Ο Μερτς βγάζει τους γερμανούς κατασκόπους «από το κρύο»
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Ο καγκελάριος της Γερμανίας επιδιώκει να διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (BND), δίνοντάς της τη δυνατότητα όχι μόνο να συλλέγει και να αναλύει πληροφορίες, αλλά και να προβαίνει σε πιο ενεργές επιχειρήσεις. Το Βερολίνο θεωρεί ότι η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως υπό την προεδρία Τραμπ, επιβάλλει μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα της ασφάλειας
Η Γερμανία ετοιμάζεται να ενισχύσει δραστικά την ομοσπονδιακή υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών, επιδιώκοντας να άρει σημαντικούς μεταπολεμικούς περιορισμούς που τη δεσμεύουν εδώ και δεκαετίες. Το Βερολίνο θεωρεί ότι η αυξανόμενη αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδίως υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, επιβάλλει μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα της ασφάλειας και των πληροφοριών. Οπως λένε στο Politico γερμανοί αξιωματούχοι, στο Βερολίνο υπάρχει έντονη ανησυχία ότι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να περιορίσει ή να διακόψει το διαμοιρασμό πληροφοριών με την Ευρώπη, ή ακόμη και να χρησιμοποιήσει την εξάρτηση των Ευρωπαίων ως μοχλό πίεσης. Ετσι, όπως η Γερμανία έχει ήδη ξεκινήσει να ενισχύει τις ένοπλες δυνάμεις της για να αποκτήσει μεγαλύτερη στρατηγική ανεξαρτησία, πρέπει να ενισχυθεί και η υπηρεσία πληροφοριών της.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιδιώκει να διευρύνει τις αρμοδιότητες της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Bundesnachrichtendienst – BND), δίνοντάς της τη δυνατότητα όχι μόνο να συλλέγει και να αναλύει πληροφορίες, αλλά και να προβαίνει σε πιο ενεργές επιχειρήσεις: από δολιοφθορές έως κυβερνοεπιθέσεις και πιο επιθετική κατασκοπεία. Ο επικεφαλής του σχεδιασμού της μεταρρύθμισης, Θόρστεν Φράι, παρομοίασε τη μεταβολή αυτή με το «Zeitenwende» (Ιστορικό Σημείο Καμπής), τον ιστορικό όρο που χρησιμοποίησε ο πρώην καγκελάριος Ολαφ Σολτς μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, για να περιγράψει τη στροφή στη γερμανική αμυντική πολιτική. Οπως τότε αυξήθηκαν οι αμυντικές δαπάνες, σύμφωνα με τον Μερτς, τώρα πρέπει να συμβεί το ίδιο στον τομέα των πληροφοριών.
Οι αυστηροί περιορισμοί που βαραίνουν την BND έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες, γράφει το Politico. Η υπηρεσία ιδρύθηκε το 1956, σε μια περίοδο κατά την οποία η γερμανική κοινωνία επιχειρούσε να θωρακιστεί απέναντι σε οποιαδήποτε επανάληψη των εγκλημάτων της ναζιστικής περιόδου. Η μνήμη της Γκεστάπο και των Ες Ες οδήγησε σε αυστηρό διαχωρισμό της εξωτερικής κατασκοπείας από την εσωτερική αστυνόμευση, σε κοινοβουλευτικό έλεγχο και σε περιορισμό των αρμοδιοτήτων αποκλειστικά στη συλλογή και ανάλυση πληροφοριών. Οι πράκτορες της BND, ακόμη και σήμερα, δεν διαθέτουν εξουσίες άμεσης παρέμβασης. Μπορούν να εντοπίσουν, για παράδειγμα, προετοιμασία κυβερνοεπίθεσης μέσω παρακολούθησης, αλλά δεν έχουν νομική δυνατότητα να τη ματαιώσουν μόνοι τους.
Η αυστηρή γερμανική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων, επηρεασμένη και από την εμπειρία της ανατολικογερμανικής Στάζι, περιορίζει επιπλέον τη δράση της υπηρεσίας, καθώς υποχρεώνει σε εκτεταμένη διαγραφής των προσωπικών στοιχείων, πριν από τη διαβίβασή τους σε τρίτους. Πολλοί γερμανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι αυτές οι δικλίδες ασφαλείας δεν ανταποκρίνονται πλέον στις σύγχρονες απειλές, ιδίως απέναντι στη Ρωσία. Οπως λένε στο Politico, εάν η χώρα δέχεται επιθέσεις ή απόπειρες δολιοφθοράς, δεν αρκεί να παρακολουθεί παθητικά· χρειάζεται και ικανότητα άμεσης αντίδρασης. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, επισημαίνουν, άλλες μεγάλες δυνάμεις διαθέτουν υπηρεσίες που συνδυάζουν συλλογή πληροφοριών και επιχειρησιακή δράση.
Η αμερικανική CIA είναι ένα κατ’ εξοχήν παράδειγμα. Η αδυναμία αυτή έχει οδηγήσει τη Γερμανία σε έντονη εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Αμερικανικές υπηρεσίες έχουν κατά καιρούς προειδοποιήσει για ρωσικά σχέδια, όπως απόπειρες δολοφονίας ή τρομοκρατικές απειλές στο Βερολίνο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, μόνο μικρό ποσοστό προειδοποιήσεων για τρομοκρατικές επιθέσεις προέρχεται απευθείας από τη BND. Αυτή η ανισορροπία έχει προκαλέσει προβληματισμό στο γερμανικό πολιτικό σύστημα. Η ανησυχία, σύμφωνα με το Politico, εντάθηκε όταν η Ουάσινγκτον διέκοψε προσωρινά την παροχή πληροφοριών προς την Ουκρανία, σε μια προσπάθεια άσκησης πίεσης κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων με τη Μόσχα.
Το επεισόδιο αυτό κατέδειξε ότι η αμερικανική υπεροχή στον τομέα των πληροφοριών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής επιρροής. Για τη γερμανική ηγεσία, αποτέλεσε καμπανάκι κινδύνου. Ο Μερτς έχει δηλώσει ότι «οι παλιές βεβαιότητες έχουν εξασθενήσει» και ότι η Γερμανία, λόγω μεγέθους και οικονομικής ισχύος, οφείλει να διαθέτει υπηρεσίες πληροφοριών στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Ο προϋπολογισμός της BND αυξήθηκε φέτος κατά περίπου 26%, φθάνοντας τα 1,51 δισ. ευρώ. Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει να χαλαρώσει ορισμένους περιορισμούς στην επεξεργασία δεδομένων, επιτρέποντας τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης και τεχνολογιών αναγνώρισης προσώπου. Το πακέτο μεταρρυθμίσεων αναμένεται να τεθεί προς ψήφιση το φθινόπωρο, γράφει το Politico.
Ομως, οι νέες αρμοδιότητες δεν θα είναι ανεξέλεγκτες. Η ενεργοποίηση διευρυμένων εξουσιών θα απαιτεί την κήρυξη «ειδικής κατάστασης πληροφοριών» από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της καγκελαρίας και την έγκριση αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Πολλοί βουλευτές του κυβερνητικού συνασπισμού θεωρούν ότι οι αλλαγές αυτές είναι απαραίτητες για την εθνική ασφάλεια. Οπως υποστηρίζουν, οι σύγχρονες απειλές –κρατικοί δρώντες, ρωσικά κυβερνοκέντρα και δίκτυα παραπληροφόρησης– λειτουργούν χωρίς κανόνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η επιβολή μονομερών περιορισμών στην ίδια τη Γερμανία ισοδυναμεί, κατά την άποψή τους, με αυτοϋπονόμευση. Το εγχείρημα, ωστόσο, σχολιάζει το Politico, δεν παύει να αγγίζει ευαίσθητες ιστορικές χορδές.
Η μεταπολεμική γερμανική ταυτότητα οικοδομήθηκε πάνω στην αυστηρή αποφυγή κρατικής αυθαιρεσίας και στην υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών. Η διεύρυνση των εξουσιών της BND αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το πού πρέπει να τοποθετείται η ισορροπία ανάμεσα στην ασφάλεια και στα δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση, η Γερμανία φαίνεται αποφασισμένη να μειώσει την εξάρτησή της από τις ΗΠΑ και να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα των πληροφοριών. Εάν το σχέδιο υλοποιηθεί, θα σηματοδοτήσει μια από τις σημαντικότερες μεταβολές στη γερμανική πολιτική ασφαλείας από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, μια στροφή που αντικατοπτρίζει τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες και την αβεβαιότητα της διατλαντικής σχέσης.
