ενημέρωση 4:49, 28 July, 2026

Φταίει ο Μωάμεθ, ο Μαμντάνι ή μήπως ο Μαρξ;

Η επίθεση με μαχαίρι εναντίον δυο ανδρών, ενός ασιατικής καταγωγής και ενός Εβραίου, στο Upper West Side του Μανχάταν αξιοποιήθηκε πολιτικά από το ισραηλινό λόμπι των ΗΠΑ και φιλοϊσραηλινές οργανώσεις, προκειμένου να στραφούν εναντίον του δημάρχου της Νέας Υόρκης, Ζόχραν Μαμντάνι, και ευρύτερα του αριστερού φιλοπαλαιστινιακού πολιτικού ρεύματος. Στη συνέχεια η επίθεση συνδέθηκε με την κατοχή βιβλίων του Καρλ Μαρξ και την κριτική του καπιταλισμού!

Σύμφωνα με το Jewish Currents, ένα από τα παλαιότερα εβραϊκά περιοδικά, η σιωνιστική αντίδραση ξεκίνησε πριν ακόμη ολοκληρωθεί η αστυνομική έρευνα για τα κίνητρα του δράστη. Λιγότερο από τρεις ώρες μετά την επίθεση, πολιτικοί και οργανώσεις χαρακτήριζαν ήδη το περιστατικό «αντισημιτικό» και συνέδεαν το γεγονός με τη δημόσια ρητορική του Μαμντάνι. Όπως σημειώνει το Jewish Currents, η πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Τζούλι Μένιν έκανε λόγο για ένα αποτρόπαιο γεγονός που συνέβη στην πόλη, ενώ αργότερα η UJA-Federation of New York υποστήριξε ότι η επίθεση συνέβη «λίγο αφότου ο δήμαρχος Μαμντάνι χρησιμοποίησε για άλλη μία φορά την πλατφόρμα του για να επιτεθεί με ιδιαίτερη σφοδρότητα στο Ισραήλ».

Το περιοδικό ορθώς -όπως θα αποδειχτεί και στη συνέχεια- εντάσσει αυτή την αντίδραση σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, καθώς οι ηγετικές οργανώσεις της φιλο-ισραηλινής εβραϊκής κοινότητας είχαν ήδη υποστεί σειρά πολιτικών αποτυχιών έναντι του Μαμντάνι- από την αδυναμία τους να αποτρέψουν την εκλογή του μέχρι τις ήττες που υπέστησαν στις πρόσφατες προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών. Έτσι, σύμφωνα με το περιοδικό, η επίθεση αποτέλεσε την τέλεια ευκαιρία για να ανακτηθεί το πολιτικό έδαφος.

Δύο ημέρες πριν από την επίθεση άλλωστε ο Μαμντάνι είχε δημοσιεύσει βίντεο, όπου κατονόμασε τον Νετανιάχου ως εγκληματία πολέμου. Στο συγκεκριμένο βίντεο «ο Μαμντάνι δεν ανέφερε τους Εβραίους, ούτε καν το κράτος του Ισραήλ». Επικεντρώθηκε αποκλειστικά στον Νετανιάχου και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα όπως αναφέρει και το περιοδικό, υπογραμμίζοντας ότι φιλοϊσραηλινές οργανώσεις επιχείρησαν ήδη από την προηγούμενη κιόλας ημέρα να παρουσιάσουν το βίντεο ως απειλή για την ασφάλεια των Εβραίων. Έτσι, όταν σημειώθηκε η επίθεση την Πέμπτη, υπήρχε ήδη ένα πολιτικό αφήγημα έτοιμο να συνδέσει το περιστατικό με τον Μαμντάνι. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία ανώνυμου προσώπου κοντά στο δημαρχείο της Νέας Υόρκης, το οποίο δήλωσε: «Ό,τι κι αν συνέβαινε, το επόμενο τρομερό περιστατικό εις βάρος ενός Εβραίου θα αποδιδόταν στον δήμαρχο».

Ο Μπραντ Λάντερ, Εβραίος πολιτικός και σύμμαχος του Μαμντάνι αφού απέρριψε κάθε σύνδεση του δημάρχου με την επίθεση, προσέθεσε ότι η προσπάθεια σύνδεσης του περιστατικού με τον Μαμντάνι αποτελεί «πολιτική προσπάθεια φίμωσης της κριτικής προς το Ισραήλ». Σύμφωνα με τον Λάντερ, «αυτό εννοούμε όταν μιλάμε για εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού. Δεν βοηθά καθόλου στην καταπολέμηση του αντισημιτισμού».

Ο Ισραηλινός υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ, καθώς και οι Δημοκρατικοί βουλευτές Ρίτσι Τόρες και Νταν Γκόλντμαν, δημοσίευσαν σχεδόν ταυτόσημες αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την καταληκτική φράση «Enough is enough». Επιπλέον, το Project Halo πρότεινε στις εβραϊκές κοινότητες να υποστηρίζουν δημόσια ότι η επίθεση «δείχνει τον κίνδυνο που μπορεί να έχει η αντιϊσραηλινή ρητορική για την ασφάλεια των Εβραίων σε όλο τον κόσμο», ενώ ο επικεφαλής της Anti-Defamation League, Τζόναθαν Γκρίνμπλατ, ζήτησε την παραίτηση του Μαμντάνι.

Στη συνέντευξη Τύπου που οργανώθηκε την επόμενη ημέρα από φιλο-ισραηλινές εβραϊκές οργανώσεις και αιρετούς αξιωματούχους, ο επικεφαλής της UJA-Federation, Έρικ Γκόλντσταϊν, κατηγόρησε τον Μαμντάνι ότι χρησιμοποιεί «την πιο δαιμονοποιητική ρητορική» απέναντι στο μοναδικό εβραϊκό κράτος και ότι τα λόγια του «υποκινούν, τρομοκρατούν και οδηγούν ανθρώπους σε αποτρόπαιες πράξεις».

Παράλληλα, μέχρι εκείνη τη στιγμή οι αρχές δεν είχαν καταλήξει σε σαφή συμπεράσματα για τα κίνητρα του δράστη. Η αστυνομία είχε αναφέρει ότι ο ύποπτος φώναζε «Allahu Akbar» κατά τη διάρκεια των επιθέσεων, αλλά ταυτόχρονα είχε δηλώσει ότι «η ψυχική υγεία ενδέχεται να έπαιξε ρόλο». Επιπλέον, ούτε η αστυνομία ούτε οι εισαγγελικές αρχές είχαν ανακοινώσει ότι ο Εβραίος τραυματίας στοχοποιήθηκε εξαιτίας της θρησκευτικής του ταυτότητας. Η περιοχή όπου σημειώθηκε η επίθεση αποτελεί σημαντικό κέντρο της σύγχρονης ορθόδοξης εβραϊκής κοινότητας της Νέας Υόρκης, γεγονός που ενίσχυσε τον φόβο και την ανασφάλεια των κατοίκων.

Το κερασάκι στην τούρτα έβαλε ίσως η New York Post, η οποία με δημοσιεύμα της ενημέρωσε το κοινό ότι στο διαμέρισμα του δράστη βρέθηκε βιβλίο του Μαρξ, ο οποίος όπως εξηγεί η εφημερίδα στους αναγνώστες της «θεωρείται ευρέως ο πατέρας του κομμουνισμού». Για να είμαστε δίκαιοι, η εφημερίδα ρώτησε την αστυνομία της Νέας Υόρκης (NYPD) ποιο ήταν το βιβλίο που βρέθηκε χωρίς να πάρει απάντηση. Όπως αναφέρει το δημοσίευμα «Ο Γερμανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα έγραψε μεταξύ άλλων το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο”, σε συνεργασία με τον Φρίντριχ Ένγκελς, καθώς και το “Το Κεφάλαιο”, έργο που ασκεί δριμεία κριτική στον καπιταλισμό».

Τώρα που ο καινούριος μπαμπούλας στις ΗΠΑ του Τραμπ είναι σύμφωνα με το Μάρκο Ρούμπιο «αριστερή τρομοκρατία» και πιο συγκεκριμένα οι «βίαιοι αριστεροί εξτρεμιστές, συμπεριλαμβανομένων των αναρχικών και των αντιφασιστών», δεν προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση η προσπάθεια σύνδεσης του δράστη με τον Μαρξ.

Μπορεί μεν το αφήγημα περί «αριστερής τρομοκρατίας» φαίνεται να εδραιώνεται μέσα από μια επίθεση της οποίας τα κίνητρα παραμένουν ασαφή και η οποία, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι στιγμής στοιχεία, δεν μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί αντισημιτική. Αυτό, ωστόσο, δεν εμπόδισε φιλοϊσραηλινές οργανώσεις και τα μέσα ενημέρωσης που τις στηρίζουν να την αξιοποιήσουν πολιτικά. Αφενός, επιχείρησαν να περιορίσουν τη δημόσια κριτική προς την κυβέρνηση Νετανιάχου, στοχοποιώντας τον Ζόχραν Μαμντάνι και το φιλοπαλαιστινιακό ρεύμα που εκπροσωπεί. Αφετέρου, η υπόθεση παρουσιάστηκε ως επιβεβαίωση της ανάγκης για την εκστρατεία της κυβέρνησης κατά των αντιφασιστικών κινημάτων και της Αριστεράς γενικότερα. Και βεβαίως, το πρόσθετο «ενοχοποιητικό στοιχείο», ότι στο σπίτι του δράστη βρέθηκε ένα βιβλίο του Μαρξ, καθώς όπως γνωρίζουμε όλοι καλά, η κριτική στον καπιταλισμό αποτελεί από μόνη της απόδειξη εξτρεμισμού.

 Το Jewish Currents από τη μεριά του επισημαίνει ότι η ταύτιση κάθε κριτικής προς την κυβέρνηση Νετανιάχου με επίθεση κατά όλων των Εβραίων είναι πολιτικά και κοινωνικά επικίνδυνη, καθώς η οργή απέναντι στις πράξεις της ισραηλινής κυβέρνησης μπορεί πράγματι να επιστρέψει «με τη μορφή αντισημιτικών επιθέσεων». Αλλά και η Μπεθ Μίλερ από την Jewish Voice for Peace Action υποστηρίζει ότι οργανώσεις του σιωνιστικού λόμπι, όπως η UJA και η ADL, «προωθούν διαρκώς μια αφήγηση που ταυτίζει όλους τους Εβραίους με έναν εγκληματία πολέμου και με ένα κράτος που διαπράττει γενοκτονία» και καταλήγει λέγοντας: «Αυτό είναι επικίνδυνο. Και αυτό είναι που θέτει τους Εβραίους σε κίνδυνο».
Πηγή: infowar

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.