ενημέρωση 3:11, 26 April, 2026

Μια Μαρία Σαλματάνη-Κεφαλά εκπρόσωπος της παράταξης Χιωτάκη-Βάρσου

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Δεν ξέρω πώς είναι στην ιδιωτική της ζωή η Μ. Σαλματάνη αλλά στη δημόσια ζωή έχει ένα πρόβλημα. Μιλά και φέρεται σαν να βρίσκεται στην ιδιωτική της ζωή. Πιθανώς είναι και η τηλεοπτική περσόνα που δημιούργησε την εποχή που αλώνιζε τον Δήμο και ξεκινούσε τον καυγά πριν ακόμα πάρει τον λόγο, εκεί όπου το δημόσιο και ιδιωτικό μπερδεύονται (ο πανελίστας δεν μπορεί να είναι πρόσωπο του χορού, πρέπει να είναι αναγνωρίσιμος καρατερίστας). Πιθανώς πάλι έτσι να αντιλαμβάνεται τη δημόσια παρουσία της. Σαν πρωινό τηλεφώνημα στη συνυφάδα της, σαν θυμωμένη αφήγηση στο κομμωτήριο, σαν μαλλιοτράβηγμα με τη γειτόνισσα. Ή έστω αφήγηση στους πολίτες για ελοχίμ, πουλημένους προδότες και άλλα κουφά.

Αν το καλοσκεφτείτε τον χαρακτήρα αυτόν τον έχετε συναντήσει πολλές φορές στην επιθεώρηση, στο παλιό ελληνικό σινεμά (τον έπαιζε έξοχα η Δέσποινα Στυλιανοπούλου), στη γειτονιά σας. Είναι οι άνθρωποι, άντρες και  γυναίκες, που ξεκινάνε μία συζήτηση εξ αρχής θυμωμένοι, σε υψηλούς (σταθερής έντασης) τόνους, χωρίς ποτέ να χαμογελούν και χωρίς ασφαλώς να πείθοντα από τον αντίλογο, τον οποίον έτσι κι αλλιώς δεν ακούνε. Κυρίως χωρίς να έχουν αίσθηση των συμβάσεων του δημόσιου χώρου.

Έτσι, κυριολεκτικά λένε ότι νάναι.

Πετάει ας πούμε μία κοτσάνα, -τρόπος του λέγειν, η κοτσάνες πάνε και έρχονται μονίμως- «τώρα θα δούνε οι Κηφισιώτες τι έχασαν», και δεν  συνειδητοποιεί ότι με καφενειακή ελαφρότητα διαπερνά το θεμελιώδες δράμα των Κηφισιωτών. Δεν είναι ειλικρίνεια, ούτε καν κυνισμός, είναι ασυγχώρητη επιπολαιότητα. Αλλά όταν μιλάς στη γειτόνισσα λες ότι σου κατέβει. Προς επίρρωση πετάς και ένα «εγώ δεν πιστεύω στην ακίνητη περιουσία, είμαι ακτήμων». Τι είναι η γειτόνισσα; Δημοσιογράφος για να ψάξει το πόθεν έσχες σου και να βρει ότι έχεις ήδη μεταβιβάσει στα παιδιά σου δυο τρία πανάκριβα ακίνητα; Ξοδεύεις αλόγιστα φτηνές και εύκολες κουβέντες, κυρίως αν έχεις το χάρισμα της γλώσσας -ροδάνι. Μιλάς σαν να μη σε ακούνε τρίτοι- όμως σε ακούνε. Και όταν η ίδια η πραγματικότητα σε επαναφέρει στη σκληρή δημόσια σφαίρα αναγκάζεσαι να μιλάς για παρερμηνείες και να χαλάς και το στυλ σου.

Όταν η Μ. Σαλματάνη λέει στη συνυφάδα της ότι υπάρχουν ανάμεσα μας σπιούνοι είναι μια μπούρδα από τις πολλές που πέφτουν κάτω. Όταν η Μ. Σαλματάνη καταγγέλλει!  ότι υπάρχουν ανάμεσα μας πολίτες ψεκασμένοι τότε πρόκειται για ανωμαλία του πολιτεύματος ή για λόγο να πάει σπίτι της. Στην κουμπάρα σου μπορεί να πεις «και τι είναι ο Θωμάκος οι ελοχίμ και οι σαράντα κλέφτες» Δημοσίως όμως, ως θεσμικό πρόσωπο,-θεός φυλάξει- οφείλεις να αναφέρεσαι με σεβασμό στο πρόσωπο του νέου Δημάρχου όσο και αν σου ανακατεύει το στομάχι ο Θωμάκος.

"Υπάνθρωποι -καλικάντζαροι. Διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες. Σαλιγκάρια, πανούργες αντροχωρίστρες –Νίκο χτυπάει η καμπάνα για σένα;- αεροσυνοδοί. Ομιλούσες Καρυάτιδες και μια όρκα που τη λέγανε Willy. Το μυαλό της Μ. Σαλματάνη είναι μια μηχανή του Τούρκικου σινεμά."  

Το ξέρω ότι όλοι αυτοί δεν είναι λόγοι που θα πείσουν τον Ν. Χιωτάκη ότι η κ. Σαλματάνη δεν κάνει για τη δουλειά που της έχει αναθέσει. (αλήθεια ποια δουλειά της έχει αναθέσει;) Ο Ν. Χιωτάκης  σίγουρα τα ήξερε όλα αυτά από πριν και πιθανώς ήταν ακριβώς και τα προσόντα που εκτίμησε. Του διαφεύγει κάτι. Τους χαρακτήρες «Δέσποινα Στυλιανοπούλου» η χαρά δεν τους αφήνει να κρυφτούν. Έχοντας πάρει διαζύγιο με τις συμβάσεις και τις τυπικότητες δεν φρενάρει πουθενά. Και εκεί που με χίλια βάσανα προσπαθούσαν να πουν ότι η παράταξη Χιωτάκη έχασε παρά τρίχα την νέα εξουσία, πετά ένα «να του δώσουμε λίγες ώρες» και κάνει βούκινο σε όλη την Κηφισιά την παρεμβασάρα.-

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS