ενημέρωση 4:49, 22 April, 2026

Άλλο Canto κι άλλο Κάν' το!

Γράφει ο Γιάνης Κατσίμπας

Κι ενώ οι άλλοι -οι «μορφωμένοι», οι «πολιτικά πολύπειροι»- σπαταλούσαν όχι το πεντάλεπτο μα το πεντάμηνο της διασημότητάς τους διαφωνώντας για το ποια ακριβώς μορφή πρέπει να λάβει η n;ea Διοίκηση, εάν η συγκρότησή της περνάει μέσα απ’τη διάλυση του ήδη φθαρμένου και εάν είναι απαραίτητη η ανάδειξη ενός ηγέτη, επικεφαλής, πρώτου μεταξύ ίσων καλύτερα -πολλές γάρ οι αλληλοσυγκρουόμενες ευγενείς φιλοδοξίες- κι ενώ έρεε άφθονη η μελάνη σε άρθρα, τοποθετήσεις, παρεμβάσεις και το κρασί σε συναντήσεις μυστικές ουδέποτε όμως νηστικές, κανείς δεν προετοιμαζόταν. Ψυχολογικά τουλάχιστον. Αρνούμενοι οι διάφοροι ιστρούχοντες να εκτεθούν στην κρίση των πολιτών, να νομιμοποιήσει  

δια της παρουσίας τους στα όργανα μια από τα ίδια (εγώ, στη θέση τους, θα τις αντιμετώπιζα στα ίσα κι ό,τι ήθελε ας γινόταν), Κόλλησαν απλώς στα ρηχά. 

Κανονικά τίποτα από όλα τα παραπάνω δεν θα είχε συμβεί. Δεν θα είχε το περιθώριο να συμβεί. Κανονικά, σε μια κοινωνία που επί έξι και πλέον συναπτά χρόνια επι Θωμάκου, χώρια η Δημαρχία Χιωτάκη τρώει μπουνιές και κλωτσιές, οι «αστικές» παρατάξεις σαρώνονται Ένας απλός μέσον πολίτης με στοιχειωδώς καθαρό λόγο, με την ελάχιστη πολιτική νοημοσύνη να μην δίνει το πρωί ραντεβού στα γουναράδικα και το απόγευμα συν-ομιλίες με τον κάθε εργολάβο με τις απαραίτητες παντόφλες, θα ήταν προ πολλού ο απόλυτος κυρίαρχος. Δυστυχώς όμως –ή ευτυχώς- ολοένα και περισσότεροι πολίτες συνειδητοποιούν, το αρειμάνιο ύφος του «Νικολάκη» και τα «ναι μεν αλλά» των υπόλοιπων δεν αρκούν για να γυρίσει η σελίδα. Ολοένα και περισσότεροι στρέφουν το απελπισμένο σχεδόν βλέμμα τους αλλού.

Ένας που ξεχωρίζει σήμερα από τον σωρό των υπόλοιπων διαθέτει ως πρόσωπο ξεχωριστά προσόντα για την παρούσα συγκυρία. Είναι από καιρό γνωστός. Διαθέτει ένα ευρύτατο προσωπικό κοινό, που νοιώθει όταν τον παρακολουθεί πως ευαισθητοποιείται και επιμορφώνεται. Το παρουσιαστικό του ενσαρκώνει τον στίχο του Ζαμπέτα «ο πενηντάρης είναι ο νέος της εποχής». Το παρελθόν του δεν έχει καμιά σχέση με παραταξιακούς σωλήνες και η δημοφιλία του –κανενός η δημοφιλία- δεν έχει προκύψει επειδή κάποιοι ντεμέκ βαρώνοι δήθεν των δήθεν μήντια απλώς τον επέλεξαν και τον επέβαλαν. 

Ο συγκεκριμένος είναι λαϊκής καταγωγής, επαγγελματικά και επιχειρηματικά αυτοδημιούργητος. Όσοι τον γνωρίζουν προσωπικά –κι εγώ τον ξέρω από την καλή κι απ’την ανάποδη γνωρίζουν ότι παρά το συχνά ονειροπόλο ύφος του, παραμένει απολύτως προσγειωμένος: Υπολογίζει την κάθε του κίνηση, μετράει με το υποδεκάμετρο το συμφέρον, το δικό του και της ομάδας του. Ρισκάρει μεν, δεν επιχειρεί όμως άλματα στο κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Όχι. δεν είναι ούτε μποέμ ούτε και χουβαρδάς. Ετούτο δεν προσμετράται απαραιτήτως εναντίον του.

Ο συγκεκριμένος είχε στιγμές ευφυέστατες. Απέφυγε κατ’αρχήν να χρησιμοποιήσει την λέξη νέα προοπτική - να καρφώσει γενικά στην πόρτα του την οποιαδήποτε φθαρμένη από την πολύ και κακή χρήση ταμπέλα. Ο αυτοσαρκασμός αποτελεί το σπανιότερο προσόν για τους ημέτερους πολιτικούς.

Αντί να εκφωνήσει ένα πομπώδες μανιφέστο, παρέθεσε μία σειρά από συγκεκριμένα προτάγματα, «αιτήματα της κοινωνίας», σε γλώσσα ρέουσα, ικανή να αγγίξει τον μέσο πολίτη. Κάποιος θα τα χαρακτήριζε μοχθηρά κοινοτοπίες. Ο κοινός όμως τόπος, η ευρεία συναίνεση, δεν είναι αυτό ακριβώς που εναγωνίως σήμερα αναζητούμε; Στην επαγγελματική άλλωστε και στην κοινωνική του ζωή, δεν πλασαρίστηκε ποτέ σαν διάνοια, χαρισματική φυσιογνωμία ή «δια Θεόν σαλός», όπως αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους πολλοί και διάφοροι, από επίδοξους εθνάρχες μέχρι τροφίμους ψυχιατρείων. Αρκείται να παρουσιάζεται σαν η καλύτερη εκδοχή του μέσου όρου.

Το πρόβλημα δεν έγκειται στα όσα λέει. Μα στα όσα προτίθεται να πράξει. Εκείνο που εκ πρώτης όψεως μοιάζει να αγνοεί, να αποσιωπά -ή τουλάχιστον να υποτιμά- είναι ότι η πολιτική δεν αποτελεί έναν πόλεμο μεταξύ των λογικών και των παράλογων. Μία σύγκρουση ανάμεσα στο αυτονόητο και στο ανόητο. Στην πολιτική -μας το δίδαξε πρώτος ο Θουκυδίδης- δεν μάχεται το σωστό με το λάθος αλλά το συμφέρον των μεν με το συμφέρον των δε. Όποιος ποτέ αποπειράθηκε να αρθεί υπεράνω των συμφερόντων και απερίσπαστος να φτιάξει έναν κόσμο «από βασιλικό και δυόσμο» όπως το διατυπώνει ο Νίκος Γκάτσος, μιαν Ελλάδα «από χώμα, ήλιο και θάλασσα» όπως χθες το έθεσε, είτε ονειροβατούσε είτε παραμύθιαζε τους γύρω του.

Δεν θέλω να είμαι κακόπιστος απέναντι σε νέες ιδές προσδοκώ –όπως όλοι μας- να τρέξει γάργαρο νερό στο βαθύ ρήγμα που έχει ανοίξει στην Ελλάδα. Υπενθυμίζω απλώς σε όσους θα τον πλαισιώσουν, τον στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη που ευφυέστατα και σκωπτικότατα εκφράζει την αβυσσαλέα απόσταση μεταξύ θεωρίας (ή ρητορείας ή πόζας) και πράξης: «Άλλο το να γράφεις canto κι άλλο να σου λένε “καν’το”.-   

 Όποιος πιστεύει ότι θα υπηρετήσει την κοινωνία κατερχόμενος στη μαχόμενη πολιτική φοράει τα καλά του και πηγαίνει πόρτα-πόρτα: Μιλάει με καθέναν που τού κάνει την τιμή να τον ακούσει. Μπαίνει σε όποια πόρτα τού ανοίγεται. Δεν σνομπάρει κανέναν, δεν θεωρεί τίποτα ως αυτονόητο. Τρίβεται με τον κόσμο. Τσαλακώνεται. Δέχεται και το χειροκρότημα αλλά και τη ροχάλα. Έτσι κέρδιζαν, ψήφο-ψήφο, όχι μόνο οι παλιοί κομματάρχες αλλά και οι αριστεροί.

Όποιος δεν το γουστάρει ή δεν το αντέχει ας υπηρετήσει τις ιδέες του από άλλο, πιο προστατευμένο, μετερίζι. Κανείς δεν θα τον θεωρήσει λιγότερο άξιο.-

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS