Θωμάκος ο ντεμέκ θεοσεβούμενος νοικοκύρης
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Νοικοκυραίοι και τόσοι άλλοι τώρα κατάλαβαν το είδος της ιδιοτελούς Διοίκησης του Γ. Θωμάκου.
Θρησκεία. Σημαία, υπόσχεση, δέσμευση, βροντές του Γ. Θωμάκου προεκλογικά. Κάθε κλοπή, βανδαλισμός, έγκλημα έπαιζαν με όρους ανατριχίλας στα μανίκια του.
Ήρθε λοιπόν. Στα πράγματα. Προς μεγάλη ανακούφιση όσων ήταν έτοιμοι να τρομάξουν για το ξέφραγο αμπέλι και τη παράλυτη πόλη. Και προς μεγάλη χαρά κάποιων φίλων και του Αυλίτη της αστυνομίας που λύθηκαν τα χέρια και η γλώσσα τους. Κι αφού ήρθε, προσέλαβε στο μηχανισμό του Δήμου.
Έκανε την αρπαχτή κανονικότητα. Και βγήκε στα κεραμίδια να παινεύεται ότι καθάρισε τη πόλη. Κι ότι είναι ο απηνής διώκτης των μπάχαλων, των κακοποιών και όλων όσοι τάραζαν τον ύπνο των νοικοκυραίων.
Παρ’ όλα αυτά, συνέβη το σατανικό. Το ξέφραγο αμπέλι έγινε μπάτε σκύλοι. Το έγκλημα άνθισε, οι Αυλίτηδας μπουμπούκιασαν, οι κάθε είδους αλητείες έγιναν στοιχείο της ζωής μας, ο άγνωστος σκηνοθέτης έγινε γνωστός, η κακοποίηση και υστεροβουλία στο έπακρο.
Και το χειρότερο: αυτός που κατηγορούσε άλλους για ξέφραγο αμπέλι είναι ένοχος για το καμένο αμπέλι. Για την καμένη πόλη, ζωές, ζώα, περιουσίες. Γιατί «ξέχασε» ότι η ασφάλεια του πολίτη απαιτεί κάτι πολύ περισσότερο από τις παχιές, άσκοπες κουβέντες του αέρα Απαιτεί κοινωνική ευαισθησία. Και πόλη που δεν ξέρει μόνο να «παντελονιάζει», αλλά και να συνδράμει στα δύσκολα τους πολίτες.
Νοικοκυραίοι και τόσοι άλλοι τώρα κατάλαβαν το είδος του Γ. Θωμάκου. Πιθανόν κι ο ίδιος να κατάλαβε, όταν το γιούχα των Κηφισιωτών τον κατέβασε από το καλάμι του, μια πικρή αλήθεια: με την ασφάλεια του πολίτη μπορεί να κάνει κανείς πολλά, εκτός από το να καθίσει πάνω της.-
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
