ενημέρωση 1:03, 30 July, 2026

Ο εισαγγελέας του ICC τα έβαλε με το Ισραήλ και τον έριξαν

Το όνομα του Χαν θα παραμείνει για πάντα συνυφασμένο με τα εντάλματα σύλληψης κατά του Νετανιάχου και του Γκάλαντ, τα οποία εξακολουθούν να συνιστούν την πιο ουσιαστική αντίδραση της διεθνούς κοινότητας στη γενοκτονία στη Γάζα.

Υπήρξε μία αποκαλυπτική ανάρτηση μέσα στον κυκεώνα αντιδράσεων που ακολούθησε την απολύτως προβλέψιμη απομάκρυνση του επικεφαλής εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, Καρίμ Χαν, την Παρασκευή.

Την έκανε ο Ντάνι Ντάνον, πρέσβης του Ισραήλ στα Ηνωμένα Έθνη, ο οποίος απηύθυνε προειδοποίηση στον δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ζόχραν Μαμντάνι. Ο Μαμντάνι είχε μόλις χαρακτηρίσει τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου εγκληματία πολέμου, λέγοντας ότι θα έπρεπε να συλληφθεί την επόμενη φορά που θα βρεθεί σε αμερικανικό έδαφος, αν και ο ίδιος παραδέχθηκε ότι δεν διαθέτει την εξουσία να το πράξει.

Ο Ντάνον επανέλαβε τον ισχυρισμό -που πλέον φαίνεται να παρουσιάζεται ως τετελεσμένο γεγονός- ότι ο Χαν χρησιμοποίησε τα εντάλματα σύλληψης κατά του Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας του Ισραήλ για να συγκαλύψει τις φερόμενες σεξουαλικές του παρατυπίες.

Όπως κατέστη σαφές από έρευνα του Middle East Eye, ο Χαν είχε κινήσει τη διαδικασία για τα εντάλματα έξι εβδομάδες προτού καν πληροφορηθεί τις καταγγελίες εις βάρος του. Ωστόσο, η αλήθεια, όπως και η τήρηση της διαδικασίας, δεν είχαν καμία σημασία κατά την εκστρατεία διάρκειας δεκαοκτώ μηνών που στόχευε στην απομάκρυνσή του.

Η εκστρατεία αυτή περιλάμβανε δημοσιεύματα στη Wall Street Journal, το Associated Press, τον Guardian και αργότερα το CNN, ιδιωτικές προειδοποιήσεις από τον τότε Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος του είπε ότι η Βρετανία θα διακόψει τη χρηματοδότηση του ΔΠΔ και θα αποσυρθεί από το Καταστατικό της Ρώμης εάν εκδοθούν τα εντάλματα, απειλές από Ρεπουμπλικανούς γερουσιαστές που δήλωσαν: «Στόχευσε το Ισραήλ και θα στοχεύσουμε εσένα», καθώς και το γεγονός ότι κατονομάστηκε δημόσια ως ύποπτος από την πρόεδρο της Συνέλευσης των Συμβαλλομένων Κρατών (ASP), τη Φινλανδή Πάιβι Κάουκοραντα, προτού καν του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Ο Ντάνον απείλησε τον Μαμντάνι ότι θα έχει την ίδια τύχη με τον Χαν. «@NYCMayor Ζόχραν Μαμντάνι, λάβε το υπόψη: η χρήση του Ισραήλ ως πολιτικού όπλου δεν θα σε προστατεύσει από τη λογοδοσία», έγραψε ο Ντάνον.

Ένα νέο προηγούμενο

Στο παρελθόν, το Ισραήλ προτιμούσε να δρα στο παρασκήνιο. Όταν επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στην προκάτοχο του Χαν, την επικεφαλής εισαγγελέα Φατού Μπενσούντα, το έκανε διακριτικά. Η πρώην εισαγγελέας περιέγραψε σε συνέντευξή της στο Al Jazeera μία συνάντηση με τον τότε επικεφαλής της Μοσάντ, Γιόσι Κοέν, σε ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ.

«Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήθελαν να συνεχιστούν οι έρευνες για την κατάσταση στην Παλαιστίνη», είπε. «Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα.» Όταν ρωτήθηκε αν ο Κοέν της είπε ότι το Ισραήλ θα μπορούσε να «φροντίσει» εκείνη και ότι η συνέχιση της έρευνας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια της οικογένειάς της, η Μπενσούντα απάντησε: «Ναι.Το έκανε.»

Ωστόσο, η εκστρατεία για την απομάκρυνση του Χαν δημιούργησε ένα νέο προηγούμενο. Το Ισραήλ ανέλαβε από την αρχή την ευθύνη για την εκστρατεία αυτή και δεν έκανε καμία προσπάθεια να αποκρύψει, ούτε από τον ίδιο τον Χαν ούτε από τη διεθνή κοινότητα, ότι βρισκόταν πίσω από τις καταγγελίες. Έστειλε ομάδα της Μοσάντ στη Χάγη, όπου κατοικεί ο Χαν, με σκοπό να τον εκφοβίσει. Διαβίβασε επίσης μηνύματα μέσω ενός Βρετανού δικηγόρου, αν και εκείνος δήλωσε στο Middle East Eye ότι ενεργούσε αποκλειστικά με προσωπική του πρωτοβουλία. Τέλος, ο ίδιος ο Νετανιάχου «αποκάλυψε» ότι ακόμη τέσσερις γυναίκες ετοιμάζονταν να καταθέσουν εναντίον του Χαν. Η δήλωση αυτή έγινε λίγες ώρες προτού ο Guardian ισχυριστεί ότι επρόκειτο να εμφανιστεί και δεύτερη γυναίκα.

Ο ισχυρισμός του Νετανιάχου δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ

Ο Χαν παρέμεινε αμετακίνητος στις θέσεις του και συνέχισε να πιστεύει ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο, θα σεβόταν τη δέουσα διαδικασία. Η πίστη αυτή, ωστόσο, ίσως αποδείχθηκε σοβαρά λανθασμένη. Οι καταγγελίες εις βάρος του Χαν ερευνήθηκαν για περισσότερο από έναν χρόνο από το Γραφείο Εσωτερικής Εποπτείας του ΟΗΕ (Office of Internal Oversight Services – OIOS). Η έρευνα κατέληξε σε 137 ευρήματα, κανένα από τα οποία δεν συνιστούσε παράπτωμα, πόσο μάλλον σεξουαλικό παράπτωμα.

Τα στοιχεία που συγκέντρωσε το OIOS εξετάστηκαν στη συνέχεια εξονυχιστικά από επιτροπή τριών ανώτερων διεθνών δικαστών, που είχαν οριστεί από τη Συνέλευση των Συμβαλλομένων Κρατών (ASP). Η δικαστική αυτή επιτροπή αποφάνθηκε ότι τα πορίσματα του OIOS «δεν αποδεικνύουν παράπτωμα ή παράβαση καθήκοντος» εκ μέρους του Χαν. Οι δικαστές εφάρμοσαν τα ίδια πρότυπα απόδειξης που χρησιμοποιεί και το ίδιο το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια εκστρατεία από την ίδια τη Συνέλευση των Συμβαλλομένων Κρατών με στόχο να υπονομευθεί η έκθεση των δικαστών που η ίδια είχε διορίσει.

Μια παρωδία δικαστηρίου

Αξίζει να σταθούμε σε αυτό το τελευταίο σημείο. Μιλάμε για ένα δικαστήριο, όπου οι δικαστές διορίζονται ακριβώς επειδή διαθέτουν την εμπειρία να αξιολογούν αποδεικτικά στοιχεία και να απονέμουν δικαιοσύνη. Κι όμως, εδώ, ένα πολιτικό όργανο αποτελούμενο από πρώην διπλωμάτες, διορισμένους από τα κράτη-μέλη, αποφάσισε να παρακάμψει τη νομική κρίση των ανώτερων δικαστών του και να επανεξετάσει μόνο του τις κατηγορίες, μετατρέποντας τη διαδικασία σε μια δίκη – παρωδία.

Αρκεί να φανταστεί κανείς ποια θα ήταν η αντίδραση των δυτικών κυβερνήσεων αν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν -εις βάρος του οποίου ο Χαν έχει επίσης εκδώσει ένταλμα σύλληψης- είχε επιχειρήσει να ασκήσει τις ίδιες πιέσεις στα κράτη-μέλη του ΔΠΔ που άσκησε ο Νετανιάχου. Και τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Για να απομακρύνει τον Χαν, το Προεδρείο της Συνέλευσης των Συμβαλλομένων Κρατών, το διοικητικό όργανο του Δικαστηρίου, έπρεπε να του στερήσει όχι μόνο τη δέουσα διαδικασία, αλλά ουσιαστικά οποιαδήποτε διαδικασία.

Μεταξύ άλλων:

  • Μέλη του Προεδρείου φέρονται να έλεγαν ιδιωτικά τόσο στην καταγγέλλουσα όσο και μεταξύ τους ότι ο Χαν ήταν ήδη «τελειωμένος».
  • Η κατηγορία βάσει της οποίας επρόκειτο να απομακρυνθεί άλλαξε χωρίς να ενημερωθεί ποτέ ο ίδιος.
  • Τροποποιήθηκαν ακόμη και οι κανόνες της ψηφοφορίας.

Η Μαργκαρέτα Κασανγκάνα, Πολωνή διπλωμάτης και αντιπρόεδρος της ASP, συναντήθηκε ιδιωτικά με την καταγγέλλουσα για να συζητήσει την υπόθεση πριν το Προεδρείο την παραπέμψει στο OIOS στα τέλη του 2024. Ένα ακόμη μέλος του Προεδρείου, η πρέσβειρα της Ουγκάντας Μίριαμ Μπλαάκ, φέρεται να είπε σε συνάδελφό της ότι πίστευε πως ο Χαν «ίσως να μην επιστρέψει», αναφερόμενη παράλληλα στην καταγγέλλουσα με προσωπικούς χαρακτηρισμούς.

 Στη συνέντευξή του, ο Χαν δήλωσε ότι το Προεδρείο επινοούσε τη διαδικασία στην πορεία. «Είναι μια διαδικασία φτιαγμένη για τον Χαν… ειδικά για μένα.» Στην ψηφοφορία για την αναστολή των καθηκόντων του, το Προεδρείο κατέληξε ότι είχε διαπράξει «σοβαρό παράπτωμα». Σύμφωνα με την απόφαση, ο Χαν είχε διατηρήσει σεξουαλική σχέση με την καταγγέλλουσα, κάτι που κρίθηκε ανάρμοστο λόγω της σχέσης εξουσίας μεταξύ τους.

Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν είχε ποτέ τεθεί υπόψιν του. Ο Χαν είχε αρχικά κατηγορηθεί ότι άγγιξε την καταγγέλλουσα και στη συνέχεια για βιασμό, ποτέ όμως για συναινετική σεξουαλική σχέση. Η ίδια η αφήγηση της καταγγέλλουσας βασιζόταν σε ισχυρισμούς περί μη συναινετικής συμπεριφοράς. Παρ’ όλα αυτά, το Προεδρείο τον απέλυσε με βάση μια κατηγορία που δεν του είχε ποτέ απαγγελθεί.

Και για να διασφαλιστεί ότι η δημόσια «εκτέλεση» του επικεφαλής εισαγγελέα θα πραγματοποιούνταν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, τροποποιήθηκε και η διαδικασία ψηφοφορίας: αντί για δύο στάδια, αποφασίστηκε μία μόνο ψηφοφορία, στερώντας έτσι από τη Συνέλευση των Συμβαλλομένων Κρατών τη δυνατότητα να διατυπώσει δική της κρίση για τον χαρακτήρα του φερόμενου παραπτώματος.

Τρία στρατόπεδα

Η εκστρατεία για την απομάκρυνση του Χαν δίχασε τους παρατηρητές σε τρία στρατόπεδα. Το πρώτο θεωρούσε ότι ήταν αθώος και ότι ολόκληρη η διαδικασία είχε ενορχηστρωθεί από το Ισραήλ. Το δεύτερο πίστευε ότι ήταν ένοχος και ότι χρησιμοποίησε τα εντάλματα σύλληψης ως μέσο συγκάλυψης. Ανάμεσα στα δύο υπήρχε μια τρίτη ομάδα, η οποία υποστήριζε ότι, ακόμη κι αν ο Χαν δεν ήταν πλέον «αξιόπιστος εισαγγελέας», το ουσιαστικό έργο του ως επικεφαλής εισαγγελέα παρέμενε έγκυρο και ότι η απομάκρυνσή του θα επέτρεπε στα εντάλματα που είχε ήδη κινήσει να προχωρήσουν.

Αυτή ήταν και η θέση του Κένεθ Ροθ, πρώην διευθυντή της Human Rights Watch. Ο Ροθ δήλωσε στο CNN ότι, αφού τα εντάλματα αποτελούσαν έργο ομάδας εισαγγελέων και είχαν εγκριθεί από τρεις δικαστές του προδικαστικού τμήματος, θα έπρεπε να συνεχίσουν να ισχύουν.

Μετά την απομάκρυνση του Χαν, το Γραφείο του Εισαγγελέα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ανακοίνωσε ότι το έργο του θα συνεχιστεί χωρίς διακοπή. Το ΔΠΔ έχει σήμερα περισσότερες από δώδεκα ενεργές έρευνες, μεταξύ άλλων για την Ουκρανία, το Νταρφούρ, τη Λιβύη και το Αφγανιστάν. Ωστόσο, όπως αποκάλυψε το Middle East Eye, το γραφείο του εισαγγελέα είχε επιδιώξει τον Απρίλιο να εκδώσει ένταλμα σύλληψης και κατά του Ισραηλινού υπουργού Οικονομικών, Μπεζαλέλ Σμότριτς, ενώ προετοιμαζόταν και δεύτερο ένταλμα για τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ. Οι σχετικές αιτήσεις ήταν έτοιμες πριν ο Χαν τεθεί σε άδεια, τον Μάιο του 2025. Έκτοτε, δεν έχει υπάρξει καμία εξέλιξη.

Τα αρχικά εντάλματα σύλληψης κατά του Νετανιάχου και του πρώην υπουργού Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ εξακολουθούν να ισχύουν και μόνο οι δικαστές μπορούν να τα ανακαλέσουν. Το Ισραήλ έχει καταθέσει σειρά νομικών προσφυγών, από τις οποίες δύο εξακολουθούν να εκκρεμούν. Η σημαντικότερη αφορά τον ισχυρισμό ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία επί Ισραηλινών υπηκόων, καθώς το Ισραήλ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο Καταστατικό της Ρώμης.

Η υπόθεση αυτή μεταφέρεται διαρκώς μεταξύ του Εφετείου και κατώτερου δικαστικού τμήματος και η τελική απόφαση ενδέχεται να μην εκδοθεί πριν από το 2027. Σε μία από τις πολλές προτάσεις που έγιναν προς τον Χαν προκειμένου να υποχωρήσει, του προτάθηκε ένας τρόπος να «κατέβει από το δέντρο», όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε. Συγκεκριμένα, του προτάθηκε να μετατρέψει τα εντάλματα σε εμπιστευτικά, ώστε το Ισραήλ να μπορέσει να τα αμφισβητήσει μακριά από τη δημοσιότητα.

Απ’ όσο είναι γνωστό, κάθε εργασία του ΔΠΔ που αφορά το Ισραήλ έχει ουσιαστικά παραλύσει. Επικεφαλής του γραφείου παραμένουν οι δύο αναπληρωτές εισαγγελείς, η Ναζχάτ Σαμίμ Χαν από τα Φίτζι και ο Μαμέ Μαντιάγι Νιανγκ από τη Σενεγάλη. Και οι δύο βρέθηκαν στο στόχαστρο αμερικανικών κυρώσεων, επειδή διατήρησαν σε ισχύ τα εντάλματα κατά των Νετανιάχου και Γκάλαντ όταν ανέλαβαν την ηγεσία του γραφείου. Όσοι πρωτοστάτησαν στην εκστρατεία απομάκρυνσης του Χαν εμφανίζονται πλέον θριαμβολογώντας και ζητούν νέα «θύματα».

Ποιος είναι ο επόμενος;

Πρώτον, είναι το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ. Ο εκπρόσωπός του, Τόμι Πίγκοτ, δήλωσε:

«Ο Καρίμ Χαν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφθοράς και της κατάχρησης εξουσίας του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Είναι θετικό που αποχώρησε, αλλά δεν ήταν παρά ένα μικρό γρανάζι ενός θεσμού που είναι αδιόρθωτα διεφθαρμένος. Η σημερινή εξέλιξη δεν θα επηρεάσει τα σχέδια των Ηνωμένων Πολιτειών να διαλύσουν το ΔΠΔ.»

Ο προϊστάμενός του, Μάρκο Ρούμπιο, έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να αποδομήσει το ΔΠΔ «τούβλο προς τούβλο». Όπως είπε:

«Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο επιδιώκει να μετατραπεί στον ανεξέλεγκτο διαιτητή ενός νέου παγκόσμιου δικαίου, με εξουσία να διώκει και να συλλαμβάνει τους πολίτες μας κατά βούληση, απειλώντας υπαρξιακά την αμερικανική κυριαρχία. Θα διδάξουμε στο ΔΠΔ τι σημαίνει πραγματικά η αποφασιστικότητα της Αμερικής.»

Ενθαρρυμένοι από την απομάκρυνση του Χαν, γνωστοί φιλοϊσραηλινοί νομικοί απειλούν πλέον ανοιχτά και άλλους αξιωματούχους, όπως τη Φραντσέσκα Αλμπανέζε, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Ο διευθυντής της οργάνωσης United Nations Watch, Χιλέλ Νόιερ, έγραψε:

«Τέρμα η ασυλία για διεθνείς αξιωματούχους που καταχρώνται το αξίωμά τους. Ο εισαγγελέας του ΔΠΔ Καρίμ Χαν κακοποίησε σεξουαλικά υπαλλήλους του. Η εκστρατεία μας για την απομάκρυνσή του πέτυχε – μόλις απολύθηκε.»

Και συνέχισε:

«Εσύ είσαι η επόμενη, Φραντζέσκα Αλμπανέζε. Η υποστήριξή σου στην τρομοκρατία της Χαμάς θα έχει συνέπειες.»

Σημειώστε τη λέξη «μας».

Ωστόσο, σε αυτό το σημείο, ο Νόιερ ήταν μάλλον ακριβής. Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σαάρ διαδραμάτισε «ενεργό ρόλο» στην απόφαση των κρατών-μελών του ΔΠΔ να απομακρύνουν τον Χαν. Σύμφωνα με τον διπλωματικό συντάκτη του i24 News, Γκάι Αζριέλ, ο Σαάρ συντόνισε «ειδική ομάδα εργασίας και ανέπτυξε εντατικές διπλωματικές προσπάθειες με στόχο την απομάκρυνση του Χαν από το αξίωμά του».

Χαιρετίζοντας την απόφαση, ο Νετανιάχου αποκάλυψε ότι συζήτησε με τον Ρούμπιο το ενδεχόμενο να δοθεί στο ΔΠΔ το τελικό, αποφασιστικό πλήγμα. «Επανέλαβε την αποφασιστικότητα της Αμερικής να δράσει δυναμικά εναντίον αυτού του θεσμού – ενός θεσμού που υπονομεύει τη δικαιοσύνη, επιτίθεται σε δημοκρατικά και κυρίαρχα κράτη και επιχειρεί να υποτάξει την ασφάλειά τους στις αποφάσεις μη εκλεγμένων και διεφθαρμένων αξιωματούχων της Χάγης», έγραψε ο Νετανιάχου.

Συμμετέχοντας στην εκστρατεία εναντίον του Χαν, ο Κένεθ Ροθ δεν προστάτευσε ούτε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ούτε τους συναδέλφους του στον χώρο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τέτοιου είδους επιθέσεις. Αντίθετα, τους εξέθεσε ακόμη περισσότερο.

Μια χαμένη μάχη

Είναι χαρακτηριστικό ότι, την ίδια ημέρα που απομακρύνθηκε ο Χαν, τα Ηνωμένα Έθνη ψήφισαν υπέρ της ανανέωσης της θητείας του Αυστριακού νομικού Φόλκερ Τουρκ για ακόμη τέσσερα χρόνια στη θέση του Ύπατου Αρμοστή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Το Ισραήλ αγνόησε αυτή την εξέλιξη και δεν κατέβαλε καμία εμφανή προσπάθεια να την αποτρέψει.

Ο λόγος είναι ότι γνωρίζει πως όσα κάνει ο ΟΗΕ είναι, στην πράξη, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Έχει εκδώσει αμέτρητα ψηφίσματα, ανακοινώσεις και εκθέσεις, χωρίς τίποτε να αλλάξει για την κατοχή – παρά μόνο προς το χειρότερο.

Αυτό όμως που έκανε ο Καρίμ Χαν είχε πραγματική ισχύ. Ήταν η σοβαρότερη διεθνής απειλή που αντιμετώπισε το Ισραήλ από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος στη Γάζα, τον οποίο ο ίδιος χαρακτηρίζει γενοκτονία. Γι’ αυτό, υποστηρίζει, ο Χαν έπρεπε να απομακρυνθεί.

Το Ισραήλ δίνει μια μάχη που τελικά θα χάσει. Το βίντεο του Ζόχραν Μαμντάνι, στο οποίο χαρακτηρίζει τον Νετανιάχου εγκληματία πολέμου, ξεπέρασε τα 200 εκατομμύρια προβολές.

Μετά την απομάκρυνση του Χαν, η YouGov ρώτησε Αμερικανούς πολίτες αν οι αμερικανικές αρχές θα έπρεπε να συλλάβουν τον Νετανιάχου κατά την επόμενη επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 46% απάντησε «ναι», το 28% «όχι» και το 25% δήλωσε αναποφάσιστο. Την επόμενη ημέρα, ο δήμαρχος του Λονδίνου, Σαντίκ Χαν, δήλωσε ότι ο Νετανιάχου είναι εγκληματίας πολέμου και ότι δεν είναι ευπρόσδεκτος στο Λονδίνο. Αυτή είναι η κληρονομιά ενός επίμονου Βρετανού εισαγγελέα που αρνήθηκε να εκφοβιστεί.

Τα κράτη-μέλη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου απέτυχαν στη δοκιμασία της υπεράσπισης της διεθνούς δικαιοσύνης. Όπως είχε αποκαλύψει το Middle East Eye το προηγούμενο έτος, ο Ντέιβιντ Κάμερον, όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών της συντηρητικής κυβέρνησης της Βρετανίας, εργάστηκε για να υπονομεύσει την έρευνα του Χαν σχετικά με το Ισραήλ. Ωστόσο, η κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον Κιρ Στάρμερ, παρότι δήλωνε δημόσια ότι στηρίζει το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, αρνήθηκε να διερευνήσει την απόπειρα του Κάμερον να απειλήσει τον Χαν, παρά τις σχετικές εκκλήσεις βουλευτών του ίδιου του κυβερνώντος κόμματος. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση Στάρμερ ενημέρωσε τον Χαν, πριν από την ψηφοφορία για την απομάκρυνσή του, ότι δεν επρόκειτο να τον στηρίξει ως εισαγγελέα, παρότι οι Βρετανοί αξιωματούχοι δεν είχαν εξετάσει τα πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.

Τις τελευταίες εβδομάδες της πρωθυπουργίας Στάρμερ, η κυβέρνηση απέρριψε ακόμη και αίτημα του Χαν για συνάντηση. Εκτός αν ο διάδοχος του Στάρμερ, Άντι Μπέρναμ, άλλαξε δραστικά αυτή την πολιτική μέσα στην εβδομάδα που προηγήθηκε της ψηφοφορίας, η Βρετανία υπήρξε πλήρως συνένοχη στην αποπομπή του Χαν. Ο εκλιπών γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ είχε δηλώσει κάποτε ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι μόνο για «Αφρικανούς και κακοποιούς, όπως ο Πούτιν. Όχι για δημοκρατίες, όπως το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες».

Αυτή ακριβώς ήταν τελικά και η συμπεριφορά της πλειονότητας των κρατών-μελών του Δικαστηρίου. Όταν βρέθηκαν υπό πίεση, υπέκυψαν – και αυτό, δυστυχώς, περιλάμβανε και χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου. Όταν οι ίδιες χρειαστούν διεθνή δικαιοσύνη και διαπιστώσουν ότι αυτή δεν υπάρχει, θα μπορούν να κατηγορούν μόνο τον εαυτό τους.

Ό,τι κι αν συμβεί πλέον στον Καρίμ Χαν, το όνομά του θα παραμείνει για πάντα συνδεδεμένο με τα εντάλματα σύλληψης κατά των Νετανιάχου και Γκάλαντ, τα οποία αποτελούν τη σημαντικότερη, ουσιαστικότερη και αποτελεσματικότερη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας απέναντι στα γεγονότα στη Γάζα. Όλες οι υπόλοιπες αντιδράσεις ήταν απλώς ρητορικές. Γι’ αυτό το Ισραήλ κατέβαλε τόσο μεγάλη προσπάθεια για να απομακρύνει τον Χαν.

Τα εντάλματα αυτά ανέδειξαν τα φερόμενα ισραηλινά εγκλήματα πολέμου περισσότερο από ποτέ άλλοτε και, για πρώτη φορά στην ιστορία της σύγκρουσης, κατέστησαν υπόλογους τους ανώτατους κρατικούς αξιωματούχους.

Ο Καρίμ Χαν τόλμησε να σταθεί απέναντι στους ισχυρούς και να επιδιώξει δικαιοσύνη για τα θύματα.

Αυτή θα είναι η πραγματική του κληρονομιά.

Πηγή: infowar

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.