Το σουβλατζίδικο
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Το τραγικό πρόσωπο σε αυτήν την ασπρόμαυρη ελληνική ταινία είναι ο Νίκος Χιωτάκης. Κληρονόμησε ένα σουβλατζίδικο από τον μάστορα-μέντορά του, τον Βασίλη Βάρσο. Το είχε στήσει με συνταγές από τη ανατολή όπου είχε την καταγωγή του, όπου ζούσε ένα διάστημα. Κεμπάπ, λουκάνικα, γύρος, πολίτικος και πίτες πολλές πίτες, και τα συναφή. Το μαγαζί έκανε τρελές πωλήσεις, αλλά κάποια στιγμή, ο μέντορας αναγκάστηκε σε «απόσυρση». Στην αρχή το δούλεψαν άλλοι, παλιότεροι καλφάδες του μέντορα. Ως ότου το ανέλαβε ο ίδιος ο Νίκος, και το πήγε και καλά.
Ουρές ο κόσμος. Όμως η αγορά στένευε. Το έβλεπε. Θύελλα ερχόταν. Δεν ήθελε να το κλείσει, ούτε και να το πουλήσει. Το δώσε «φρανσάιζ», αναγκάστηκε να συναιτερηστεί σ’ έναν που είχε δουλέψει στο παρελθόν εκεί, από βοηθός, κάποιον Βασίλη Βάρσο. Τον μάστορα του, σε αυτού τα πόδια μεγάλωσε αντρώθηκε και έγινε αφεντικό. Δεν του είχε και πολύ εμπιστοσύνη, αλλά δεν υπήρχε και καλύτερη λύση. Ο μπάρμπα Βασίλης παρέλαβε το μαγαζί στα κάτω του, και με τις δουλειές να δυσκολεύουν γενικώς. Δεν είχε και καμία άλλη λύση ο Βασίλης, ή συνέταιρος με τον «εχθρό» ή στον δρόμο. Για να σταθεί, χάλασε κι’ άλλο την ποιότητα. Μουχλιασμένα κρέατα, τα λουκάνικα ο κιμάς, κατεψυγμένα απ’ τη Γερμανία, το αλεύρι που έκανε το ψωμί, κάτι σάντουιτς που ούτε οι Ρομά που μένουν δίπλα σε ανθρώπους δεν τα τρώνε, σάπια τα πάντα, η ποιότητα στο ναδίρ.
Οι πιτσιρικάδες όμως απ’ το σουβλατζίδικο απέναντι, που είχαν μια τρύπα και κυρίως ντελίβερι πουλούσαν, κράτησαν την ποιότητά τους. Ξεχύθηκαν στους δρόμους και δεν άφησαν πελάτη για πελάτη που να μην τον προσεγγίσουν. Ένα ολόκληρο δεκαπενταμελές. Αυτοί δούλευαν συνεταιρικά. Δεν έβγαζαν πολλά, αλλά «είχαν τη χαρά της δημιουργίας». Έτσι έλεγαν. Ο Βασίλης παρέα με το Νίκο δεν τους υπολόγιζε. Στην αρχή. Γιατί όταν πήρε την κάτω βόλτα, σφίξανε τα λουριά. Άρχισε τους συνεταιρισμούς και τις ανανεώσεις. Πάρα κάτω ήταν κι άλλο ένα σουβλατζίδικο, του μπάρμπα Τηλέμαχου με το όνομα!
Το είχε κληρονομήσει κι αυτό ο γιος του Τηλέμαχου, και για ανανέωση έβαλε κάτι άνοστα οικολογικά προϊόντα και πούλαγε χοιρίδιο την ταβέρνα, είναι η εποχή του γκουρμέ. Στην χασαποταβέρνα; Πλήρης αποτυχία. Έφυγε, και παρέδωσε «φρανσάιζ» κι αυτός το μαγαζί σ έναν παλιό αφεντικό σε μαγαζί συνοικιακό, την κυρά Βάσω, που ήταν από τη Εκάλη, και τάχα μου ήξερε. Βρήκαν και τον μπάρμπα Στάθη, που κατείχε από σουβλάκια πολίτικα του Βυζαντίου. Συνεταιρίστηκαν λοιπόν Βασίλης, ο γιός του Τηλέμαχου, η Βάσω, και ο Στάθης, πήραν και την για βοηθό και καινούριο σεφ, έναν κάποιο Μανώλη. Δε βαριέσαι, τα ίδια και χειρότερα. Το παράταιρο ασκέρι, είχε για μπροστινό τον Νίκο, άστα, βράστα.
Ναι, αλλά οι απέναντι ανακαινίσανε την τρύπα. Πήραν και τα δυο μαγαζιά εκατέρωθεν, κι όλο τους προτιμούσε ο κόσμος. Κάποια στιγμή ο Μπάρμπα Βασίλης με βαριά καρδιά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς είχε βλέπεις την φωλιά του λερωμένη και αυτός, συνέχισε τον συνεταιρισμό. Του έφυγε και το μισό προσωπικό, δράμα ο άνθρωπος.
Θαλασσοδέρνονται τώρα αγκαλιασμένοι απελπισμένα οι δύο συνεταίροι. Κάνουν διάφορα. Ρίχνουν πολλά λεφτά στη διαφήμιση. Βγάζουν φήμες ότι τα σουβλάκια απέναντι των πιτσιρικάδων απέναντι, εάν τις φας, παθαίνεις τριχόπτωση, αλληθωρίζεις και σε πιάνει φαγούρα και διάφορα τέτοια. Στην αρχή είχαν αποτέλεσμα οι φήμες κι οι διαφημίσεις. Τώρα όμως, μέχρι και οι πιο δικοί τους άνθρωποι, εμφανίζονται να περιμένουν στην ουρά εξ απεναντίας, για σουβλάκι σπιτικό ζεστό, όπως λέει κι ο Γιώργος που ηγείται στους απέναντι.
Ο Νίκος βλέπει πως το σουβλατζίδικο που έστησε ο μέντοράς του, κινδυνεύει με οριστικό λουκέτο, αν συνεχίσει αυτή η κολεγιά, και κυρίως αν δεν βρει άλλον να το υπενοικιάσει και συνεχίζει να παραμένει στα χέρια τα δικά του και του Βασίλη.
Ένα τραγικό πρόσωπο είναι ο Νίκος. Έχει και το βάρος του Βασίλη, του μάστορα του. Πως θα ξαναπάρει πίσω το δημιούργημα του μέντορά του;-
Πηγή:ΤΑ ΝΕΑ της ΚΗΦΙΣΙΑΣ
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
