Πώς ο Επσταϊν μπορεί να ρίξει τον Στάρμερ
- Κατηγορία ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ
- 0 σχόλια
Ο Πίτερ Μάντελσον είχε ελεγχθεί πριν από τον διορισμό του και η Ντάουνινγκ Στριτ γνώριζε ότι διατηρούσε στενή σχέση με τον Επσταϊν, ακόμη και μετά την καταδίκη του δεύτερου. Παρ’ όλα αυτά, ο διορισμός προχώρησε. Τώρα, ο βρετανος πρωθυπουργός, ο οποίος έγινε γνωστός καταγγέλλοντας τα σκάνδαλα του Τζόνσον, ζητά συγγνώμη από τα θύματα, αλλά βρίσκεται επικεφαλής μιας κυβέρνησης που θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνη που κατηγορούσε
Tα πολιτικά σκάνδαλα δεν είναι κάτι άγνωστο στη Μεγάλη Βρετανία. Ομως, ορισμένες υποθέσεις ξεχωρίζουν για το εύρος των αποκαλύψεων και τις συνέπειες που επιφέρουν. Η υπόθεση που συνδέει τον Πίτερ Μάντελσον με τον Τζέφρι Επσταϊν εξελίχθηκε γρήγορα από μια αμήχανη πολιτική ιστορία σε μείζον σκάνδαλο, φέρνοντας σε δύσκολη θέση όχι μόνο συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά και ολόκληρη την κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ. Ανατρέχοντας στα γεγονότα εκ των υστέρων, τα προειδοποιητικά σημάδια υπήρχαν, γράφει ο Economist. Τον Φεβρουάριο του 2025 ο Πίτερ Μάντελσον ρωτήθηκε από τους Financial Times για τη σχέση του με τον Επσταϊν. Ο άνθρωπος που επρόκειτο σύντομα να αναλάβει πρέσβης της Βρετανίας στις ΗΠΑ απάντησε με ωμότητα, αρνούμενος να συζητήσει το θέμα και επιτιθέμενος στους δημοσιογράφους.
Η στάση του έμοιαζε τότε με αλαζονεία· σήμερα ερμηνεύεται διαφορετικά. Εναν χρόνο αργότερα, ο λόρδος Μάντελσον έχει αποπεμφθεί από τη θέση του και η κυβέρνηση του Κιρ Στάρμερ βρίσκεται μπλεγμένη σε αυτό που πολλοί χαρακτηρίζουν ως το σοβαρότερο πολιτικό σκάνδαλο της εποχής. Τον Σεπτέμβριο αποκαλύφθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία ο Μάντελσον αμφισβητούσε την καταδίκη του Επσταϊν για εκμετάλλευση ανηλίκου. Στα τέλη Ιανουαρίου δημοσιοποιήθηκε νέο υλικό, που έδειχνε μια πολύ πιο στενή και προσωπική σχέση ανάμεσα στους δύο άντρες. Σε αυτήν την επικοινωνία τους, σημειώνει ο Economist, αστειεύονταν μεταξύ τους με χυδαίο τρόπο, συζητούσαν για επικερδείς επαγγελματικές προοπτικές μετά την πολιτική και αντάλλασσαν εμπιστευτικές πληροφορίες.
Το ζήτημα έπαψε να είναι απλώς πολιτικά ντροπιαστικό και άρχισε να αποκτά διαστάσεις ποινικής έρευνας. Η υπόθεση δεν εγείρει μόνο ερωτήματα για το παρελθόν, αλλά και ένα κρίσιμο ερώτημα για το παρόν: ποιος είναι πλέον ο λόγος να παραμένει ο Στάρμερ στην εξουσία; Το ερώτημα, σύμφωνα με τον Εconomist, προκύπτει από το γεγονός ότι η πολιτική ταυτότητα του Στάρμερ βασίστηκε στην εικόνα ενός ανθρώπου που δίνει έμφαση στη διαδικασία, στη θεσμική τάξη και στους κανόνες, σε αντίθεση με τον χαοτικό τρόπο διακυβέρνησης του Μπόρις Τζόνσον. Ωστόσο, η υπόθεση Μάντελσον δείχνει ότι η προσήλωση στις διαδικασίες υποχώρησε μπροστά στην πολιτική σκοπιμότητα. Ο Πίτερ Μάντελσον είχε ελεγχθεί πριν από τον διορισμό του και η Ντάουνινγκ Στριτ γνώριζε ότι διατηρούσε στενή σχέση με τον Επσταϊν, ακόμη και μετά την καταδίκη του δεύτερου.
Παρ’ όλα αυτά, ο διορισμός προχώρησε. Ο Στάρμερ, ο οποίος έγινε γνωστός καταγγέλλοντας τα σκάνδαλα του Τζόνσον, βρίσκεται τώρα επικεφαλής μιας κυβέρνησης που θυμίζει όλο και περισσότερο εκείνη που κατηγορούσε. Ο Στάρμερ παρουσιαζόταν επίσης ως πραγματιστής και μετριοπαθής, ένας πολιτικός που θα ξεπερνούσε τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις. Στην πράξη, όμως, ο διορισμός του Μάντελσον οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στα δίκτυα επιρροής και στις ισορροπίες της παράταξής του. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε ένας από τους ισχυρότερους συμβούλους του πρωθυπουργού, ο Μόργκαν ΜακΣουίνι, ο οποίος υποστήριξε την επιλογή. Το παράδοξο, σχολιάζει ο Εconomist, είναι ότι ο ίδιος ο Στάρμερ δεν είχε ιδιαίτερα στενή σχέση με τον Μάντελσον· η μεταξύ τους επαφή περιοριζόταν σε συμβουλές από απόσταση και σε περιστασιακά σχόλια.
Κι όμως, ένας πρωθυπουργός χωρίς προσωπικούς «κολλητούς» βρέθηκε να κατηγορείται για ευνοιοκρατία. Η κυβέρνηση Στάρμερ, προκειμένου να αποκτήσει κύρος, επανέφερε πρόσωπα της εποχής του New Labour, σαν να αναζητούσε τη σταθερότητα στο παρελθόν. Παλιοί συνεργάτες και στελέχη εκείνης της περιόδου κατέλαβαν θέσεις επιρροής. Ο Μάντελσον, γνωστός για την κυνική του αποτελεσματικότητα, θεωρήθηκε ότι θα προσέφερε πείρα και πολιτική σκληρότητα στους Εργατικούς. Οι αμφιλεγόμενες δραστηριότητές του και οι προβληματικές σχέσεις του θεωρήθηκαν ανεκτό τίμημα. Το αποτέλεσμα, όμως, ήταν μια πολιτική που έμοιαζε παγιδευμένη στη δεκαετία του 1990, όχι μόνο ως προς τα πρόσωπα αλλά και ως προς τη νοοτροπία.
Η πιο αμήχανη δικαιολογία για τον Στάρμερ είναι ότι η επιλογή δεν ήταν καν δική του πρωτοβουλία, αλλά πρόταση συνεργατών του. Στο εσωτερικό των Εργατικών, σημειώνει ο Εconomist, πολλοί τον αντιμετώπιζαν ανέκαθεν ως έναν ηγέτη που εξαρτάται υπερβολικά από τους συμβούλους του. Περιγραφές της ανόδου του στην εξουσία τον παρουσιάζουν ως κάποιον που δεν ελέγχει πλήρως την πορεία της κυβέρνησης, περίπου σαν έναν επιβάτη που νομίζει ότι οδηγεί ένα τρένο το οποίο στην πραγματικότητα κινείται χωρίς εκείνον. Σήμερα, ο Στάρμερ παραμένει πρωθυπουργός κυρίως χάρη στην ανοχή βουλευτών που δεν τον εμπιστεύονται ιδιαίτερα. Πολλοί ανησυχούν ότι η πολιτική τους καριέρα μπορεί να καταστραφεί εξαιτίας ενός σκανδάλου που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Η αγανάκτηση εντείνεται από το γεγονός ότι ο Μάντελσον, ακόμη και μετά την απομάκρυνσή του, φέρεται να επηρεάζει αποφάσεις και ανασχηματισμούς. Για αρκετούς, το όνομά του θα συνδεθεί με ένα σκάνδαλο αντίστοιχο εκείνων που στιγμάτισαν την πολιτική ιστορία της Βρετανίας. Το μόνο που θα μπορούσε να σώσει τον Στάρμερ ίσως είναι η τύχη, εκτιμά ο Economist. Ορισμένοι πιθανοί διάδοχοί του έχουν και οι ίδιοι σχέσεις με τον Μάντελσον, γεγονός που περιορίζει την πίεση. Επιπλέον, η ανοχή απέναντι στον πρώην υπουργό δεν ήταν προσωπική επιλογή μόνο του πρωθυπουργού αλλά ευρύτερη στάση ενός τμήματος του κόμματος, που για χρόνια δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιρροή του. Ο ίδιος ο Στάρμερ φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κρίσης.
Εχει επισημάνει ότι οι πολίτες δεν βλέπουν μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά ένα πολιτικό σύστημα συνολικά. Και έχει δίκιο: η αίσθηση ατιμωρησίας και κυνισμού μπορεί να αποδειχθεί δηλητηριώδης για τη δημοκρατία. Αν όμως πράγματι πιστεύει αυτή τη διαπίστωση, τότε το ερώτημα παραμένει αναπόφευκτο: μήπως η ευθύνη δεν περιορίζεται μόνο στους συνεργάτες του, αλλά φτάνει και στον ίδιο;
Ο Στάμερ ζητά συγγνώμη από τα θύματα
Την Πέμπτη, μπροστά τις συνεχείς αποκαλύψεις, ο βρετανός πρωθυπουργός ζήτησε συγγνώμη από τα θύματα του κυκλώματος Επσταϊν, απολογούμενος «που πίστεψε τα ψέματα του Μάντελσον». Τα θύματα του Επσταϊν «έχουν βιώσει ένα τραύμα που οι περισσότεροι από εμάς δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε και τώρα βλέπουν ότι καθυστερεί ή και εγκαταλείπεται η απόδοση ευθυνών», ανέφερε.
Δήλωσε ότι συμμερίζεται «την οργή του κόσμου όταν όσοι βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας αποφεύγουν τον έλεγχο» και δεσμεύθηκε να δώσει στη δημοσιότητα τους φακέλους Μάντελσον «το συντομότερο δυνατό». Ο Κιρ Στάρμερ παραδέχτηκε για άλλη μια φορά ότι ήταν δημόσια γνωστό πως ο Πίτερ Μάντελσον γνώριζε τον Τζέφρι Επσταϊν. «Ομως κανείς από εμάς δεν γνώριζε το βάθος και το σκοτάδι αυτής της σχέσης», είπε ενώπιον του Τύπου, προσθέτοντας ότι πληροφορίες που τώρα έρχονται στο φως δεν ήταν γνωστές την εποχή του διορισμού του Μάντελσον ως πρέσβη.
Σύμφωνα με τον βρετανό πρωθυπουργό, ο Μάντελσον είχε ερωτηθεί ευθέως για την υπόθεση και είχε απαντήσει ότι μετά βίας γνώριζε τον Επσταϊν. «Τότε δεν είχα καμία ένδειξη ότι έλεγε ψέματα», είπε ο Στάρμερ, επαναλαμβάνοντας πως έχει ζητήσει συγγνώμη που τον διόρισε. «Κανείς δεν θα πρέπει να κατέχει δημόσιο αξίωμα αν δεν μπορεί να περάσει το βασικό τεστ της εντιμότητας», κατέληξε.
