Ο Χιωτάκης στις Θερμοπύλες
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Η παράταξη Χιωτάκη και η ευφορία της ηρωικής πτώσης.
Θυμάμαι μια θυελλώδη συζήτηση στο Δημοτικό συμβούλιο. Ο Β. Βάρσος είχε πάρει το λόγο και ξιφουλκούσε λαύρος εναντίον του Ν. Χιωτάκη, διακηρύσσοντας πως ο λαός θα τα σκίσει και θα τα τρίψει στη μούρη της παράταξης Χιωτάκη, ενδεχομένως και του ίδιου του Ν. Χιωτάκη. Ο Ν. Χιωτάκης, από το έδρανο του Δημάρχου, τον παρακολουθούσε με σηκωμένο φρύδι. Στο πρόσωπό του ήταν ζωγραφισμένη η ειρωνεία του καθηγητή πανεπιστημίου, ο οποίος αναγκάζεται να ακούει τις αρλούμπες ενός πρωτοετούς –και αμελέστατου- φοιτητή.
«Ότι μας είπατε είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας» ξεκίνησε την απάντησή του. «Κανείς –ούτε καν εσείς ο ίδιος- δεν πιστεύει στα αφελή σας παραμύθια…»
Λίγους μήνες αργότερα, η σωρεία αποκαλύψεων σε συνδυασμό της συσωρευμένης μεγάλης απέχθειας οχταπλασίαζε τη δύναμή των αντιφρονούντων, ενώ η παράταξη Χιωτάκη συρρικνωνόταν, σήμερα πλέον φαντάζει στα στελέχη του σαν όνειρο θερινής νυκτός. Οι πολίτες έπαψαν να πιστεύουν στα «αφελή παραμύθια». Ή τουλάχιστον δεν ήθελαν να τα ακούνε όχι από είκοσι εγκάθετους που ήδη ο μηχανισμός και από καιρό είχε καλά οργανώσει.…
Εάν οι «αντιμνημονιάκοι» ορίζουν τον διχασμό των τελευταίων ετών ως σύγκρουση ανάμεσα σε πατριώτες και προσκυνημένους – σε γενναίους έστω και σε δειλούς-, πολλοί «μνημονιακοί» εμφανίζονται διαρκώς κατάπληκτοι με την ευπιστία και με την ευήθεια όσων δεν υποστηρίζουν το «ευρωπαϊκό τόξο».
«Πώς γίνεται να βρίσκει ακροατήριο ο Βασίλης ο Ψεκασμένος;» τσιμπιούνται. «Ποιοι είναι εκείνοι που έστειλαν στη αξιωματική αντιπολίτευση τον Βασίλη Βάρσο για να μας δώσει –σαν κάκιστη καρικατούρα του Άρη Βελουχιώτη- ραντεβού στα σουβλατζίδικα; Αμ τον κλαψιάρη Παπαδόπουλο και τον Σ. Κύρλο, βγαλμένη –λες- από ταινία του Αλμοδόβαρ; Ας μην μιλήσουμε για την Μ. Σαλματάνη-Κεφαλά, άδικος κόπος. Μιλάμε για πολύ χαμηλό επίπεδο…» καταλήγουν και φτύνουν τον κόρφο τους, που οι ίδιοι διαθέτουν αρκετή παιδεία και ψυχραιμία ώστε να μην χάβουν παλαβομάρες.
Είναι πράγματι ζήτημα παιδείας και ψυχραιμίας. Αποδεικνύεται όντως –κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνάει- ότι αμφότερες αποτελούν είδη εν ανεπαρκεία στην Κηφισιά.
Από ποιόν όμως να ζητήσεις να ψυχράνει το αίμα του για να αποκτήσει καθαρή ματιά; Από εκείνον που έχασε μέσα σε μια τετραετία τα αβγά και τα πασχάλια; Που απολύθηκε ή αναγκάστηκε -για να διατηρήσει τη δουλειά του- να αρκεστεί στο μισό μισθό; Που, για να επιβιώσει, βάζει χέρι στην πετσοκομμένη σύνταξη του παππού και της γιαγιάς; Που είδε την αγοραστική αξία του σπιτιού του να κατρακυλάει και διατηρεί παράλληλα την υποχρέωση να πληρώνει κάθε μήνα τη δόση του στεγαστικού, με τις τράπεζες να μην προσαρμόζουν το ύψος των οφειλόμενων δανείων στις μετά το 2010 συνθήκες; Πού έχει αλαλιάσει από τους φόρους και τρέμει ότι αν φανεί –λόγω αντικειμενικής αδυναμίας- ασυνεπής προς τις ΔΟΥ ή τα ασφαλιστικά ταμεία, δεν αποκλείεται και να τον χώσουν φυλακή;
Ακούει, ο άνθρωπος αυτός, τους Δημοτικούς άρχοντες να μιλούν για ανάκαμψη της πόλης, για έξοδο από την κρίση και συγκρατείται για να μην κάψει τις φυλάδες. Πληροφορείται σχετικά με της επερχόμενη λεηλασία που ήδη και από καιρό έχει πάρει σάρκα και οστά μοιάζει με τσουνάμι και καγχάζει. Κατοικεί στην Κ. Κηφισιά, Αλώνια, Ν. Ερυθραία, όπου το χρήμα από τις τσέπες των πολιτών θα αργήσει πάρα πολύ να φτάσει. Νοιώθει, αντίθετα, βαθιά προσβεβλημένος. Και κερατάς και δαρμένος.
Ζητάς όχι μονάχα ευθυκρισία αλλά και ηθικό κριτήριο από γενιές Ελλήνων που συμφιλιώθηκαν εξ απαλών ονύχων με την ιδέα πως όποιος καταλαμβάνει κάποια δημόσια θέση χρηματίζεται, κάνει «δωράκια» στον εαυτό του; Που συμμετείχαν, εκόντες-άκοντες, στο πανηγύρι της γενικευμένης διαφθοράς – από το οποίο ούτε οι παπάδες καν απουσίαζαν, αφού για να περιφέρεσαι με την ομπρέλα, την σφυρίχτρα και το θυμιατό σου μέσα στο νεκροταφείο και να ψάλλεις προσοδοφόρα τρισάγια, έπρεπε να καλλιεργείς τις σχέσεις σου με την οικεία Μητρόπολη;
Όλη εκείνη τη χαρισάμενη εποχή, οι Ν. Χιωτάκης, Β. Βάρσος κατείχαν θέσεις κομβικές. Δεν αντιστάθηκαν – τουναντίον ενεθάρρυναν αντικειμενικά το τζανκ ως τρόπο ζωής. Γύμνασαν και επέδειξαν όπου και όπως μπορούσε το δικούς του πνεύμα, αδιαφόρησαν ωστόσο παγερά για το πνευματικό επίπεδο των ψηφοφόρων του. Η συστηματική αποχαύνωση των «πλατιών λαϊκών μαζών» (όπως ανέκαθεν τις αποκαλούσαν οι καθοδηγητές τους) ελάχιστα έμοιαζε να τους ενοχλεί.
Σήμερα ισχυρίζονται πως οι Κηφισιώτες τους τιμωρούν για την απέραντη σήψη που οι ίδιοι λόγω της εσκεμμένης ιδιοτέλειας αλλά και λόγω της λήψης παιδείας τους. Λάθος. Η μοίρα τους εκδικείται για την πρότερη, ανέμελη διαχείριση των κοινών πραγμάτων.
Οι ίδιοι χαίρονται να επαναλαμβάνουν πως η παράταξη της οποίας ηγούνται διατήρησε και στα πιο δύσκολα την ψυχή της και άρα τελικά θα ανταμειφθεί για αυτό. Μάλλον ωστόσο η ψυχή αυτή είχε υποθηκευτεί εδώ και πολλά χρόνια… Φυλάσσοντας σήμερα τις Θερμοπύλες της πάταξης Χιωτάκη-Βάρσου, βλέποντας όχι λίγους από τους παλιούς συντρόφους του να έχουν εγκαίρως αλλαξοπιστήσει και να γνωρίζουν πιένες αντιμνημονιακής μαγκιάς, ο Ν. Χιωτάκης δεν αποκλείεται και να πλημμυρίζει από την ευφορία της ηρωικής -μοναχικής σχεδόν- πτώσης.
Σίγουρα ωστόσο θα γνωρίζει πως πάνω κι από τον Λεωνίδα στέκεται, ηθικά κι αισθητικά, ο βασιλιάς Δημήτριος ο Πολιορκητής.
Που, όπως διδάσκει ο Καβάφης, «σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο, καθόλου δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε κι έβγαλε τα χρυσά φορέματα του, και τα ποδήματά του πέταξε τα ολοπόρφυρα. Με ρούχα απλά ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε. Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός που όταν η παράστασης τελειώσει, αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται».-
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
