Κοινή γαρ η μοίρα
Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης
Το είδα πριν από κάποια χρόνια στο Μαντούκι, με τον παππού του φίλου μου του Παντελή, τον γιγαντόσωμο Τότο, ο οποίος βιοπορίστηκε επί μισόν αιώνα σαν περιπτεράς, να πουλάει καραμέλες και τσιγάρα, κηδεύτηκε όμως ως κοσμαγάπητος άρχοντας, σε εκκλησία κατάμεστη, με κλήρο και λαό να τον κατευοδώνει.
Το έζησα προχθές, στη Γαρίτσα, το έτερο εργατικό προάστιο της Κέρκυρας, με την πρόγιαγιά της θυγατέρας μου. Η κυρία Μαρία -το «κυρία» μπορεί καμιά φορά να συνδυαστεί με το μικρό όνομα και να σε ακολουθήσει και μετά τον θάνατό σου-, η κυρία Μαρία δεν διέθετε ιδιαίτερη οικονομική ισχύ. Δεν είχε καταλάβει ποτέ δημόσιο αξίωμα. Δεν είχε κομίσει στην επιστήμη ή στην τέχνη. Στάθηκε ό,τι και αναρίθμητες άλλες γυναίκες εδώ και χιλιετίες: Αφοσιωμένη σύντροφος, καλή μάνα, στοργική γιαγιά. Άξιος άνθρωπος με μια λέξη.
Εάν πέθαινε στα ογδονταπέντε της στην Αθήνα, στην εκφορά της θα παρίσταντο, κατά πάσα πιθανότητα, μονάχα οι κατιώντες της, άντε και δυό-τρεις μακρινότεροι συγγενείς και ισάριθμες επιζήσασες φιλενάδες. Στις κηδείες των ηλικιωμένων στις πολύ μεγάλες πόλεις, οι απουσίες δικαιολογούνται απλούστατα: «Δεν το μάθαμε» ή απλώς «Δεν προφτάσαμε»…
Στην Κέρκυρα αντιθέτως –και στην υπόλοιπη ελληνική ύπαιθρο- τα ήθη του θανάτου είναι τελείως διαφορετικά. Με το που χτυπάει πένθιμα η εκκλησία στο χωριού, με το που αναρτάται το αγγελτήριο στην πλατεία, ο κόσμος σπεύδει. Νέος ή γέρος, θύμα αναπάντεχου δυστυχήματος ή χρόνιας ασθένειας, ο μεταστάς καθίσταται το επίκεντρο της ημέρας. Η γειτονιά του σύσσωμη, η ενορία του, παλιοί συνάδελφοι, φίλοι απ’το καφενείο και από τον στρατό θα ακολουθήσουν το ξόδι του. Από υποχρέωση; Όχι. Από αντίληψη ζωής.
Στις πολύ μεγάλες πόλεις, στις ναυαρχίδες του δυτικού πολιτισμού, ο άνθρωπος μετά τον θανατό του κυριολεκτικώς εξαφανίζεται από τα μάτια των άλλων. Αποτεφρώνεται το ταχύτερο δυνατόν είτε κηδεύεται μέσα σε σφραγισμένο φέρετρο. Σάμπως να αποτελεί το άψυχο σώμα όνειδος. Αποτρόπαιο έστω θέαμα που διαταράσσει την καθημερινότητα μας.
Στην ελληνική ύπαιθρο, το φέρετρο μένει ανοιχτό. Τα βλέμματα προσηλώνονται στον νεκρό ώστε να αποτυπώσουν τη μορφή του. Με το «δεύτε τελευταίον ασπασμόν», όλοι σκύβουν και τον φιλούν στο παγωμένο μέτωπο. Ούτε καν τα παιδιά –ούτε καν τα παιδάκια- αποκλείονται, για να προστατευθούν από την τραυματική δήθεν εμπειρία.
Μεγαλωμένος εγώ στην Κυψέλη, μην έχοντας πάει σε κηδεία μέχρι τα δεκατρία μου οπότε πέθανε ο πατέρας μου, είχα –το ομολογώ- ενδοιασμούς για το εάν θα έπρεπε η κόρη μου να αποχαιρετήσει, στα έξι της, τη «μεγάλη γιαγιά». Μού τους διέλυσαν με μια κουβέντα: «Δεν πρόκειται, έννοια σου, να σοκαριστεί. Δεν υπάρχει περίπτωση να τρομάξει. Θα καταλάβει, ίσα-ίσα, ότι ο θάνατος, όταν έρχεται στην ώρα του, αποτελεί τη φυσική κατάληξη της ζωής.» Έτσι, πράγματι, συνέβη. Η Νίκη μάζεψε λουλούδια για να τα πετάξει στον τάφο της «μεγάλης γιαγιάς» με τον ίδιο αφοπλιστικό αυθορμητισμό που θα της τα’δινε στα χέρια.
Η επαρχία –όπως τη λέγαμε πριν επελάσει η πολιτική ορθότης- έχει πλήθος αρνητικά. Σχολιάζει ακατάπαυστα τις επιλογές του καθενός, αντιπαθεί όποιους διαφέρουν απ’τον μέσο όρο, μαραίνει ευαισθησίες και φιλοδοξίες... Έχει ωστόσο ένα μεγάλο θετικό: Διατηρεί τους ανθρώπους σε κοινωνία μεταξύ τους. Οι χαρές και οι λύπες, ιδίως οι δεύτερες, μοιράζονται. Κανένας δεν εγκαταλείπεται σαν έρημο νησί στη μοίρα του. Ίσως διότι ακόμα επιβιώνει η πανάρχαια σοφία: Πως η μοίρα μας τελικά είναι κοινή.
- Κατηγορία BLOGS
