ενημέρωση 4:19, 12 May, 2026

Φασίστες στον καθρέφτη (Μέρος 1)

Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου

Ηλανθασμένη, αλλά πολύ διαδεδομένη, εκτίμηση ότι ο φασισμός και η αριστερά βρίσκονται σε αντίθετα άκρα του πολιτικού φάσματος, έχει οδηγήσει, ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σ’ ένα κυνήγι μαγισσών: οι κομμουνιστές και κομμουνιστόφιλοι βλέπουν παντού φασίστες – παντού εκτός από τον καθρέφτη τους.

Το επιχείρημά τους είναι πολύ απλό: όποιος δεν συμφωνεί μαζί τους είναι φασίστας - όπως έγραφε ο Όργουελ το 1946, «φασιστικό» είναι οτιδήποτε ανεπιθύμητο. Ο όρος έχει περάσει με αυτή την έννοια στη σύγχρονη γλώσσα με αποτέλεσμα να τον εκστομίζουν άνθρωποι που δεν ξέρουν τι σημαίνει. Σημαίνει κάτι «κακό» άρα όποιος χαρακτηρίζεται φασίστας αποκλείεται από τον κοινωνικό διάλογο ή ακόμα κι από το κοινωνικό σώμα: με αυτή την εύκολη λογική προχωρούμε εύθυμα σε παραλλαγές του φασίστα, όπως ρατσιστής, σεξιστής, ομοφοβικός, ισλαμόφοβος, αποφεύγοντας, από βαθιά αδυναμία, να απαντήσουμε σε λογικά επιχειρήματα, ή, έστω, να σκεφτούμε τα λογικά επιχειρήματα. Συνήθως οι άνθρωποι θεωρούν ότι φασισμός είναι η τρομοκρατική κυριαρχία του μεγάλου κεφαλαίου, η οποία αντιτίθεται στην κυριαρχία του προλεταριάτου. Αλλά τόσο ο ναζισμός, όσο ο φασισμός και ο κομμουνισμός έχουν κοινά στοιχεία, θεμελιώδεις συγγένειες και οράματα: όχι μόνον επειδή οδηγούν σε ολοκληρωτικά συστήματα αλλά επειδή προέρχονται από την ίδια μήτρα. Και, κυρίως, επειδή, με το πέρασμα του χρόνου, διαμορφώθηκαν σε δόγματα αντικαθιστώντας τις παραδοσιακές θρησκείες.

Ο φασισμός και ο κομμουνισμός δεν είναι απολύτως συμπαγείς,αλλά θα μπορούσαμε να τους περιγράψουμε ως ριζοσπαστικά, μαζικά κινήματα, λαϊκιστικά, πατριωτικά, επιρρεπή στην τρομοκρατία, εχθρικά τόσο έναντι του φιλελευθερισμού όσο και του συντηρητισμού. Ο φασισμός είναι πράγματι συνδεδεμένος με τη δικτατορία (τα μονοκομματικά κράτη), τις γενοκτονίες, τον αντισημιτισμό, τον ρατσισμό και τον μιλιταρισμό – εξίσου συνδεδεμένος με όλα αυτά είναι ο κομμουνισμός παρότι οι ηγεσίες και οι λαοί αυτών των δύο καθεστώτων βρέθηκαν αντιμέτωπες στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Κατά κάποιον τρόπο, ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι με τις θεοπάλαβες ιδέες τους για το αίμα και το χώμα, ανέδειξαν την παγκόσμια αριστερά ως αντιφασιστική και αντιρατσιστική δύναμη – ενώ δεν είναι.

Με ευκαιρία της τελευταίας επίθεσης των Ισραηλινών στη Γάζαγίνεται πολύς λόγος για την ταύτιση σιωνισμού και φασισμού, ή σιωνισμού και ρατσισμού. Αλλά η ισραηλινή επιθετικότητα, ο ισραηλινός μιλιταρισμός δεν είναι αναγκαστικά «φασισμός»: μαρτυρεί σύμπλεγμα ανωτερότητας, μαρτυρεί έλλειψη αρετής και ρατσιστικό μίσος έναντι των Αράβων, αλλά δεν έχει τα χαρακτηριστικά του «φασισμού» - σίγουρα δεν έχει τα χαρακτηριστικά του ναζισμού που του αποδίδουν οι ακραιφνείς φιλοάραβες. Το μίσος εναντίον των Αράβων θεωρείται ρατσισμός, το μίσος εναντίον των Ισραηλινών θεωρείται εύλογη συνέπεια της πολύχρονης καταπίεσης. Υπάρχει αλήθεια σ’ αυτό αλλά το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο και πιο γενικό: ανέκαθεν, το μίσος του αδυνάτου καθαγιαζόταν (π.χ. οι Μαύροι Πάνθηρες δοξάστηκαν παρότι ήταν μιλιταριστές και ρατσιστές) ώσπου ο αδύνατος καταλάμβανε θέση ισχύος. Σήμερα, στις ΗΠΑ, μπορείς να κατηγορείς για φασισμό έναν λευκό αλλά, αν κατηγορήσεις έναν μαύρο (μολονότι ο μαύρος ρατσισμός είναι πιο εκδηλωτικός από τον λευκό), χαρακτηρίζεσαι ρατσιστής και σου αφαιρείται το δικαίωμα του λόγου.

Φασίστες θεωρούνται λοιπόν οι κάθε λογής κακοί και αντιπαθητικοί άνθρωποι: οι πλούσιοι, όσοι πιστεύουν στον νόμο και στην τάξη, οι συντηρητικοί – αλλά, αν δούμε τα ιστορικά φαινόμενα, φασίστες ήταν ανέκαθεν οι φτωχοί, οι μικροαστοί, οι φιλήσυχοι ή/και αγανακτισμένοι πολίτες, οι κομφορμιστέςº άλλοτε ήταν συντηρητικοί, άλλοτε δεν ήταν. Σίγουρα ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι δεν μπορούν να θεωρηθούν «συντηρητικοί», εφόσον είχαν οράματα ανατροπής και δυστοπίας. Κι ενώ, πράγματι, οι περισσότεροι φασίστες της δεκαετίας του 1930 ήταν εναντίον των μπολσεβίκων, ο φασισμός και ο μπολσεβικισμός αγωνίζονταν για κυριαρχία στον ίδιο κοινωνικό χώρο. Μετά από τόσες φρικαλεότητες είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς ότι, στην αρχή, ο φασισμός και ο κομμουνισμός πρόσφεραν κοινωνικές ελπίδες. Κι ότι κάποτε είχαν ελκύσει όχι μόνον τις μάζες αλλά μεγάλο μέρος των ελίτ και της διανόησης: δεν θα αραδιάσω ονόματα «χρήσιμων ηλιθίων», αναφέρω απλώς, ενδεικτικά, το μυθιστόρημα «Η μις Μπρόντυ στο άνθος της ηλικίας της» που σχετίζεται με τη λατρεία του Μουσολίνι σ’ ένα παρθεναγωγείο της Σκοτίας. Η περί του φασισμού άποψη ήταν πολύ διαφορετική πριν από τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο.

Στη δεκαετία του 1920, δηλαδή πριν από τον πόλεμο και το Ολοκαύτωμα, οι επαναστατικές ιδέες δεν διαχωρίζονταν εύκολα από τις φασιστικές: πολλές ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές πρωτοπορίες εμπνέονταν από τον Μουσολίνιº ο ίδιος ο Μουσολίνι εμπνεόταν από σοσιαλιστικές ιδέες, του Ζορζ Σορέλ για παράδειγμα. Ο φασισμός δεν είχε ακόμα ταξινομηθεί ως «δεξιός» - είχε εγκαταστήσει κράτος προνοίας (το οποίο οφειλόταν στην παράδοση του Μπίσμαρκ) και φαινόταν να εκπροσωπεί τον «μικρό άνθρωπο» (όπως φαίνεται σήμερα το Εθνικό Μέτωπο της Γαλλίας). Πολλοί αριστεροί στοχαστές – μεταξύ αυτών ο W.E.B. Du Bois - έβλεπαν στον εθνικοσοσιαλισμό ένα πείραμα, ένα ενδιαφέρον μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Στη συνέχεια, μετά το τέλος του πολέμου, όταν είχε αποδειχθεί περί τίνος επρόκειτο, ο Στάλιν άρχισε να χρησιμοποιεί τον όρο με τον οργουελικό τρόπο: ό,τι δεν ήταν επιθυμητό ήταν «φασιστικό» - ακόμα και το υποτιθέμενο πραξικόπημα του Τρότσκι χαρακτηρίστηκε «φασιστικό». Αντιφασίστας σήμαινε πατριώτης και κομμουνιστής – σήμαινε επαναστάτης. Όμως, τόσο οι φασίστες όσο και οι αντιφασίστες πίστευαν στο κράτος και στην «πρόοδο».

Η ιστορική συνέχεια μάς οδηγεί στη γαλλική επανάσταση. Η αριστερά και οι Αμερικανοί liberals, μολονότι κατηγορούν με ευκολία τους μη-αριστερούς ως “φασίστες”, δεν διακρίνουν τα φασιστικά στοιχεία στο 1789: κι όμως, με τη διαύγεια που αποκτάμε εκ των υστέρων, μπορούμε να δούμε τον ολοκληρωτικό, τρομοκρατικό, εθνικιστικό και συνωμοτικό χαρακτήρα της γαλλικής επανάστασης η οποία ξεπέρασε σε αγριότητα το παλιό καθεστώς της μοναρχίας. Και γέννησε δυο αρχετυπικούς δικτάτορες: τον Ροβεσπιέρο και τον Ναπολέοντα. Όταν σε μια ιστορική φάση που θεωρείται πεδίο της αριστεράς –γαλλική επανάσταση, ρωσική επανάσταση, σταλινισμός, “υπαρκτός” σοσιαλισμός- εμφανίζονται φασιστικά στοιχεία, η αριστερά κάνει λόγο για “λάθη” και “παραμορφώσεις”º σπεύδει ωστόσο να εντοπίσει τα φασιστικά στοιχεία σε οποιαδήποτε ιστορική στιγμή φαίνεται “δεξιά” ή “συντηρητική” (π.χ. την περίοδο της πρωθυπουργίας Θάτσερ). Εξάλλου, θεωρώντας ότι όλα είναι πολιτική –το σεξ, το φαγητό, η ψυχαγωγία, τα εσωτερικά μας κίνητρα- επιβάλλει μια μορφή ντετερμινισμού με φασιστικές, θα λέγαμε, αποχρώσεις. (Παρεμπιπτόντως, οι ναζιστές πίστευαν ότι όλα είναι πολιτική, ότι η ιδιωτική ζωή δεν έπρεπε να διαχωρίζεται από τη δημόσια κτλ).

Επιπροσθέτως, ο αγωνιστικός αντιρατσισμός είναι μια μορφή ρατσισμού: μια μορφή affirmative action που διαιωνίζει την ενοχή των λευκών και οξύνει την πικρία –και το μίσος- των κάποτε καταπιεσμένων και αποικιοκρατούμενων. Έτσι, τροφοδοτούνται παλιά πάθη και οι πολίτες καλούνται να αυτοπροσδιοριστούν με αρνητικούς όρους - αντιφασίστας, αντικομμουνιστής, αντιρατσιστής – όχι με όρους εποικοδομητικούς. Τέλος, ο ισλαμοφασισμός δεν γίνεται κατανοητός: η αριστερά δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται τον πειρασμό του σκοταδισμούº η πολιτική των ΗΠΑ είναι «φασιστική» αλλά οι Ταλιμπάν, περιέργως, δεν ορίζονται ως ισλαμοφασίστες. Το ίδιο ισχύει με την αριστερή τρομοκρατία: η τρομοκρατία της δεξιάς είναι «φασιστική», η τρομοκρατία της αριστεράς είναι «επαναστατική».

Συχνά, οι μετριοπαθείς πολίτες όταν αναφέρονται στον φασισμό και στον κομμουνισμό υπονοούν δικτάτορες: ούτε αυτό είναι τόσο απλό – ο Μουσολίνι, ο Χίτλερ, ο Στάλιν ήταν λαϊκοί ηγέτες, πρόσωπα που ενέπνεαν σεβασμό, δέος, ακόμα και λατρεία. Τα ολοκληρωτικά συστήματα δεν θεμελιώνονται χωρίς κοινωνική συναίνεση: αντιθέτως, την κερδίζουν μέσα από την προπαγάνδα και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες – ο φασισμός και ο κομμουνισμός, σε όλες τους τις εκδοχές, χρειάζονται αρχηγούς και προφήτες, όπως συμβαίνει σε όλες τις θρησκείες

Πηγή : Athens voice

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Etxebarri: το καλύτερο εστιατόριο του κόσμου;

Το «ανακάλυψα» στις σελίδες του Independent εδώ και 6-7 χρόνια, σ’ ένα άρθρο με τίτλο «Πού διαλέγουν να φάνε οι σεφ τριών αστέρων;». Διάβασα γοητευμένη για μια σχεδόν άγνωστη μικρή «ψησταριά» σ’ ένα χωριό στη Χώρα των Βάσκων, όπου ο αυτοδίδακτος σεφ μαγειρεύει τα πάντα στα κάρβουνα και δίνει ιδιαίτερο χαρακτήρα σε κάθε φαγητό καίγοντας διαφορετικά ξύλα.

Έτσι, όταν, δύο χρόνια αργότερα, οργάνωσα μιαν εκδρομή στη Βόρειο Ισπανία για μια παρέα καλών φίλων από την Ελλάδα, ήμουν αποφασισμένη να περιλάβω το Asador Etxebarri (η βασκική αυτή λέξη προφέρεται echebárri και σημαίνει «νέο μέρος», Asador σημαίνει ψησταριά). Επειδή όλοι ήμασταν λάτρεις του καλού φαγητού, το πρόγραμμα από την αρχή εστιάστηκε  στις γαστρονομικές ιδιαιτερότητες των περιοχών που επισκεφθήκαμε: Χώρα των Βάσκων, Λα Ριόχα, Καντάμπρια, Αστούριας και Γαλικία. Καλύψαμε όλη την γκάμα τιμών και ποιότητας, από ένα αλησμόνητο και αστρονομικά ακριβό δείπνο στο τριών αστέρων Arzak στο Σαν Σεμπαστιάν, έως τάπας (ή pintxos στα βάσκικα) στα όρθια, σε μπαρ με ροκανίδι και τσόφλια στο πάτωμα. Δοκιμάσαμε πολλά κρασιά στη Ριόχα, γευθήκαμε νεογέννητο ψητό αρνάκι στο Μπούργκος, στον δρόμο προς τον Βορρά, κάτι μικροσκοπικά μανιταράκια που έλιωναν στο στόμα στο Οβιέδο, στρείδια με τη γεύση της θάλασσας στη Γαλικία, καβουρομάνα στην ακτή Δυτικά του Σανταντέρ, χαμόν ιμπέρικο σε κάθε ευκαιρία και ένα σωρό άλλες λιχουδιές.

Στο τέλος του ταξιδιού όμως, όλοι συμφωνήσαμε ότι η πιο σημαντική γευστική εμπειρία υπήρξε το γεύμα μας στο μικρό αυτό εστιατόριο της βασκικής εξοχής, σε μια ορεινή πεδιάδα ανάμεσα στο Σαν Σεμπαστιάν και το Μπιλμπάο. Ακόμα το συζητάμε και το αναπολούμε όταν βρισκόμαστε μεταξύ μας, και συμφωνούμε ότι πρέπει μια μέρα να ξαναπάμε. Εν τω μεταξύ έχει αποκτήσει παγκόσμια φήμη με ένα αστέρι Michelin και φιγουράρει επί 4 χρόνια στη σειρά στον κατάλογο των 50 καλύτερων εστιατορίων του κόσμου. Για μένα, τουλάχιστον, ήταν το πιο αξιομνημόνευτο γεύμα της ζωής μου.

Ζητήσαμε να γνωρίσουμε τον βασκόφωνο σεφ, Bittor Arguinzoniz, ντροπαλό και γλυκό, καμιά σαρανταπενταριά χρονών, και τον Αυστραλό sous chef, που μας ξενάγησε στην κουζίνα επιδεικνύοντας τις πρωτότυπες (σχεδιασμένες απ' τον ίδιο τον σεφ) ηλεκτροκίνητες σχάρες που υψώνονται και χαμηλώνουν πάνω από τα κάρβουνα, τις σούβλες διαφόρων μεγεθών και τους μικρούς μαντεμένιους φούρνους. Είδαμε τα ταξινομημένα καύσιμα, μεγάλη ποικιλία από ξύλα και κάρβουνα. Κυριαρχούν κάρβουνα από δρυ, μηλιά, εσπεριδοειδή και ελιά και πολλά άλλα σε μικρότερες ποσότητες, το καθένα με την ειδική του χρήση. «Ο σολομός, ας πούμε, ψήνεται με κάρβουνα πορτοκαλιάς» μας πληροφόρησε ο Μπίτορ (βασκική μορφή του Βίκτωρ) που ξεκίνησε την επαγγελματική ζωή του σε ξυλουργικό εργαστήριο και μιλάει με αγάπη για την υφή και τη μυρωδιά κάθε ξύλου. Τον ρώτησα για τις κληματόβεργες που είδα και χάρηκα ιδιαίτερα όταν μου είπε ότι είναι για το αρνάκι. Έτσι κάνουμε και εμείς στην Ελλάδα, του είπα υπερήφανα. Όλα τα εποχικά φρέσκα υλικά προέρχονται από την άμεση περιοχή και μαγειρεύονται αμέσως. Μοναδική εξαίρεση το βόειο κρέας, που έρχεται από τη Γαλικία.

Το καπνιστό παγωτό. Photo: bigfoodsmallworld.blogspot.grΤο καπνιστό παγωτό.

Δεν θα σας περιγράψω ένα - ένα τα φαγητά που δοκιμάσαμε, γιατί χρειάζομαι ειδικό άρθρο. Από την πρώτη μπουκιά ζεστού ψωμιού με καπνιστό κατσικίσιο βούτυρο, μέχρι το παγωτό από συμπυκνωμένο πρόβειο γάλα καπνιστό, μαλακό και αφράτο, με κουλί από ψητά φρούτα του δάσους, ήταν το ένα καλύτερο από το άλλο. Τα συνοδεύσαμε με τοπικά κρασιά, το άσπρο, νέο και «πράσινο» από τα διπλανά αμπέλια, και το μαύρο από την γειτονική Ριόχα, τον επόμενο προορισμό μας.

Τα χελάκια Photo: bigfoodsmallworld.blogspot.grΤα χελάκια 

Οι φίλοι μου δοκίμασαν για πρώτη φορά angulas (χελάκια στο μέγεθος μαρκοβελόνας) και τους έμειναν αλησμόνητα, καθώς και percebes (βαλάνους) .Φάγαμε ένα είδος ζουμερής στραπατσάδας με μυρωδάτα μανιτάρια και μαύρη τρούφα από τις διπλανές βουνοπλαγιές. Μας ενθουσίασαν τα κυδώνια με σάλτσα μαϊντανό, οι ψητές γαρίδες, γλυκές με απίστευτη συγκέντρωση γεύσης και τα μικροσκοπικά καραμελωμένα χταποδάκια.

Το στέικΤο στέικ

Για κύριο πιάτο μοιραστήκαμε το μόνο κρέας της ημέρας, ένα γιγαντιαίο στέικ που συμφωνήσαμε ότι ήταν από τα νοστιμότερα κρέατα που έχουμε δοκιμάσει. Οι τιμές ψηλές αλλά όχι απρόσιτες... το menu degustation λιγότερα απ' τα μισά του Arzak... αλλά το φαγητό το άξιζε. Υπάρχουν πολύ ακριβότερα στην Αθήνα που δεν το πλησιάζουν σε ποιότητα.

Φεύγοντας ζητήσαμε του Μπίτορ να ποζάρει μαζί μας για μια αναμνηστική φωτογραφία.

 Πηγή : bostanistas

Ρούντολφ

Γράφει ο Αύγουστος Κορτώ

1987

Στην πυλωτή της πολυκατοικίας μας, ουρανοκατέβατος, έχει εμφανιστεί ο Ρούντολφ: ένα ημίαιμο λυκόσκυλο, φιλικό, καλοσυνάτο και παιχνιδιάρικο παρά τις κακουχίες της αδέσποτης ζωής του. Το όνομά του το ’χει σκαρφιστεί η μάνα μου, που την περίοδο εκείνη διαβάζει την αυτοβιογραφία του Νουρέγιεφ. 

Τον ίδιο καιρό στο σπίτι μας έχει αρχίσει η βασιλεία της Κακάμπας, μιας σιαμέζας καλομαθημένης και μοναχοκόρης, που όσες φορές έχουμε δοκιμάσει να τη συμφιλιώσουμε με τον Ρούντολφ, τον έχει κάνει κοτλέ απ’ τις νυχιές (αν και ο μεγαλόσωμος σκύλος, καθότι αγγελικού χαρακτήρα, δεν της έχει κάνει την παραμικρή αγριάδα).

Ωστόσο τα μεσημέρια, μόλις γυρνάω απ’ το σχολείο, κλείνουμε το γατί στην κρεβατοκάμαρα με το κουρδιστό της ποντίκι και μπάζουμε τον Ρούντολφ -που περιμένει καρτερικά έξω απ’ την πόρτα μας- σαν παράνομο εραστή, και τον αφήνουμε να αλωνίσει για κανένα μισάωρο, ενώ συγχρόνως η Κατερίνα τον ταΐζει με φανατισμό εφάμιλλο της Λωξάνδρας.

Την ανιδιοτέλεια της αγάπης θα μου την διδάξει στα οχτώ μου χρόνια αυτό το υπέροχο ζώο: σε κάθε μου ποδηλατάδα στη Νέα Παραλία θα τρέχει γαβγίζοντας πανευτυχής στο κατόπι μου, σε κάθε καβγά με τα γειτονόπουλα πάνω στο παιχνίδι θα στέκεται δίπλα μου βλοσυρός, και στο άκουσμα της φωνής μου θα μεταμορφώνεται σ’ έναν σίφουνα χαράς – κι όλα αυτά χωρίς να απαιτεί την παραμικρή ανταμοιβή.

Κορυφαία στιγμή της αγάπης μας τα απογεύματα Τρίτης και Πέμπτης, όταν έχω φροντιστήριο αγγλικών ένα τετράγωνο απ’ το πατρικό μου. Ο Ρούντολφ με συνοδεύει μέχρι την είσοδο, και περιμένει δύο ώρες κάτω απ’ την τάξη (στα διαγωνίσματα τον βλέπω για να παίρνω κουράγιο – είναι το γούρι μου) κι έπειτα, την ώρα που σουρουπώνει, με γυρίζει ίσαμε την εξώπορτα του σπιτιού, φύλακας άγγελος.

O Ρούντολφ θα δολοφονηθεί με φόλα τον Απρίλιο του ’88, από ένοικο γειτονικής πολυκατοικίας, που θα προσπαθήσει να δικαιολογήσει την αποτρόπαια πράξη της ισχυριζόμενη ότι «το βρομόσκυλο λέρωνε τον τόπο» (ψέμα: ακόμα κι αν τύχαινε να κλειστεί στην πολυκατοικία για ώρες, περίμενε υπομονετικά να τον βγάλουμε στο παρτέρι της πυλωτής) και «χάλαγε τον τόπο με τα γαβγίσματά του (ψέμα κι αυτό: ήταν ένα απ’ αυτά τα μειλίχια μεγαλόσωμα σκυλιά, που δεν ακούς τη φωνή τους). Μέσα στα επόμενα χρόνια, τη δολοφόνο του θα επισκεφθούν αλλεπάλληλες προσωπικές και οικογενειακές τραγωδίες, που θα μοιάζουν σχεδόν με ανταπόδοση ενός ανηλεούς κοσμικού κάρμα.

Στο σπίτι, θα περάσουμε μήνες πένθους, ενοχής κι αλληλοκατηγοριών, όπου θα κρατάω μούτρα στους γονείς μου, που δεν άφησαν τον Ρούντολφ να μείνει μόνιμα σπίτι μας, έστω στο μπαλκόνι. Το ίδιο καλοκαίρι θα χάσω τον παππού μου, αλλά ο χαμός του τετράποδου φίλου μου είναι αυτός που θα θρηνήσω περισσότερο.

Τον επόμενο χρόνο, θα υιοθετήσουμε δύο ακόμη γατιά: τη Γερτρούδη, κεραμιδόγατο που θα ανακαλύψει ο μπαμπάς μου να λουφάζει στη ρόδα του αμαξιού μας ένα κρύο πρωινό του χειμώνα, και τη Μιρέγια, ένα κοκκινομάλλικο ψιψίνι που θα βρούμε, ψυλλιασμένο και λιμασμένο, στον περίβολο νοσοκομείου της Καλαμαριάς. Δεν θα αποκτήσω ποτέ ξανά δικό μου σκύλο.

Ο Ρούντολφ γυρνάει συχνά-πυκνά στις σκέψεις μου, και ιδίως το τελευταίο διάστημα, καθώς παρατηρώ την άβυσσο που χωρίζει τις ανθρώπινες ψυχές: απ’ τη μια τους στυγνούς φονιάδες αδέσποτων (που οφείλουν να έρχονται αντιμέτωποι με το απηνές πρόσωπο του νόμου -ο άνθρωπος που είναι ικανός για ζωοκτονία είναι καθ’ όλα ικανός και για ανθρωποκτονία), κι απ’ την άλλη, στις παραλίες της Αντιπάρου, σκυλιά με μπαμπάδες, μαμάδες κι αδερφάκια που τα λατρεύουν, και που το ξέφρενο παιχνίδι τους στην αμμουδιά ελάχιστα διαφέρει: ζώα κι εμείς, ζώα κι αυτά: την ίδια αγάπη αποζητάμε, και την ίδια χαρά.

Στις αδύναμες στιγμές μου, μ’ αρέσει να ονειροπολώ έναν παράδεισο όπου θα ανταμώσουμε και πάλι ό,τι αγαπημένο χάσαμε και μας λείπει. Σ’ αυτόν τον φανταστικό ουράνιο κόσμο, το πρώτο πρόσωπο που λαχταρώ να αντικρίσω είναι της μάνας μου. Κι έπειτα, απ’ τα βάθη των νεφών και του ήλιου, λίγο πριν ορμήσει στην αγκαλιά μου και με σωριάσει χάμω, γλείφοντάς μου το πρόσωπο και κουνώντας την ουρά του σαν καμουτσίκι όπως τότε, ονειρεύομαι ν’ ακούσω το χαρμόσυνο γαβγισμα του Ρούντολφ.

Πηγή : protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Ο Mattiacci ξέρει πού πονάει η Ferrari

Ο Marco Mattiacci έχει αναλάβει τα ηνία της Scuderia Ferrari εδώ και λίγο παραπάνω από τρεις μήνες και μετά το διάστημα της ενημέρωσης για το τι συμβαίνει στην ομάδα έχει αρχίσει να αναλαμβάνει δράσεις που έχουν πλέον και σοβαρό δημόσιο αντίκτυπο. Ο Luca Marmorini, που ήταν υπεύθυνος για τον κινητήρα και τα ηλεκτρονικά έχει ήδη περάσει την πόρτα της εξόδου και πιθανότατα δεν θα είναι ο μοναδικός που θα το κάνει.

Ο Mattiacci έχει εντοπίσει τα πιο προβληματικά σημεία στη λειτουργία του οργανισμού της Ferrari και έχει καταλήξει στον James Allison ως τον άνθρωπο που θα ηγείται του τεχνικού τομέα τόσο για το σασί όσο και για τον κινητήρα. Το σχέδιο του Mattiacci δεν είναι βραχυπρόθεσμο και ο Ιταλός γνωρίζει ότι τα πράγματα δεν είναι εύκολο να αλλάξουν δραματικά σε μικρό χρονικό διάστημα. Προσβλέπει σε μεγάλη βελτίωση το 2015 και διεκδίκηση του τίτλου από το 2016 και μετά.

Υπάρχει ένα ορόσημο στις μεγάλες αλλαγές διοίκησης και αυτό είναι οι 100 πρώτες ημέρες της νέας ηγεσίας. Σύμφωνα με την ιταλική εφημερίδα Gazzetta dello Sport, στις δικές του πρώτες 100 ημέρες ως επικεφαλής της ομάδας, ο Marco Mattiacci έχει εντοπίσει τα σοβαρότερα προβλήματα, τα οποία είναι τα παρακάτω.

- Ο χρόνος αντίδρασης είναι πολύ μεγάλος. Σε όλους τους τομείς, από τους εξωτερικούς προμηθευτές μέχρι τις εσωτερικές διαδικασίες, η ομάδα πρέπει να κινείται πολύ πιο γρήγορα, όπως κάνουν οι αντίπαλοί της.
- Κατώτερη υβριδική τεχνολογία. Η Mercedes επένδυσε περισσότερο στο KERS και στα συστήματα που το διαδέχτηκαν. Το εργοστάσιο στο Brixworth είναι μια εξαιρετική πηγή τεχνολογίας και τεχνογνωσίας μέσα στους κόλπους της Mercedes και η Ferrari έχει μείνει πολύ πίσω.
- Υπερβολική έμφαση στην αξιοπιστία έναντι της απόδοσης κατά τη διάρκεια της εξέλιξης του υβριδικού συστήματος. Ο Alonso είναι ο μοναδικός οδηγός που έχει πάρει βαθμούς σε όλους τους αγώνες αλλά δεν έχει διεκδικήσει νίκες.
- Έλλειψη συντονισμού ανάμεσα στα τμήματα του σασί και του κινητήρα. Ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι σε άλλες ομάδες τα τμήματα βρίσκονται σε άλλες περιοχές ή ακόμα και σε άλλες χώρες, στη Ferrari συστεγάζονται στο ίδιο κτίριο – και ότι δεν καταφέρνουν να συντονιστούν συνιστά μεγάλη αποτυχία.

Φαίνεται ότι ο James Allison έχει αναλάβει να λύσει αυτά τα προβλήματα – κυρίως εκείνα της έλλειψης συντονισμού και της αργής λειτουργίας. Όσο για τη μονάδα ισχύος, επικεφαλής του τμήματος από το οποίο έφυγε ο Marmorini ανέλαβε οMattia Binotto, o οποίος βρίσκεται στην ομάδα πολλά χρόνια και ήταν ο μηχανικός του Michael Schumacher. Ο Binotto θα συνεργάζεται στενά με τον Allison. Στον τομέα του σασί, υπεύθυνος παραμένει ο Νικόλας Τομπάζης, και αυτός σε συνεργασία με τον Allison, ο οποίος αποκτά πολύ ζωτικό κεντρικό ρόλο στη νέα διαμόρφωση της ομάδας.

Δεν γίνεται λόγος για τον Pat Fry, o οποίος ήταν επικεφαλής του τεχνικού τμήματος μέχρι την άφιξη του Allison και του οποίου ο νέος ρόλος δεν αποσαφηνίζεται. Οι αναφορές ότι θα έχει την τύχη του Marmorini δεν επαληθεύονται για τον Βρετανό, που ήρθε με τυμπανοκρουσίες στη Ferrari από τη McLaren το 2010, τουλάχιστον προς το παρόν. Ας μην ξεχνάμε ότι και για τον Marmorini η πρώτη πληροφορία για την αποχώρησή του εμφανίστηκε πολλές εβδομάδες πριν από την επίσημη ανακοίνωση.

Όσον αφορά τους οδηγούς, το πρόβλημα της Ferrari λέγεται Fernando Alonso. Η ομάδα έχει αποτύχει να του δώσει μονοθέσιο με το οποίο θα μπορούσε να πάρει τον τίτλο και παρότι θέλει διακαώς να τον κρατήσει στις τάξεις της ακόμα και μετά το 2016, που λήγει το συμβόλαιό του, θα πρέπει να τον πείσει ότι μπορεί να κάνει κάτι πολύ θεαματικό και μάλιστα σε λίγο χρόνο. Αλλιώς, οι μνηστήρες για τον Ισπανό δεν είναι λίγοι και κυρίως η McLaren, μαζί με τη Honda, καραδοκούν για να τον φέρουν στα δικά τους μέρη.

Ο Marco Mattiacci έχει πάρει φόρα και στο επόμενο διάστημα θα δούμε ακόμα περισσότερες αλλαγές στη Ferrari. Η αποστολή του Ιταλού είναι να ξαναφτιάξει μια ομάδα που θα βρίσκεται μόνιμα στην κορυφή και ο ίδιος φαίνεται να έχει τις ικανότητες να το καταφέρει και την αποφασιστικότητα να μη διστάσει να κάνει βαθιές τομές, αν κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο. Οι επόμενοι μήνες στο Maranello θα έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.

Ξεκίνησαν τέσσερις αλλά τώρα είναι μόνο δύο - και είναι πιθανό στο τέλος να μείνει μόνο ένας...

  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0