ενημέρωση 4:17, 21 August, 2026

Τα σκάνδαλα που ξεκίνησαν το μεγάλο φαγοπότι

Παρόλο που η περίοδος της Μεταπολίτευσης σηματοδοτεί και θεμελιώνει την πολυπόθητη μετάβαση στη δημοκρατία, μετά από επτά χρόνια που η Ελλάδα μπήκε στο «γύψο» των συνταγματαρχών, αποτελεί παράλληλα και την ιστορική περίοδο που έχει λοιδορηθεί ίσως όσο καμία άλλη από ιδρύσεως του ελληνικού κράτους, ως συνώνυμη της διαφθοράς και της αυτοκαταστροφικής πορείας της Ελλάδας. Όμως, το φαινόμενο της διαπλοκής του πολιτικού και οικονομικού βίου, δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων σαράντα μόνο χρόνων, αλλά δομική παθογένεια της σύστασης και λειτουργίας του ελληνικού κράτους. Αυτό που ίσως διαφοροποιείται κατά την Μεταπολίτευση και μπορεί να καταλογιστεί στα επιτεύγματα της μέσα από τη σωρεία λαθών της, είναι η μεγαλύτερη πρόσβαση στο τι σκανδαλώδες συμβαίνει, πίσω από τις κλειστές πόρτες των οβάλ γραφείων. Το tvxs.gr παρουσίαζει σε συνέχειες μερικά μόλις από τα μεγάλα «αμαρτήματα» τα οποία αποδείχτηκαν θανάσιμα για το κύρος της δημοκρατίας της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Τα σκάνδαλα που λειτούργησαν ως «ορεκτικό» πριν το μεγάλο φαγοπότι, η εισαγωγή της κατασκοπείας στην πολιτική ζωή του τόπου, το καλαμπόκι που πήρε ελληνική ιθαγένεια, αλλά και το σκάνδαλο Κοσκωτά που οδήγησε στο Ειδικό Δικαστήριο τον Ανδρέα Παπανδρέου και στο βρώμικο '89, στο πρώτο μέρος του αφιερώματος.

Πριν το μεγάλο φαγοπότι

Τα σκάνδαλα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης θα μπορούσαμε να πούμε ότι ακολούθησαν όλους τους γαστριμαργικούς κανόνες . Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πρώτα μικροσκάνδαλα ή  σκάνδαλα στα οποία δεν δόθηκε η δέουσα σημασία λειτούργησαν ως ορεκτικό για την μετέπειτα υφαρπαγή ή κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, που ήταν το κυρίως πιάτο.

Έτσι την περίοδο 1981-1985 είχαμε την εμφάνιση των πρώτων μεταπολιτευτικών  σκανδάλων. Συγκεκριμένα το πρώτο σκάνδαλο ήταν αυτό της κρατικής εταιρείας ΠΡΟΜΕΤ όπου εισήγαγε λαθραία καφέ ,υπερτιμολογώντας  στα 2000 δολάρια τον τόνο τη στιγμή που η επίσημη τιμή εισαγωγής ήταν 1500 δολάρια. Επίσης η ίδια εταιρεία αγόρασε από φιλανδική εταιρεία εξαγωγών ξυλείας ποσότητες καυσόξυλων έναντι του εξωφρενικού τότε ποσού των 250 εκατομμυρίων δραχμών , η οποίες κρίθηκαν ακατάλληλες από τους Έλληνες ξυλουργούς και τελικά, βρέθηκαν να σαπίζουν στο λιμάνι της Ελευσίνας.

Επόμενο σκάνδαλο ήταν αυτό των Αγροτικών Εξαγωγών (ΑΓΡΕΞ), μια σειρά από κομπίνες και υπεξαιρέσεις στον εν λόγω οργανισμό . Στο γαϊτανάκι τον πρώτων σκανδάλων ενεπλάκη και η ΠΥΡΚΑΛ με την αγορά του άχρηστου ναυπηγείου πλαστικών σκαφών στο Λαύριο έναντι του ποσού των 370 εκατομμυρίων δραχμών καθώς και ότι την ίδια περίοδο πωλούσε οβίδες στον ιρακινό στρατό στην τιμή των 112 δολαρίων την οβίδα ενώ στον ελληνικό στρατό 201 δολάρια την οβίδα. Επόμενος σταθμός ήταν το σκάνδαλο εις βάρος της ΕΤΒΑ και δύο θυγατρικών ναυτιλιακών εταιρειών της (ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων δραχμών) με την αγορά πλοίων από δύο άγνωστες κυπριακές εταιρείες φαντάσματα, οι οποίες εμφανίζονταν χωρίς κεφάλαια και χωρίς μετόχους.

Χαρακτηριστική περίπτωση σκανδάλου ήταν η περίπτωση του τότε διοικητή της ΔΕΗ , Δημήτρη Μαυράκη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι πήρε προμήθεια από ανάθεση έργου της ΔΕΗ ύψους 500 εκατομμυρίων δραχμών. Ιστορική θα μείνει η «επίπληξη» του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου , ο οποίος είπε: « Είπαμε να κάνουμε δώρα στους εαυτούς , αλλά όχι και 500 εκατομμύρια». Ο Μαυράκης θα βρεθεί και πάλι στην επικαιρότητα με τη συμφωνία για αγορά ηλεκτρικής ενέργειας από την Αλβανία, προκαλώντας ζημιά 120 εκατομμυρίων δρχ. στη ΔΕΗ. Ωστόσο και για τις δύο υποθέσεις υπήρξε απαλλακτικό βούλευμα .

Ο πρώτος διδάξας των παρακολουθήσεων

Η χρονική περίοδος 1981-1989 σημαδεύτηκε και από μία σειρά σκανδάλων συγκεκριμένου χαρακτήρα, αυτού των τηλεφωνικών υποκλοπών πολιτικών προσώπων. Πολιτικοί, πρώην στρατιωτικοί, υπάλληλοι της ΚΥΠ και του ΟΤΕ ενεπλάκησαν σε αρκετές υποθέσεις παρακολουθήσεων πολώνοντας αρκετά το κλίμα της εποχής. Η αρχή έγινε με το σκάνδαλο Τόμπρα το οποίο ήρθε στο φως της δημοσιότητας στα μέσα της δεκαετίας του '80.

Ο Θεοφάνης Τόμπρας υπήρξε λοχαγός Διαβιβάσεων και προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, ενώ το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και αρχηγών κομμάτων την περίοδο 1981-1989 . Το 1981 τοποθετήθηκε υποδιοικητής του ΟΤΕ, ενώ τον Φεβρουάριο του 1984 έγινε διοικητής. Το 1987, ο τίτλος του άλλαξε και έγινε γενικός διευθυντής. Υπήρξε στενός φίλος του επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη καθώς και των δημοσιογράφων Νίκου Κακαουνάκη και Μάκη Κουρή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές «διευκολύνσεις» προς τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Συγκεκριμένα στην εφημερίδα της εποχής το «Καλάμι»(εκδότης Ν.Κακαουνάκης) είχαν δημοσιευτεί αρκετές φορές κασέτες που περιείχαν ιδιωτικές συνομιλίες ηγετών της ΝΔ, με αποτέλεσμα το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να καταγγείλλει τον Τόμπρα ως πηγή αυτών των κασετών. Επίσης την περίοδο της διοίκησής του στον ΟΤΕ  παραχωρήθηκε έναντι μικρού ποσού ο πύργος του Οργανισμού στη Θεσσαλονίκη στον Γιώργο Κουρή για τη χρήση του ράδιο Θεσσαλονίκη , στο οποίο συμμετείχε τότε ο εκδότης.

Επί της ουσίας ο Θ. Τόμπρας υπήρξε το μάτι και κυρίως το αυτί του Α. Παπανδρέου μέσω της μαζικής παρακολούθησης τηλεφώνων, δημιουργώντας μία ομάδα τεχνικών με βαθύτατη γνώση των υποκλοπών, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε ο Χρήστος Μαυρίκης, το όνομα του οποίου εμπλέκεται σε μετέπειτα σκάνδαλα. Μετά την πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, το καλοκαίρι του 1989, ο Τόμπρας κατηγορήθηκε για τις καταθέσεις του ΟΤΕ στην Τράπεζα Κρήτης (μέρος του σκανδάλου Κοσκωτά) καθώς και για παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα ο ίδιος ο Τόμπρας άφηνε να εννοηθεί ότι είναι πιθανόν να διαρρεύσει αρκετές συνομιλίες τόσο στον Τύπο όσο και σε κασέτες που θα πωλούνταν στην Ομόνοια.  Για την πρώτη υπόθεση αθωώθηκε, ενώ η δεύτερη δεν έφτασε ποτέ στη Δικαιοσύνη επειδή η Βουλή ανέστειλε τη δίωξη μετά την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου για την υπόθεση Κοσκωτά και την αλλαγή του πολιτικού κλίματος τον Ιανουάριο του 1992.

Λίγο πριν αποχωρήσει από την διοίκηση του ΟΤΕ, ο Τόμπρας υπέγραψε μία μεγάλη σύμβαση με την εταιρεία Siemens για την ψηφιοποίηση των τηλεφώνων, μία σύμβαση από την οποία δεν μπορούσε εύκολα να απαλλαγεί η μετέπειτα οικουμενική κυβέρνηση και μέρος της οποίας δόθηκε στην εταιρεία Intracom του Σωκράτη Κόκκαλη. Η συμφωνία αυτή, με απευθείας ανάθεση, αφορούσε 470.000 ψηφιακές παροχές αξίας 32,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινούσε και ο σφιχτός επιχειρηματικός εναγκαλισμός της Siemens, της Intracom και του ΟΤΕ.

Ο Κοσκωτάς και το βρώμικο '89

Το σκάνδαλο Κοσκωτά  αποτέλεσε την κορωνίδα των σκανδάλων των δεκαετιών του '80 και του '90. Ήταν ένα οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο στο οποίο ενεπλάκησαν εξέχοντα κυβερνητικά στελέχη και ο πρωθυπουργός της χώρας και έφερε στην επιφάνεια τις πολιτικές συγκρούσεις για τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των ΜΜΕ. Η χρονική του περίοδος καλύπτει αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις , δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης για πρώτη φορά στην Ελλαδά και μία σημαντική δολοφονία πολιτικού προσώπου, αυτή του Παύλου Μπακογιάννη.

Ο Γιώργος Κοσκωτάς  μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1970 και επέστρεψε στην Ελλάδα το 1979, όπου εργάστηκε ως διευθυντής συναλλάγματος στην τράπεζα Κρήτης. Το 1984 αγόρασε το 56% του μετοχικού κεφαλαίου της Τράπεζας Κρήτης (αργότερα έφτασε να κατέχει το 82%), έναντι του ποσού του 1 δισεκατομμυρίου δραχμών. Την ίδια περίοδο αγοράζει αρκετές εφημερίδες όπως η Βραδυνή , η Εβδόμη και η Καθημερινή, δημιουργώντας έναν εκδοτικό κολοσσό, ενώ προσπάθησε να αγοράσει και την Ελευθεροτυπία. Το 1987 αγοράζει και την ΠΑΕ Ολυμπιακός. Στο πρόσωπο του Κοσκωτά, ο Α. Παπανδρέου έβλεπε ακριβώς εκείνον τον επιχειρηματία, μέσω του οποίου θα μπορούσε να ελέγξει καλύτερα το τραπεζικό σύστημα της χώρας αλλά και να πιέσει καλύτερα τα ισχυρά εκδοτικά «τζάκια» της εποχής.

Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άργησε να ενισχύσει τις σχέσεις της με τον ραγδαία ανερχόμενο επιχειρηματία. Οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης αυξήθηκαν κατακόρυφα με χρήματα των ΔΕΚΟ (συνολικού ύψους 13 δισεκατομμυρίων το 1988), ενώ πολλοί ανώτατοι αξιωματούχοι του ελληνικού δημοσίου ήταν και επίσημοι συνεργάτες του. Στο μεταξύ οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που εξασφάλιζε για τους πελάτες του, διόγκωσαν τις καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης στα 76,5 δισεκατομμύρια δραχμές. Οι εκδότες των υπόλοιπων μεγάλων ελληνικών εφημερίδων νιώθωντας τεράστια απειλή από τον Γιώργο Κοσκωτά, ξεσηκώθηκαν εναντίον του και άρχισαν να καταγγέλουν ότι τα χρήματα που αφειδώς ξόδευε ήταν προϊόν ύποπτων συναλλαγών.

Τον Οκτώβριο του 1987 άρχισαν να έρχονται στο φως αποκαλύψεις για το παρελθόν του Κοσκωτά όπως πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα, παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος, κ.α.  Παρά τις καταγγελίες, η κυβέρνηση αρνείτο να κινήσει διαδικασίες για φορολογικό έλεγχο. Τον Ιούλιο του 1988 διατάχθηκε, με εισαγγελική παρέμβαση, τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και άρση τραπεζικού απορρήτου στην τράπεζα Κρήτης, προκειμένου να διεξαχθεί η έρευνα. Όμως ένα μήνα αργότερα, ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Μένιος Κουτσόγιωργας έφερε τροπολογία στη Βουλή, η οποία άφηνε προνομιακά περιθώρια στον υπό εξέταση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά. Επρόκειτο για τον αποκαλούμενο «Κουτσονόμο» (Νόμος 1806/1988), για τον οποίο όπως τεκμηριωμένα αποκαλύφθηκε αργότερα, το αντάλλαγμα ήταν η κατάθεση 2 εκατομμυρίων δολαρίων στο όνομα του Μένιου Κουτσόγιωργα σε ελβετική τράπεζα. Παρόλαυτά, το δικαστικό πόρισμα αποκάλυψε ότι ο Κοσκωτάς είχε προχωρήσει σε υπεξαίρεση κεφαλαίων από την τράπεζα Κρήτης ύψους 33,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Ο επιχειρηματίας διέφυγε στο εξωτερικό και συνελήφθη αργότερα από τις αμερικανικές αρχές.  

Τον Ιούλιο του 1989  η Βουλή αποφάσισε τη σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής προκειμένου να διαπιστωθεί η ενοχή ή μη των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη, ενώ τον Σεπτέμβριου του ιδίου  έτους  η βουλή αποφάσισε μετά από μυστική ψηφοφορία την παραπομπή και των 5 πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο με  κατηγορίες για παθητική δωροδοκία, αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, απιστία περί την υπηρεσία. Η δίκη ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1991 στην οποία δεν παρέστη ο Ανδρέας Παπανδρέου, ενώ ο Παναγιωτής Ρουμελιώτης δεν δικάστηκε λόγω μη άρσης της ασυλίας του από την Ευρωβουλή. Τον Απρίλιο του 1991 και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας,  απεβίωσε ο Μένιος Κουτσόγιωργας ύστερα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Τον Ιανουάριο του 1992 εξεδόθη η απόφαση σύμφωνα με την οποία  ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε με ψήφους 7 προς 6. Ο Δ.Τσοβόλας κρίθηκε ένοχος με ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών αλλά εξαγοράσιμη και τριετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων, ενώ ο Γ. Πέτσος  κρίθηκε ένοχος με ποινή φυλάκισης 10 μηνών με αναστολή και τριετή στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Το καλαμπόκι που πήρε ελληνική ιθαγένεια

Το καλοκαίρι του 1989 και ενώ η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχανε την εξουσία εξαιτίας της κορύφωσης της υπόθεσης Κοσκωτά, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Βουλή το σκάνδαλο της ελληνοποίησης γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού. Η υπόθεση αυτή μαζί με την υπόθεση Κοσκωτά και τις υποκλοπές Τόμπρα αποτέλεσε την τριάδα σκανδάλων που άφησαν εποχή την περίοδο 1981-1989.  

Το επονομαζόμενο «σκάνδαλο του καλαμποκιού»  αφορούσε την λαθραία εισαγωγή εκατοντάδων τόνων γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού από την ελληνική κρατική εταιρεία ITCO και τη μετέπειτα πώλησή του σε χώρες της Ευρωπαϊκής κοινότητας ως ελληνικό . Στόχος της κομπίνας των στελεχών του υπουργείου Οικονομικών ήταν να εμφανιστεί η Ελλάδα με μεγαλύτερη παραγωγή, ώστε να εισπράξει περισσότερες κοινοτικές επιδοτήσεις. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Κομισιόν να  παραπέμψει την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο αιτούμενη επιστροφές ύψους 400 εκατομμυρίων δραχμών. Αξίζει να αναφερθεί πως τα κέρδη ξεπερνούσαν το 1,5 εκατ. δολάρια , ενώ στα επίσημα παραστατικά το ποσό δεν ξεπερνούσε τις 1 εκατ. δραχμές.

Κύριος κατηγορούμενος υπήρξε ο τότε υφυπουργός Οικονομικών, Νικόλαος Αθανασόπουλος, ο οποίος δικάστηκε το 1990 (ηθική αυτουργία σε έκδοση ψευδών βεβαιώσεων, χρήση πλαστού εγγράφου, απλή συνέργεια σε νόθευση βιβλίων απόπλου-κατάπλου λιμεναρχείου Καβάλας) και  καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών ετών και έξι μηνών. Στις φυλακές Κορυδαλλού παρέμεινε επί 19 μήνες και αποφυλακίστηκε ενώ  η Βουλή τον Ιανουάριο του 1994 προχώρησε σε άρση της καταδίκης. Επίσης ο Ν. Αθανασόπουλος ήταν το  μοναδικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1981-89 που οδηγήθηκε στη φυλακή . Άξιο αναφοράς είναι και το γεγονός ότι το 1990 , παρόλο που βρισκόταν υπό κράτηση στις φυλακές Κορυδαλλού εξελέγη στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ και στις εκλογές του 1993 εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής της Β' Αθηνών.

Το δεύτερο κρόυσμα υποκλοπών

Η υπόθεση Μαυρίκη αποτέλεσε το δεύτερο κατά χρονολογική σειρά σκάνδαλο  με αντικείμενο τηλεφωνικές συνομιλίες δημοσίων προσώπων που κυριαρχούσαν μετά το 1989 και συνέβαλαν στην έντονη πολιτική αστάθεια και την πόλωση εκείνης της περιόδου. Μετά την απόφαση της Βουλής για αναστολή της δίωξης του Α. Παπανδρέου τον Μάιο του 1992 ,όλα έδειχναν ότι το πολιτικό κλίμα της πόλωσης οδηγείτο σιγά σιγά σε εξομάλυνση. Όμως τον Απρίλιο του 1993 ο υπάλληλος του ΟΤΕ, Χρήστος Μαυρίκης, καταγγέλλει ότι διενεργούσε υποκλοπές κατ' εντολή του στρατηγού Ν. Γρυλλάκη, στενού συνεργάτη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Ο Μαυρίκης , και ενώ έχει προηγηθεί η δημοσίευση στον Τύπο, εμφανίζεται με πλήθος κασετών  τηλεφωνικών υποκλοπών πολιτικών προσώπων κυρίως του ΠΑΣΟΚ -ανάμεσά τους και ο Ανδρέας Παπανδρέου.Ο ίδιος ο υπάλληλος του ΟΤΕ, σε τηλεοπτικές εμφανίσεις δήλωνε ότι το περιεχόμενο των συνομιλιών τον διασκέδαζε , εκβιάζοντας έτσι εμμέσως αρκετά πρόσωπα, τα οποία γνώριζαν πλέον ότι παρακολουθούνταν.

Τον Μάιο του 1993 συγκροτήθηκε επιτροπή για τη διερεύνηση των καταγγελιών του Χρήστου Μαυρίκη σε βάρος του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για τις τηλεφωνικές υποκλοπές. Στο στόχαστρο μπαίνουν αυτή τη φορά ο τότε πρωθυπουργός και η κόρη του, Ντόρα Μπακογιάννη. Τον Ιούλιο του 1993, δώδεκα βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, των οποίων οι συνομιλίες παρακολουθούνταν, υποβάλλουν μηνυτήρια αναφορά και το πόρισμα των ανακριτών δημοσιεύεται τον Δεκέμβριο του 1993, ενώ η Ν.Δ. έχει ήδη απολέσει την εξουσία. Τον Ιανουάριο του 1994 οι Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Ντόρα Μπακογιάννη παραπέμπονται σε προανακριτική επιτροπή. Μετά το πόρισμα της προανακριτικής ακολούθησαν οι παραπομπές στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Στις 16 Ιουνίου 1994, η Βουλή παρέπεμψε ως «υποκλοπέα» μόνο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, χωρίς τους πιθανούς συνενόχους του για πέντε αδικήματα με 164 υπέρ, 6 κατά και 5 «παρών», αλλά με απόντες τους βουλευτές της Ν.Δ. Τον Νοέμβριο του 1994, το δικαστήριο παραπέμπει τα μη πολιτικά πρόσωπα και  στις 16 Ιανουαρίου 1995, ο Α. Παπανδρέου ζητεί από τη Βουλή την αναστολή των ποινικών διώξεων. Ο τότε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Μ. Εβερτ ζητά  να προχωρήσουν οι διαδικασίες για να μη δοθεί η εντύπωση του συμψηφισμού. Τα αποτελέσματα της μυστικής ψηφοφορίας οδηγούν  στην αναστολή των διώξεων του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και των συνεργατών του.

*Αύριο, στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος οι αγορές του αιώνα, η φούσκα του χρηματιστηρίου, τα σαράντα κύματα του Κτηματολογίου και η εκκαθάριση της ΕΤΒΑ

Πηγή : tvxs

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Μεγάλες ανακαλύψεις από... ατύχημα

Γνωρίζατε ότι η πενικιλίνη «γεννήθηκε» στο εργαστήριο κατά τη διάρκεια καλοκαιρινών διακοπών; Ή ότι ο πρώτος φούρνος μικροκυμάτων που ζύγιζε μισό τόνο «ξεπήδησε» μέσα από πειράματα για τη βιομηχανία οπλικών συστημάτων;
 
Μεγάλες ανακαλύψεις από... ατύχημα
  5  
 
H εικόνα που έχουμε για τον εφευρέτη είναι ενός ανθρώπου αφοσιωμένου στην επίτευξη του στόχου του. Και, γενικά, έτσι είναι. Ομως υπήρξαν και υπάρχουν φορές που άλλο πάσχιζε να βρει ο εφευρέτης και άλλο βρήκε. Ή - σε ακόμη πιο περίεργα παιχνίδια της τύχης - δεν είχε καν κάποιον στόχο κατά νου, αλλά η ανακάλυψη ήρθε και του έπεσε εξ ουρανού, σαν το μήλο στον Νεύτωνα. Τέτοιες αναπάντεχες ιστορίες θα σας διηγηθούμε σήμερα, εφευρέσεων που άλλες κρίθηκαν κοσμογονικές για τη βιομηχανία, άλλες πανάκεια ασθενειών και άλλες... αναστηλωτικές της ζωής μας.
Φούρνος μικροκυμάτων - «τέκνο» των οπλικών συστημάτων

Ο πρώτος φούρνος μικροκυμάτων – το 1947 – είχε μέγεθος ψυγείου

Λίγο μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1946, ο αμερικανός μηχανικός Πέρσι Σπένσερ (Percy Spencer) ετοίμαζε για τη βιομηχανία οπλικών συστημάτων Raytheon έναν νέο τύπο ραντάρ. Βελτίωνε συγκεκριμένα έναν νέο τύπο σωλήνα κενού, το magnetron, που εξέπεμπε μικροκύματα προκειμένου να τροφοδοτήσει τη λειτουργία του ραντάρ. Καθώς ο Σπένσερ ανέβαζε την ισχύ του magnetron ένιωσε μια σοκολάτα που είχε στην τσέπη της εργαστηριακής ρόμπας του να λιώνει. Οπως θα κάναμε όλοι μας, την έβγαλε αμέσως από την τσέπη και την πέταξε. Ο Σπένσερ όμως δεν ήταν ακριβώς «όπως όλοι μας»: ήταν ήδη κάτοχος 120 πατεντών. Οπότε πήρε λίγους σπόρους καλαμποκιού και τους έβαλε μπροστά στο magnetron. Αμέσως εκείνοι έσκασαν ανοίγοντας σε ποπ κορν. Επειτα δοκίμασε με άλλα τρόφιμα και είδε ότι όλα ζεσταίνονταν. Ηταν λοιπόν σίγουρο πως έφταιγαν τα μικροκύματα που εξέπεμπε ο σωλήνας κενού. Μετά ο Σπένσερ βάλθηκε να καταλάβει το πώς συνέβαινε αυτό και πώς θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο.  Το αποτέλεσμα ήταν να πείσει τη Raytheon να κατασκευάσουν το 1947 τον πρώτο φούρνο μικροκυμάτων. Ονομαζόταν Radarange, ζύγιζε κάπου μισό τόνο, είχε ύψος ανθρώπου και πουλιόταν για 5.000 δολάρια. Ευνόητο είναι πως δεν «χώραγε» στην κουζίνα του καθενός μας. Το μέγα βήμα εισβολής στην οικιακή οικονομία έγινε μόλις το 1967, όταν η Raytheon (μέσω της θυγατρικής της, Amana) παρουσίασε έναν επιτραπέζιο φούρνο μικροκυμάτων που έναντι 495 δολαρίων αυτή τη φορά κατόρθωνε να εμπερικλείει με ασφάλεια  όλον τον μηχανισμό που χρειαζόταν για να ξεκινήσει η εποχή της... εργασίας αμφοτέρων των συζύγων.


Σπίρτα: από τα «ραβδιά της φωτιάς» στα «φώτα τριβής»

Τα πρώτα σπίρτα πουλήθηκαν σε ένα βιβλιοπωλείο της Αγγλίας, το 1827

Από την αρχή της εμφάνισής του εκτός Αφρικής γνωρίζουμε ότι ο Homo Sapiens «έπαιζε με τη φωτιά». Είτε όμως τρίβοντας ξύλα πάνω από ίσκα είτε χτυπώντας πυριτόλιθους ή ψεκάζοντας «υγρόν πυρ» στα μονόξυλα των Ρως, η όλη διαδικασία πάντα έπαιρνε χρόνο. Το «στιγμιαίο» της πυροδότησης ανήκε αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δία ή αργότερα της Ανάστασης με το Αγιον Φως.


Η τάξη αυτή των πραγμάτων φαίνεται ότι άλλαξε περίπου εννέα αιώνες μετά τον Χριστό: γύρω στο 950 μ.Χ. ο κινέζος συγγραφέας του βιβλίου «Κατάλογος Ανείπωτων και Περίεργων» Τάο Γκου περιέγραψε σε αυτό «ραβδιά της φωτιάς» που άναβαν με θειάφι. Το πώς γινόταν αυτό δεν δηλωνόταν σαφώς, αλλά σίγουρα δεν περιελάμβανε τριβή.

Πέρασαν άλλοι εννέα αιώνες ωσότου, το 1805, ο γάλλος χημικός Ζαν Σανσέλ (Jean Chancel) κατάφερε να ανάψει το πρώτο «σπίρτο» βυθίζοντας ένα ξυλαράκι εμβαπτισμένο σε ζάχαρη και χλωριούχο κάλιο σε ένα μπουκαλάκι με θειικό οξύ μεγάλης συγκέντρωσης. Οπως μάλλον φαντάζεστε, το εύρημα του Σανσέλ μόνο ακίνδυνο δεν ήταν: μαζί με τη φλόγα αναδιδόταν ένα κίτρινο και δύσοσμο αέριο, το διοξείδιο του χλωρίου, που εκρηγνυόταν με το παραμικρό κατά την επαφή του σχεδόν με οτιδήποτε!

Το 1826 ο Βρετανός Τζον Γουόκερ (John Walker) δεν είχε καν στο μυαλό του το πρόβλημα ανάφλεξης του Σανσέλ: απλώς ανακάτευε σε μια κατσαρόλα κάποια χημικά με ένα ξύλινο ραβδί. Κάποια στιγμή είδε ότι στην άκρη του ραβδιού είχε σχηματιστεί ένας σβώλος που εμπόδιζε την ανάδευση. Σήκωσε το ραβδί και βάλθηκε να ξεκολλήσει τον σβώλο ξύνοντάς τον. Ω του θαύματος: ο σβώλος πήρε φωτιά. Το μυαλό του Γουόκερ πήρε επίσης φωτιά από τις σκέψεις καταλήγοντας στο να καταγράψει τη συνταγή του εμπρηστικού μείγματος. Στις 7 Απριλίου 1827 επισκέφθηκε το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του, όπου πούλησε τα πρώτα σπίρτα, που τα ονόμαζε φώτα τριβής (Friction Lights). Αποτελούνταν από ξυλάκια μήκους οκτώ περίπου εκατοστών τοποθετημένα σε ένα κουτί μαζί με γυαλόχαρτο για να τα τρίβεις.      

Θα υποθέτετε τώρα ότι ο Γουόκερ έγινε πάμπλουτος από αυτό το άγγιγμα της τύχης. Κι όμως: μοσχοπούλησε μεν τα πρώτα 250 κουτιά σπίρτων του, αλλά δεν θέλησε να τα κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Οπότε κάποιος πιο επιτήδειος, ονόματι Σάμιουελ Τζόουνς, αντέγραψε την ιδέα, την κατοχύρωσε και με την εμπορική ονομασία Lucifer (Φωτοδότης) ξεκίνησε τη βιομηχανία των σπίρτων.

Το μοβ... φάρμακο της ελονοσίας

Κανένα φόρεμα πριν απ’ αυτό δεν είχε μοβ χρώμα αφού το συγκεκριμένο αγαπημένο πολλών χρώμα εφευρέθηκε μόλις το 1856

Πανάρχαια ήταν η αναζήτηση από τον άνθρωπο ουσιών που του επέτρεπαν να βάφει τα ρούχα και τα δέρματα με χρώμα. Θα έχετε ακουστά για το περίφημο όστρακο «πορφύρα» που έδινε με τα μεταθανάτια - και δύσοσμα - υγρά του το κόκκινο χρώμα των βασιλικών ενδυμάτων. Για χάρη του οι Φοίνικες έφθασαν ως το Μαρόκο στήνοντας αποικίες. Και όταν οι Φωκαείς της Μασσαλίας το πήραν απόφαση πως δεν μπορούσαν να διεισδύσουν στις παραλίες του Ατλαντικού, βρήκαν τα κατάλληλα ορυκτά για να δημιουργήσουν θελκτικά χρώματα. Οι πρώτες ύλες των χρωμάτων όμως ήταν πάντα παράγωγα της φύσης και παρέμειναν έτσι ως τον 19ο αιώνα.


Το πρώτο συνθετικό χρώμα δημιουργήθηκε το 1856 εντελώς τυχαία: ο 18χρονος Βρετανός Γουίλιαμ Πέρκιν (William Perkin) βρισκόταν στο πρώτο έτος των σπουδών του ως χημικός στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου. Το όνειρό του ήταν να βρει ένα φθηνό και αποτελεσματικό φάρμακο για την ελονοσία. Καταπιάστηκε με το να βρει ένα συνθετικό υποκατάστατο του μόνου διαθέσιμου φαρμάκου, της κινίνης, που παραγόταν από εξωτικά δέντρα. Δοκίμασε διάφορα υλικά, αλλά πάντα με αποτυχία. Απογοητευμένος πήγε να πετάξει τον πολτό που είχε καθιζάνει στη χύτρα του όταν πρόσεξε το υπέροχο χρώμα που είχε εκείνη η λάσπη. Ηταν κάτι ανάμεσα στο πορφυρό και στο κυανό, κάτι το οποίο θύμιζε ανεμώνες που πεθαίνουν. Φαντάστηκε αμέσως το πόσο θα λατρευόταν αυτό το χρώμα από το ωραίο φύλο και άρχισε να αναλύει τα συστατικά της λάσπης για να βρει τι το δημιούργησε. Βρήκε τη συνταγή και βάφτισε το χρώμα του «μοβ».

Αμέσως μετά ο Πέρκιν παράτησε τη σχολή και έπεισε τον πατέρα του να ξεπουλήσει όλη τους την περιουσία για να στήσουν το πρώτο εργοστάσιο παρασκευής συνθετικού χρώματος. Δικαιώθηκε: το μοβ έγινε το χρώμα της μόδας και η οικογένεια έγινε βαθύπλουτη. Επίσης ξεκίνησε μια πραγματική επανάσταση στη χημική βιομηχανία που μεταξύ άλλων έφερε τελικά και την παραγωγή συνθετικής κινίνης.

Σακχαρίνη: ένα γλυκό αλλά διαιτητικό λάθος εργαστηρίου
Το 1879 κανείς δεν φανταζόταν ότι έναν αιώνα μετά η παχυσαρκία θα θεωρούνταν η «επιδημία της καταναλωτικής κοινωνίας» και ότι ένα υποκατάστατο της ζάχαρης θα δημιουργούσε μια ολόκληρη «βιομηχανία διαίτης». Τη χρονιά εκείνη ένας ρώσος ερευνητής, ο Κονσταντίν Φάλμπεργκ (Cοnstantine Fahlberg), εργαζόταν ολημερίς στο εργαστήριο του καθηγητή Ira Remsen στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins των ΗΠΑ. Το αντικείμενο εργασίας του είχε να κάνει με την αντίδραση της πίσσας στην αμμωνία, στα χλωρίδια, στον φώσφορο και σε άλλες ουσίες.

Επιστρέφοντας ένα βράδυ κουρασμένος στο σπίτι του ο Φάλμπεργκ κάθησε στο τραπέζι να φάει χωρίς καν να πλύνει τα χέρια του. Εκοψε τη φρατζόλα το ψωμί και έβαλε μια μπουκιά στο στόμα του. Περιέργως του φάνηκε γλυκό σαν τσουρέκι. Εφαγε κι άλλο, αλλά η γλύκα δεν ήταν πια η ίδια. Κατάλαβε ότι δεν ήταν το ψωμί που ήταν γλυκό, αλλά η σκόνη που είχε ξεμείνει στα χέρια του από ένα χημικό το οποίο είχε χυθεί κατά λάθος επάνω του νωρίτερα. Αφηνιασμένος γύρισε στο εργαστήριο του πανεπιστημίου και άρχισε να δοκιμάζει ένα-ένα τα χημικά στα δοχεία. Κάποια στιγμή βρήκε την ίδια γλυκιά γεύση σε μια ουσία που την είχαν παραβράσει. Είχε ανακαλύψει τη σακχαρίνη!

Επειτα από αρκετές αναλύσεις και δοκιμές ο Φάλμπεργκ ανακοίνωσε από κοινού με τον Ρέμσεν την ανακάλυψη της σακχαρίνης το 1880. Αλλά το 1884 έκανε ένα επιπλέον βήμα: κατέθεσε μόνος του αίτηση για κατοχύρωση της ευρεσιτεχνίας.

Η σακχαρίνη δεν γνώρισε αμέσως την τωρινή της επιτυχία καθώς ο κόσμος του τέλους του 19ου αιώνα δεν ήταν διόλου... υπέρβαρος. Οταν όμως εκδηλώθηκε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και η ζάχαρη άρχισε να μοιράζεται με το δελτίο, όλοι θυμήθηκαν το υποκατάστατο που είχε ο Φάλμπεργκ. Ο μεγάλος πλούτος ήρθε για τους απογόνους του μετά το 1960, όταν το «αμερικανικό όνειρο» συμπληρώθηκε με τα αναψυκτικά διαίτης και όλοι οι παχύσαρκοι άρχισαν να βάζουν στον καφέ τους χαπάκια σακχαρίνης «Sweet 'N Low».  

Ακτίνες Χ, το μελάνι καταγραφής του ανθρώπινου σώματος

Η πρώτη ακτινογραφία παγκοσμίως ανήκει στο χέρι της συζύγου του εφευρέτη της

Στα τέλη του 19ου αιώνα η επιστήμη μεγαλουργούσε ανακαλύπτοντας τις δυνάμεις που συγκροτούν τον κόσμο μας, από τον μικρόκοσμο των μορίων ως το Σύμπαν. Το δυσεξήγητο των δυνάμεων αυτών όμως πολλές φορές έκανε τους επιστήμονες να φοβούνται πως έχουν να κάνουν με... φαντάσματα. Κάτι τέτοιο συνέβη στον γερμανό φυσικό Βίλχελμ Ρέντγκεν (Wilhelm Röntgen) καθώς πειραματιζόταν με έναν σωλήνα καθοδικών ακτίνων.


Οι σωλήνες καθοδικών ακτίνων είναι ουσιαστικά γυάλινοι σωλήνες από τους οποίους έχει αφαιρεθεί ο αέρας και έχει προστεθεί κάποιο ειδικό αέριο. Θυμίζουν τους φωσφορίζοντες σωλήνες που χρησιμοποιούν τώρα οι σπηλαιολόγοι ή αυτούς με τους οποίους παίζουν τα παιδιά στα πανηγύρια. Τότε, όταν ο Ρέντγκεν συνέδεσε τον σωλήνα του με μια γεννήτρια και τον διέτρεξε με ηλεκτρικό ρεύμα, εκείνος άρχισε να βγάζει φως αλλά και μια χημική ουσία σε ένα μπουκάλι λίγα μέτρα μακριά επίσης άρχισε να φεγγοβολεί. Ταραγμένος ο Ρέντγκεν αποφάσισε να επαναλάβει το πείραμα κλείνοντας αυτή τη φορά τον σωλήνα μέσα σε σανίδες. Η χημική ουσία ξαναδιεγέρθηκε! Πώς συνέβαινε αυτό;

Εκείνο που είχε ανακαλύψει τυχαία ο Ρέντγκεν ήταν οι μετέπειτα πασίγνωστες από τις ακτινογραφίες «ακτίνες Χ».  Η χημική ουσία που ακτινοβολούσε «εξ αγχιστείας», προσλαμβάνοντας τις αόρατες ακτίνες που εξέπεμπε ο σωλήνας, έγινε η μελάνη που θα  κατέγραφε μελλοντικά τα ενδότερα του ανθρωπίνου σώματος. Ο Ρέντγκεν ονόμασε αρχικά τις ακτίνες αυτές «Χ», δεδομένου ότι ήταν ακτίνες «άγνωστες». Το ότι διαπερνούσαν το ανθρώπινο σώμα σκοντάφτοντας μόνο στα οστά του το ανακάλυψε βάζοντας τη σύζυγό του να πλησιάσει το χέρι της στον διεγερμένο σωλήνα. Οταν εκείνη είδε τα οστά της στην πρώτη παγκοσμίως ακτινογραφία, φώναξε τρομαγμένη: «Είδα τον ίδιο τον θάνατό μου!».

Viagra: το αποτυχημένο φάρμακο για την καρδιά

Αρχικά, το Viagra στόχευε λίγο πιο ψηλά... κάπου στην καρδιά

Γνωρίζετε την Angina Pectoris; Αν όχι, δεν πειράζει: τη γνωρίζετε ως ασταθή στηθάγχη, τον πόνο που προκαλείται από σπασμούς των στεφανιαίων αρτηριών στην καρδιά. Οντας κάτι το εξόχως επώδυνο, τρεις ερευνητές της φαρμακοβιομηχανία Pfizer, οι Andrew Bell, David Brown και Nicholas Terrett, ανέπτυξαν ένα χάπι - με την κωδική ονομασία UK92480 - για την αντιμετώπισή της. Στόχος τους ήταν να διαστέλλει τις αρτηρίες ώστε το αίμα να κυκλοφορεί πιο ελεύθερα και ο πόνος να σταματά. Οταν όμως έφθασαν στις κλινικές δοκιμές του χαπιού, όλοι πείστηκαν ότι επρόκειτο για παταγώδη αποτυχία. Αλλά οι άρρενες μετέχοντες των δοκιμών είχαν μια... θαυματουργή παρενέργεια: στύση «μετά βαΐων και κλάδων».


Η συνέχεια είναι μάλλον πασίγνωστη: η Pfizer βάφτισε Viagra το περιβόητο μπλε χαπάκι και το παρουσίασε στην αγορά το 1996. Το 2013 έφθασε να εισπράττει 288 εκατ. δολάρια από τις πωλήσεις του μόλις στο πρώτο τρίμηνο. Τα αγαθά, λοιπόν, «πόνοις κτώνται».

Πλαστικό: «μπαμπάς» του ο βακελίτης των χιλίων χρήσεων

Ο ένδοξος πρόγονος όλων των πλαστικών ήταν ο βακελίτης

Μια ματιά γύρω μας, στα αντικείμενα που όλοι χρησιμοποιούμε καθημερινά, αρκεί για να μας πείσει ότι η καταναλωτική κοινωνία μας οικοδομείται σε συντριπτικό βαθμό από πλαστικό. Μόλις όμως έναν αιώνα πριν το υλικό αυτό ήταν ανύπαρκτο.


Το ανακάλυψε τυχαία ένα βέλγος χημικός ονόματι Λεό Μπεκελάντ (Leo Baekeland), που είχε γεννηθεί το 1907. Ο χημικός αυτός πειραματιζόταν με πίσσα προσπαθώντας να βρει υποκατάστατο για το ρετσίνι «shellac», που έως τότε το μάζευαν από τις εκκρίσεις ενός σκαθαριού της Ινδοκίνας. Η ουσία με την οποία παιδευόταν ο Μπεκελάντ ήταν ένα οξύ από φορμαλδεΰδη και φαινόλη, που όμως απέτυχε να του δώσει το ρετσίνι που στόχευε. Πρόσεξε όμως ότι το υλικό άλλαζε μορφή και ιδιότητες όταν άλλαζε τη θερμοκρασία και την πίεση που ασκούσε επάνω του. Αρχισε να το αναμειγνύει με σκόνη ξύλου από ένα πριονιστήριο και σκόνη αμιάντου και να το φουρνίζει σε ένα καμίνι σιδήρου ανεβάζοντας σιγά-σιγά τη θερμοκρασία και την πίεση. Διαπίστωσε ότι ο μαύρος ρευστός πολτός, όταν κρύωσε, εμφάνιζε ελαστικές ιδιότητες, ήταν μονωτικός στον ηλεκτρισμό και άντεχε στην υψηλή θερμοκρασία. Ενθουσιασμένος τον βάφτισε «βακελίτη» και ανακοίνωσε πως είχε βρει «το υλικό για χίλιες χρήσεις».

Η συνέχεια της ιστορίας απέδειξε ότι οι χρήσεις του ήταν πολύ περισσότερες: από βακελίτη φτιάχτηκαν οι πρώτες συσκευές τηλεφώνων, φωτογραφικών μηχανών, ραδιοφώνων, τα κουμπιά των ρούχων και των ηλεκτρονικών συσκευών, οι μπάλες του μπιλιάρδου, τα στόμια των πιπών, τα πιόνια για το σκάκι, το τάβλι και την ντάμα... μέχρι που οι απόγονοί του (πολυεστέρας, βινύλιο, νάιλον, πολυουρεθάνη, πλεξιγκλάς) κατέκλυσαν ως το τέλος του 20ού αιώνα καθετί επάνω στη Γη και έφθασαν τώρα να φτιάχνουν νησιά πλαστικών απορριμμάτων στους ωκεανούς.
Η πενικιλίνη «γεννήθηκε» στις καλοκαιρινές διακοπές
Καθημερινά ο άνθρωπος του 21ου αιώνα ασχολείται με την αντιμετώπιση μεταδοτικών ασθενειών, αλλά εκπλήσσεται όταν μαθαίνει πως αυτές είναι μόλις το ένα εικοστό όσων κατέτρεχαν τον άνθρωπο των αρχών του 20ού αιώνα. Τη ραγδαία αυτή πρόοδο την οφείλουμε κυρίως στην οικογένεια των αντιβιοτικών που γέννησε ένα θαυματουργό φάρμακο, η πενικιλίνη.

Ο σκωτσέζος βιολόγος Ιαν Φλέμινγκ (Ian Fleming) και η ελληνίδα σύζυγός του Αμαλία όντως έψαχναν να βρουν ένα θαυματουργό φάρμακο. Δεν είχαν όμως καταφέρει τίποτε ως τον Αύγουστο του 1928, οπότε καταπτοημένοι έφυγαν για διακοπές. Οταν επέστρεψαν, στις 3 Σεπτεμβρίου, ο Φλέμινγκ βάλθηκε να βάλει τάξη στα διάσπαρτα δοχεία με δείγματα σταφυλόκοκκων που είχε αφήσει στο εργαστήριό του. Ανάμεσα στους χρησιμοποιημένους γυάλινους δίσκους Petri που πετούσε πρόσεξε έναν που είχε πιάσει μούχλα. Τον κοίταξε στο μικροσκόπιο και διαπίστωσε έκπληκτος πως η μούχλα είχε σκοτώσει όλα τα βακτήρια γύρω της! Ο Φλέμινγκ καλλιέργησε επί τούτου τη μούχλα αυτή εξαρχής και αναλύοντάς την πείστηκε ότι είχε ανακαλύψει ένα παντοδύναμο αντιβιοτικό. Μεταξύ των πρώτων εφαρμογών της η πενικιλίνη εξάλειψε τη σύφιλη.
 Πηγή : Το Βήμα

Οι λιμοκοντόροι της ενημέρωσης

Γράφει ο Σταύρος Ψυχάρης
Το περιστατικό είναι αληθινό και συνέβη πριν από περίπου πενήντα χρόνια. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, καθηγητής Ξενοφών Ζολώτας, παρακολουθούσε έκπληκτος το παραλήρημα ενός «εκδότη» μιας, συνήθως εβδομαδιαίας, «οικονομικής εφημερίδας». Απαιτούσε ο εν λόγω... «λειτουργός του Τύπου» διαφημιστικές καταχωρίσεις της τράπεζας για το λαθρόβιο έντυπό του.

Ο καθηγητής-τραπεζίτης του απαντούσε αρνητικά. Και ο «εκδότης» είπε στον Ζολώτα:

- Στον (Τάδε) γιατί δίνεις;

- Μα αυτός είναι εκβιαστής!

- Και εγώ τι είμαι;

Η αφήγηση τελειώνει εδώ γιατί το σημαντικό δεν είναι πώς αντέδρασε ο Ζολώτας αλλά το ότι, όσο και αν δεν ομολογείται, υπάρχουν και σήμερα Μέσα Μαζικής Εκβιάσεως.

Είναι διάφοροι μικροαπατεώνες που τριγυρίζουν ιδιωτικές και δημόσιες επιχειρήσεις ζητώντας, άλλοτε με ικεσίες και άλλοτε με εκβιασμούς, χρηματικά ποσά υπό τύπον διαφημίσεως. Βεβαίως όσο εκπολιτίζεται ο τόπος λιγοστεύουν οι ιδιότυποι αυτοί εκβιαστές. Στη μείωση του αριθμού των εκβιαστών συμβάλλει επίσης και η αναπότρεπτη βιολογική εξέλιξη.

Στον καθημερινό βίο όμως συχνά ώσπου να πεις «Δόξα τω Θεώ» αναγκάζεσαι να αναφωνήσεις «Βοήθα, Παναγιά μου!». Τους παλαιούς, αμόρφωτους εκβιαστές διαδέχονται οι λιμοκοντόροι νέας τεχνολογίας. 

Το ότι η κυβέρνηση αποφάσισε να αντιδράσει και να δημιουργήσει συνθήκες δικαστικού ελέγχου διαφόρων ηλεκτρονικών sites/blogs κ.λπ. γεννά την ελπίδα ότι ο χώρος των μέσων ενημερώσεως θα απαλλαγεί από τα νεοπλάσματα. Η κάθαρση μοιάζει να είναι, ευτυχώς, κοινός τόπος για τους κυβερνώντες, σημερινούς και αυριανούς.

ΥΓ.: Οσοι νομίζουν ή προσδοκούν συγχωνεύσεις μέσων ενημερώσεως εννοώντας μείωση της δημοσιογραφικής ακτινοβολίας του «Βήματος» και των «Νέων», ματαίως ελπίζουν. Ο μεγαλύτερος εκδοτικός οργανισμός της χώρας, παρά την κρίση, ανακάμπτει εντυπωσιακά. Και πολιτικά ισχύει πάντοτε η φράση του νεαρού δημοσιογράφου που απάντησε σε υπουργό της χούντας «Κύριε υπουργέ, εγώ θα είμαι και αύριο εδώ!». 
Πηγή : Το Βήμα
 
 
  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Χρήστος Χωμενίδης: «Φοβήθηκα ότι θα γίνει Εμφύλιος»

Με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου μυθιστορήματός του, ο Χρήστος Χωμενίδης μιλάει για την ανατροφή σε μια πολιτικά ταγμένη οικογένεια, την υπεροχή, ορισμένες φορές, της λογοτεχνίας έναντι της Ιστορίας, αλλά και την οικονομική κρίση ή τα σαράντα χρόνια από τη Μεταπολίτευση.

 
Χρήστος Χωμενίδης: «Φοβήθηκα ότι θα γίνει Εμφύλιος»
Παρά τις ενδεχόμενες εικασίες περί του αντιθέτου, το γεγονός ότι η «Νίκη» είναι βασισμένη στη ζωή της μητέρας τού Χρήστου Χωμενίδη, για εκείνον δεν έχει πολλή σημασία. Θα μπορούσε δηλαδή να μην το πει καν, ώστε να μη χρειάζεται ας πούμε να εξηγεί αν η κυκλοφορία και άλλων βιβλίων για το οικογενειακό περιβάλλον των συγγραφέων τους συνιστά σύμπτωση ή κάτι άλλο. «Μπορώ να σας πω χιλιάδες παρόμοια» λέει και μνημονεύει τη «Μάνα» του Μαξίμ Γκόρκι ή τον «Τρελαντώνη» της Πηνελόπης Δέλτα. «Και αν θέλετε, η διαφορά είναι ότι εγώ δεν έχω ανοιχτούς λογαριασμούς, δεν έγραψα με στόχο την κάθαρση μεταξύ εμού και των νεκρών, ούτε για να καταγγείλω, να συμφιλιωθώ μαζί τους».
 
Γιατί έγραψε τότε; Γιατί αισθάνθηκε κιβωτός ιστοριών προσώπων απελθόντων, που μόνο αυτός θα μπορούσε να διηγηθεί στην τετράχρονη κόρη του. Που με τα πολλά αποδείχθηκαν αρκετές για μυθιστόρημα. «Και όχι μαρτυρία, διότι με ενδιέφερε το πνεύμα, όχι το γράμμα του κόσμου αυτού».
Η "Νίκη" είναι η ιστορία ενός κοριτσιού γεννημένου σε μια οικογένεια αφοσιωμένη στην κοινωνική δικαιοσύνη. Ενός κοριτσιού που αναπνέει αέρα εξορίας σε βρεφική ηλικία, χρησιμοποιεί ψεύτικο όνομα νωρίτερα από το συνηθισμένο ή που το σχεδόν πολυκομματικό σόι του αναμετριέται με την Ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας.
 
Το μεγαλύτερο "κακό" που επιφυλάσσει σε ένα παιδί ένα τέτοιο περιβάλλον είναι, για τον συγγραφέα, να συμπεριληφθεί και εκείνο στις οικογενειακές ταλαιπωρίες, «να μην μπορέσει να πάρει αποστάσεις, ώστε να πλάσει τη δική του προσωπικότητα και αντ' αυτού να καταλήξει γόνος, αχνή φωτοτυπία των γονιών του». Η Νίκη ωστόσο τα καταφέρνει με όπλο τον έρωτα, μήπως επομένως υπερβάλλουμε στην ασφυκτική δύναμη που αποδίδουμε στην Αριστερά; «Μα δεν είναι η Αριστερά που καταπιέζει, είναι οι συνθήκες» απαντά ο συγγραφέας. «Αν ένα συνομήλικό της παιδάκι μεγάλωνε σε περιβάλλον "πατρίς - θρησκεία - οικογένεια", θα έτρωγε άλλου τύπου καταπίεση στη μούρη».
 
Είναι επίσης κόρη του «Αντώνη», του Βασίλη Νεφελούδη, ιστορικού στελέχους της Αριστεράς, τον οποίο ο Χωμενίδης γνώρισε καλά. Τον περιγράφει σαν άνθρωπο «με ευρύ κοινωνικό spectrum», αναδειγμένο σε ηγετική μορφή του χώρου χάρη στην αξία του, όχι σε κάποια κομματική οδηγία. Ο μυθιστορηματικός γαμπρός του βέβαια είναι ένας δωσίλογος από εκείνους που η οικογένεια περιλαμβάνει σε διάφορες εκδοχές και που ο Χωμενίδης μοιάζει με την πένα του να προσπαθεί να κατανοήσει.
 
Δεν είναι δηλαδή κάπως ολισθηρή έστω και η λογοτεχνική ψυχολογικοποίησή τους; «Μα, με όποιον χαρακτήρα καταπιάνεσαι» αποκρίνεται ο συγγραφέας «πρέπει να μπεις στη θέση του. Οχι για να τον αθωώσεις αλλά για να τον εξηγήσεις. Η ταινία "Η πτώση", για παράδειγμα, έδειχνε τον Χίτλερ από μέσα. Και, τέλος πάντων, δεν είναι έντιμο σε ένα βιβλίο να εξυμνούνται οι πατριώτες και οι υπόλοιποι να παρουσιάζονται ως σκιάχτρα».
Ισως για αυτό, όπως σημειώνει στις πρώτες σελίδες, αυθαιρετεί, ενίοτε καλλιτεχνικά, φιλοδοξώντας να φτάσει στο μεδούλι των γεγονότων. Σαν να πιστεύει ότι η λογοτεχνία ειναι ικανότερη να προσεγγίσει το παρελθόν: ναι, απαντά, σε ευτυχείς περιπτώσεις, είναι.
 
Την πιο διεισδυτική κατά τη γνώμη του ανάλυση του Λι Χάρβεϊ Οσβαλντ την πέτυχε ο Ντον Ντελίλο στο «Λίμπρα», γιατί «η λογοτεχνία βάζει την κάμερά της στις ψυχές των ανθρώπων». Ενα ελληνικό παράδειγμα; Το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου. Και, παρεμπιπτόντως, το «Persepolis» της Μαριάν Σατραπί μιλάει για ένα κοριτσάκι που η οικογένειά του συντάχθηκε με την επανάσταση και τους ήρθε ο Χομεϊνί. «Εκείνοι δεν ήταν αριστεροί, αλλά νομίζω ότι οι εμπειρίες τους έχουν εκλεκτικές συγγένειες με όσα γράφω στη "Νίκη"».
 
Πηγή : Τα Νέα