ενημέρωση 3:23, 14 July, 2026

Γερμανία και Ιαπωνία σε κούρσα επανεξοπλισμού

Ογδόντα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία και η Ιαπωνία φαίνεται να μπαίνουν σε μια νέα εποχή στρατιωτικής ενίσχυσης. Οι δύο χώρες, που κάποτε συμμάχησαν ως μέλη του Αξονα και γνώρισαν την ολοκληρωτική ήττα αφού αιματοκύλισαν την υφήλιο, επανεξετάζουν σήμερα τις αμυντικές τους στρατηγικές στο πλαίσιο ενός ολοένα πιο αβέβαιου διεθνούς περιβάλλοντος 

Το 1940, τα καθεστώτα της Γερμανίας και της Ιαπωνίας εντάχθηκαν στις Δυνάμεις του Αξονα, δεμένες από την αμοιβαία αντίθεσή τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολέμησαν σε έναν παγκόσμιο πόλεμο και τον έχασαν, και οι κοινωνίες τους, υπενθυμίζουν οι New York Times, πέρασαν τα επόμενα 85 χρόνια με συρρικνωμένους στρατούς και μεγάλη εξάρτηση από τον πρώην εχθρό τους, την Αμερική, για την ασφάλειά τους. Σήμερα, όμως, η δυσπιστία απέναντι στην αμερικανική αξιοπιστία επανέρχεται, αν και με διαφορετικό τρόπο. Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον ο εχθρός για την Ιαπωνία και τη Γερμανία, αλλά ο σύμμαχος που τους γυρίζει την πλάτη.

Την ίδια στιγμή, σημειώνουν οι ΝΥΤ, εντείνονται οι ανησυχίες για την αυξανόμενη ισχύ της Κίνας και τη δυναμική, συχνά επιθετική, στάση της Ρωσίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα, το Τόκιο και το Βερολίνο επιταχύνουν την ανασυγκρότηση των ενόπλων δυνάμεών τους και ενισχύουν εκ νέου τη μεταξύ τους συνεργασία. Η προσέγγιση αυτή αναμένεται να αποκτήσει μεγαλύτερη δυναμική κατά την συνάντηση των ηγετών της Ομάδας των Επτά, που ξεκινά τη Δευτέρα στο Εβιάν της Γαλλίας. Hδη, οι δύο χώρες ανταλλάσσουν τεχνογνωσία, αναπτύσσουν κοινές τεχνολογικές εφαρμογές και συνεργάζονται σε εξοπλιστικά προγράμματα που περιλαμβάνουν μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ελικόπτερα, κρίσιμα εργαλεία για τα σχέδια επανεξοπλισμού τους.

Παρά τις ιστορικές αναλογίες, γράφουν οι NYT, η σημερινή συνεργασία απέχει πολύ από μια αναβίωση του Αξονα. Αυτήν τη φορά, η Γερμανία και η Ιαπωνία παρουσιάζουν τις πρωτοβουλίες τους ως αμυντική αναγκαιότητα. Το Βερολίνο στηρίζει ενεργά την Ουκρανία απέναντι στη ρωσική εισβολή, ενώ το Τόκιο δηλώνει ότι ανησυχεί για τις απειλές που προέρχονται από την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα. Παράλληλα, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασίας με άλλες μεσαίες δυνάμεις, όπως η Βρετανία, ο Καναδάς και η Γαλλία, χώρες που υπήρξαν αντίπαλοί τους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Προβάλλουν, αμφότερες, τον εαυτό τους ως υπερασπιστή της διεθνούς νομιμότητας και των πολυμερών θεσμών, οι οποίοι λειτουργούν ως ανάχωμα απέναντι στις πιέσεις των ισχυρότερων κρατών.

Ο Μπόρις Πιστόριους, υπουργός Αμυνας της Γερμανίας, δήλωσε τον Μάρτιο, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του σε ιαπωνική ναυτική βάση, ότι «χώρες όπως η Γερμανία και η Ιαπωνία, που εξακολουθούν να πιστεύουν στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, οφείλουν να έρθουν ακόμη πιο κοντά και να καταστήσουν σαφές τι ακριβώς υπερασπίζονται». Μετά τον πόλεμο, σημειώνουν οι ΝΥΤ, και οι δύο χώρες επικεντρώθηκαν στην ανοικοδόμηση και την οικονομική ανάπτυξη. Η ασφάλεια των πολιτών τους στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Στη διαιρεμένη Γερμανία, οι ΗΠΑ εγκατέστησαν μεγάλες στρατιωτικές βάσεις και χιλιάδες στρατιώτες στο δυτικό τμήμα της χώρας, το οποίο αποτελούσε προκεχωρημένο φυλάκιο του Ψυχρού Πολέμου απέναντι στη Σοβιετική Ενωση.

Παρότι τόσο η Ανατολική όσο και η Δυτική Γερμανία διέθεταν ισχυρούς στρατούς, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η επανενωμένη χώρα προτίμησε να επενδύσει περισσότερο σε κοινωνικές πολιτικές παρά στην άμυνα. Στην Ιαπωνία, το μεταπολεμικό Σύνταγμα επιβλήθηκε υπό την εποπτεία του αμερικανού στρατηγού Ντάγκλας ΜακΑρθουρ. Το κείμενο αυτό, σύμφωνα με τους ΝΥΤ, απέρριπτε τον πόλεμο ως μέσο επίλυσης διαφορών και επέτρεπε τη διατήρηση στρατιωτικών δυνάμεων αποκλειστικά για αμυντικούς σκοπούς. Ετσι δημιουργήθηκαν οι Δυνάμεις Αυτοάμυνας (JSDF), ο επίσημος τίτλος που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για τον ιαπωνικό στρατό.

Για δεκαετίες, ισχυρά αντιμιλιταριστικά κινήματα προωθούσαν αξίες όπως η ειρήνη, η διπλωματία, το ελεύθερο εμπόριο και οι πολιτιστικές ανταλλαγές. Το κλίμα αυτό έχει υποχωρήσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, γράφουν οι ΝΥΤ, ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και την πιο διεκδικητική πολιτική της Κίνας υπό την ηγεσία του Σι Τζινπίνγκ. Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις έπαιξαν και οι τοποθετήσεις του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με την φθίνουσα αμερικανική δέσμευση στην ευρωπαϊκή ασφάλεια, καθώς και η προθυμία του να επιδιώξει εμπορικές συμφωνίες με το Πεκίνο. Οι εξελίξεις αυτές, εκτιμούν οι ΝΥΤ,  ενίσχυσαν την πεποίθηση ότι η Γερμανία και η Ιαπωνία πρέπει να ενισχύσουν τις δικές τους στρατιωτικές δυνατότητες.

Ο Τόμας Μπέργκερ, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βοστόνης και ερευνητής της μεταπολεμικής ιστορίας των δύο χωρών, υπογράμμισε ότι η Γερμανία και η Ιαπωνία ευθύνονται για «ίσως τη μεγαλύτερη καταστροφή του εικοστού αιώνα», αναφερόμενος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οπως εξήγησε στους ΝΥΤ, η ήττα τους «διέλυσε τις αντιλήψεις τους για την αυτοκρατορική ισχύ και τη στρατιωτικοποίηση». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι η απρόβλεπτη στάση των ΗΠΑ δημιουργεί έναν δικαιολογημένο φόβο εγκατάλειψης. Λίγο πριν αναλάβει τη γερμανική καγκελαρία, ο Φρίντριχ Μερτς προώθησε την αναστολή των δημοσιονομικών περιορισμών που εμπόδιζαν τον κρατικό δανεισμό, με στόχο τη σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών.

Εφόσον συνεχιστεί αυτή η πορεία, γράφουν οι ΝΥΤ, η Γερμανία θα μπορούσε σύντομα να δαπανά για την άμυνα περισσότερα από όσα διαθέτουν συνολικά η Γαλλία και η Βρετανία. Η Ιαπωνία επενδύει περίπου τα μισά ποσά, ωστόσο εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που δαπανούν τα μεγαλύτερα ποσά για την Αμυνα παγκοσμίως. Ο φετινός αμυντικός προϋπολογισμός της ανέρχεται περίπου στα 58 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Σαναέ Τακαΐτσι, πρωθυπουργός της Ιαπωνίας και συντηρητική πολιτικός, εξελέγη προβάλλοντας την ανάγκη αναζωογόνησης των ενόπλων δυνάμεων. Εχει αναπτύξει πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς στη νότια Ιαπωνία, με δυνατότητα να πλήξουν στόχους στην Κίνα, ενώ έχει ήδη ανατρέψει τους μεταπολεμικούς περιορισμούς στις εξαγωγές οπλικών συστημάτων.

Η Κίνα και η Ρωσία κατηγορούν την Τακαΐτσι ότι επιδιώκει την αναβίωση του ιαπωνικού μιλιταρισμού. Η ίδια, σημειώνουν οι ΝΥΤ, απορρίπτει τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η χώρα της αντιμετωπίζει το δυσκολότερο περιβάλλον ασφαλείας από το τέλος του πολέμου. Οπως δήλωσε, «καμία χώρα δεν μπορεί πλέον να διασφαλίσει μόνη της την ειρήνη και την ασφάλειά της». Πρόσθεσε ακόμη ότι «δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό η προσήλωσή μας στην πορεία ενός έθνους που αγαπά την ειρήνη εδώ και περισσότερα από ογδόντα χρόνια». Στη Γερμανία, η κοινή γνώμη αποδέχεται τον επανεξοπλισμό με επιφυλάξεις, αλλά ταχύτερα από ό,τι συμβαίνει στην Ιαπωνία.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα των Γερμανών θεωρεί τον κόσμο πιο επικίνδυνο ακόμη και από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, ενώ περίπου τα δύο τρίτα υποστηρίζουν την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Αντίθετα, στο Τόκιο χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν εναντίον των πολιτικών ασφαλείας της κυβέρνησης. Οι διαμαρτυρίες, γράφουν οι ΝΥΤ, επικεντρώθηκαν στις εξαγωγές όπλων και στη δημιουργία εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών, ενώ εκφράστηκαν φόβοι ότι ενδέχεται να καταργηθεί το Αρθρο 9 του Συντάγματος, το οποίο αποκηρύσσει ρητά τον πόλεμο σε κάθε του μορφή. Η 37χρονη ακτιβίστρια Ναόκο Χισιγιάμα, μία από τις διοργανώτριες των κινητοποιήσεων, προειδοποιεί ότι «οι πολιτικές της κυρίας Τακαΐτσι προκαλούν βαθιά ανησυχία, καθώς στοχεύουν στη μετατροπή της Ιαπωνίας σε στρατιωτική δύναμη».

Η Αλεξάνδρα Σακάκι, ερευνήτρια του Γερμανικού Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας με ειδίκευση στην Ιαπωνία, λέει στους ΝΥΤ ότι ο επανεξοπλισμός θα απαιτήσει βαθύτερες αλλαγές νοοτροπίας: «Οι κοινωνίες πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με το στρατό. Θα είναι έτοιμες για μάχη; Θα είναι έτοιμες να πολεμήσουν; Η Γερμανία και η Ιαπωνία χρειάζονται τη στήριξη των πολιτών για να υλοποιήσουν αυτό το όραμα», εκτιμά. Μία χώρα, πάντως, αντιμετωπίζει θετικά αυτές τις εξελίξεις: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ υποστήριζε διαχρονικά ότι οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον οφείλουν να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά τους.

Σε συνάντησή του με τον Φρίντριχ Μερτς, χαιρέτισε την αύξηση των γερμανικών αμυντικών δαπανών, αν και με μια δόση επιφύλαξης. Από την άλλη, σημειώνουν οι ΝΥΤ, με τη χαρακτηριστική του ειρωνεία, παρατήρησε ότι ίσως οι αμερικανοί ηγέτες που νίκησαν τη ναζιστική Γερμανία να μην έβλεπαν τόσο θετικά μια νέα στρατιωτικά ισχυρή Γερμανία. «Δεν είμαι βέβαιος ότι ο στρατηγός Ντάγκλας ΜακΑρθουρ θα θεωρούσε αυτή την εξέλιξη κάτι θετικό», σχολίασε. Ισως να έχει δίκιο. 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.