικοινωνίας με τη Μόσχα, συχνά μάλιστα με απαξιωτικό τρόπο.
Ισως και εδώ ο καγκελάριος να ήθελε να δείξει πόσο μεγάλες είναι οι διαφορές του από την Ανγκελα Μέρκελ, η οποία όσο ήταν ενεργή πολιτικά έκανε ό,τι μπορούσε για να τον κρατήσει μακριά από κομματικά και κυβερνητικά αξιώματα.
Η αναφορά στη Μέρκελ μάς δίνει την ευκαιρία να θυμηθούμε ότι όταν αποχώρησε από την πολιτική το 2021 τα ποσοστά δημοτικότητάς της παρέμεναν περίπου στο 75% μετά από 16 χρόνια στην καγκελαρία και έχοντας ξεπεράσει σφοδρές επιθέσεις για τη χρηματοπιστωτική κρίση, το μεταναστευτικό και την πανδημία.
Τα ποσοστά του Μερτς σήμερα είναι κάπου στο 13%. Βεβαίως δεν κάνουν μόνο τα ποσοστά τον ηγέτη, ούτε η θητεία της Μέρκελ ήταν απαλλαγμένη από λάθη, αλλά σίγουρα ένας ηγέτης δεν αρκεί μόνο να είναι, αλλά πρέπει και να εκλαμβάνεται έτσι από την κοινωνία. Και η νοσταλγία του σήμερα κάνει πολλούς να νιώθουν ότι πράγματι η Ανατολικογερμανίδα απόφοιτος Φυσικής του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ στη Λιψία ήταν η τελευταία μεγάλη ηγέτιδα της Ευρώπης.
Τον Νοέμβριο του 2016, δύο μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του, ο Μπαράκ Ομπάμα επέλεξε να την επισκεφτεί στη Γερμανία. Οπως είπαν πολλοί τότε, έχρισε τη Μέρκελ «θεματοφύλακα των φιλελεύθερων αξιών της Δύσης» εν όψει του ερχομού του οδοστρωτήρα Τραμπ και την ενθάρρυνε εμμέσως να διεκδικήσει την επανεκλογή της το 2017.
Βεβαίως ο «Τραμπ 1» ήταν πολύ πιο μαζεμένος από τον «Τραμπ 2» και κανείς δεν ξέρει πώς θα τον αντιμετώπιζε σήμερα η Μέρκελ. Αλλά η εικόνα του φοβισμένου, λιγομίλητου μαθητή απέναντι στον αυταρχικό δάσκαλο που έδωσε ο Μερτς στο πρώτο του ταξίδι στον Λευκό Οίκο έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στην αυτοπεποίθηση του μέσου Γερμανού.
Τι σημαίνει τελικά να είσαι ηγέτης
Τα ευρωπαϊκά κόμματα μιμούνται το ένα το άλλο, συνωστίζονται στον χώρο του Κέντρου, υποκλίνονται άνευ όρων στην τεχνολογία και την αγορά και οι ηγεσίες τους μετατρέπονται σε παρόχους υπηρεσιών ή εξυπηρετήσεων
Είναι βεβαίως μια μεγάλη συζήτηση το τι σημαίνει ηγέτης και αν αυτό μπορεί να αποφασιστεί με άλλα κριτήρια πέραν των ιστορικών όταν θα υπάρχει η αναγκαία χρονική απόσταση. Ωστόσο είναι σαφές ότι σήμερα έχει κολλήσει η βελόνα και αυτό που κάποτε εμφανιζόταν ως ένα «εγχείρημα ειρήνης» που πόνταρε στη δημοκρατία, την ποικιλομορφία και το κράτος δικαίου σήμερα μοιάζει με ένα μόρφωμα που προετοιμάζεται για πόλεμο, κλείνει σύνορα, περιορίζει δημοκρατικά δικαιώματα και ζητά από τους πολίτες μόνο θυσίες.
Σίγουρα το περιβάλλον είναι διαφορετικό. Η «πολυκρίση» έχει γίνει φράση-κλειδί της εποχής, η αστάθεια μοιάζει να έχει γίνει καθημερινότητα, οι πολίτες και οι πολιτικοί βομβαρδίζονται με αμέτρητες πληροφορίες από εντελώς διαφορετικές πηγές και αδυνατούν να σηκώσουν ομπρέλα για να αντιμετωπίσουν αυτόν τον καταιγισμό.
Η υπόκλιση
Τα κόμματα υπέκυψαν στον πειρασμό να μιμηθούν το ένα το άλλο. Μοιάζουν όλα ίδια μεταξύ τους, αποφεύγουν να προσδιοριστούν ιδεολογικά, συνωστίζονται στον χώρο του Κέντρου, μετατρέπονται στην καλύτερη περίπτωση σε εταιρείες παροχής υπηρεσιών ή εξυπηρετήσεων. Δεν έχουν καν την απαίτηση να προβάλουν κάποιο «αλλιώτικο» ριζοσπαστικό σχέδιο.
Σε όλη την Ευρώπη κοινοβούλια πολλών μικρών και μικρομεσαίων κομμάτων αγωνίζονται για το ίδιο μεσοαστικό κοινό ελπίζοντας σε περιστασιακές πλειοψηφίες. Η Κεντροδεξιά είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης. Αν ρίξει κανείς μια ματιά στον πολιτικό χάρτη της Ευρώπης, θα τη δει να συνεργάζεται αλλού με τη Σοσιαλδημοκρατία, αλλού με τους Πράσινους, αλλού με τους Φιλελεύθερους, αλλού με την Ακροδεξιά.
Ιστορικά πολλές ηγετικές φυσιογνωμίες ξεχώρισαν προβάλλοντας «ουτοπίες», άσχετα αν συχνά αυτές αποδείχτηκαν ακριβώς τέτοιες
Με την άνευ όρων υπόκλιση στην τεχνολογία από τη μια και στην αγορά από την άλλη οι πολιτικοί μοιάζουν με κομπάρσους σε συνηθισμένα σενάρια που πλέον μπορούν να παράγουν κατά δεκάδες οι μηχανές τεχνητές νοημοσύνης. Ο μόνος που φάνηκε να κατανοεί τη δυναμική αυτής της θλιβερής εξέλιξης, της άνευ όρων παράδοσης της πολιτικής στη… μοίρα της ήταν ο Πέδρο Σάντσεθ, όταν μίλησε για τους ολιγάρχες της τεχνολογίας.
Οι ουτοπίες
Οι προειδοποιήσεις του για τους κινδύνους από την υποταγή σε αυτούς, όπως και η εναντίωσή του στις παραγγελίες του πωλητή όπλων από την Ουάσινγκτον και στην «προπολεμική» μανία των Βορειοευρωπαίων μάλλον θα αποτελέσουν και την τελευταία πράξη της γεμάτης εμπόδια πολιτικής σταδιοδρομίας του.
Αν δεν γίνει το θαύμα, οι Ισπανοί που ξεσηκώθηκαν για το στεγαστικό θα ψηφίσουν μια κυβέρνηση που θα είναι έτοιμη να προσφέρει γην και ύδωρ στους μεγαλοϊδιοκτήτες. Μοιάζει τρελό, αλλά θα είναι το οριστικό υστερόγραφο όταν θα κλείνει το κεφάλαιο της μετα-ψυχροπολεμικής σελίδας της Ευρώπης.
Πάνε 15 χρόνια από τότε που ο Βρετανός διπλωμάτης Κάρνε Ρος, που παραιτήθηκε μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, έγραφε το «Επανάσταση χωρίς ηγέτες», για να περιγράψει την αποτυχία του συστήματος και να ονειρευτεί μια εκ βάθρων αλλαγή χωρίς σωτήρες ή ηγέτες σε ένα μάλλον ρομαντικό σενάριο που συνδύαζε κοσμοπολιτισμό με αναρχία. Ηγέτες μπορεί πράγματι να μη γεννήθηκαν από τότε, αλλά φυσικά ούτε και κάποιες επαναστάσεις που θα ξερίζωναν απαρχαιωμένους θεσμούς.
Οι «ανυπάκουοι»
Πέντε χρόνια αργότερα ο Ολλανδός ιστορικός και συγγραφέας Ρούτγκερ Μπρέγκμαν μιλούσε για την «Ουτοπία για ρεαλιστές» περιγράφοντας ιδέες όπως το βασικό εισόδημα για όλους, η μείωση των ωρών εργασίας για όλους και τα ανοιχτά σύνορα. Ο Μπρέγκμαν ήταν αυτός που είχε προκαλέσει αίσθηση με την παρέμβασή του στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός το 2019, όταν κατηγόρησε δημόσια τους δισεκατομμυριούχους για φοροαποφυγή.
Ιστορικά πολλές ηγετικές φυσιογνωμίες ξεχώρισαν προβάλλοντας «ουτοπίες», άσχετα αν συχνά αυτές αποδείχτηκαν ακριβώς τέτοιες. Κανείς «ρεαλιστής» ηγέτης δεν βρέθηκε να υποστηρίξει τις ιδέες του Ολλανδού και όλοι γνωρίζουμε πως στην τελευταία δεκαετία όλα κινήθηκαν προς τις ακριβώς αντίθετες κατευθύνσεις από αυτές που θα επιθυμούσε. Οι ανισότητες μεγάλωσαν, οι εργοδότες ζητούν περισσότερη εργασία από τους πολίτες και περισσότερες φοροελαφρύνσεις από τους πολιτικούς.
Δεν υπάρχουν άλλωστε πολιτικοί που να διεκδικούν στα σοβαρά τον ρόλο του «ανυπάκουου» ηγέτη. Μόνο κάποιοι ακραίοι προβάλλουν τον ριζοσπαστικό συντηρητισμό, όπως τον είχε περιγράψει η Αυστριακή πολιτική επιστήμονας Νατάσα Στρομπλ, χωρίς συνήθως να κρύβουν τον θαυμασμό τους για «ηγεμόνες» σαν τον Πούτιν, τον Τραμπ ή τον Ερντογάν. Αλλά τότε μιλάμε πια για τον οριστικό θάνατο της δημοκρατίας.



