ενημέρωση 4:41, 22 August, 2026

Μπισκοτάκια της Τοσκάνης

Είσαι στην πόλη: Η βασική σου επιθυμία μπαίνοντας είναι να σωριαστείς στον καναπέ, βγάζοντας ταυτοχρόνως τα παπούτσια σου (σπρώχοντας το ένα με το άλλο, τσαλακώνοντας το δέρμα στο σημείο του αχίλλειου τένοντα). Ακολουθεί η γνωστή τελετουργία: λάπτοπ στα γόνατα, κουμπί κλιματιστικού, κουμπί τηλεόρασης σε σίγαση. Και απόλυτη σιγή, κουβέντα δεν θες να πεις ούτε να ακούσεις. Είσαι στη θάλασσα: βυθίζεσαι στο κολύμπι, μπας και το αλμυρό νερό και ο μυϊκός κάματος μουδιάσουν την αγκούσα.

Το ζύμωμα, λέει η Αγλαία Κρεμέζη, έχει θεραπευτικές, εκτονωτικές ικανότητες. Μαζεύω τα κουράγια μου και λέω να την ακούσω. Όχι για κάτι περίπλοκο και δύσκολο. Καντουτσίνι της Τοσκάνης, μπισκοτάκια με γωνίες δηλαδή... μαλακιά μυρωδάτη ζύμη (αλεύρι, αυγά, ανθόνερο, πικραμύγδαλο...) πλάθεται σε κάτι που θα καταλήξει παιχνιδιάρικη μπουκίτσα. Ο καρπός μέσα του σου δίνει την ελπίδα του σπόρου της αναγέννησης. Είμαι ρομάντζα και φιλολό; Ε ναι, γνωστό αυτό, πάμε παρακάτω.

Οι Λατίνοι τα έπαιρναν μαζί τους στους πολέμους αυτά τα διπλοφουρνισμένα ("μπισκότι", το μαρτυρά κι η λέξη) γλυκισματάκια. Τραγανά και μαζί ελαφρώς μαστιχωτά ζουν σε τσίγκινο κουτί για μέρες πολλές, κάνουν τέλειες βουτιές στον πρωινό εσπρέσσο αλλά και συνοδεύουν επίσης νύχτας αγρύπνιας.

Καντουτσίνι

Υλικά

  • 500 γρ. ζάχαρη (καλύτερα μισή καστανή, μισή λευκή, κοινή)
  • 500 γρ. αλεύρι
  • 250 γρ. αμύγδαλα ανάλατα με το φλούδι τους
  • ξύσμα από 2 καλά λεμόνια (αν είναι ακέρωτα ακόμη καλύτερα)
  • 3 αυγά
  • 2 κουταλιές της σούπας βούτυρο φρέσκο (πολύ μαλακό, το 'χω βγάλει από το ψυγείο εγκαίρως)
  • 4 - 5 κουταλιές ανθόνερο (αν δεν έχουμε και το φρέσκο γάλα κάνει τη δουλειά του)
  • λίγες σταγόνες πικραμύγδαλο

Εκτέλεση
Ξεκινάω από τα μύγδαλα: για πιο χειροτεχνική απόλαυση (διαδικασία που σε αποσπά από τις πολύ βαριές σκέψεις) τα κόβω στη μέση μ' ένα καλό μαχαίρι. Όταν βιάζομαι περισσότερο και δεν αναζητώ την παρηγοριά της λεπτομέρειας, τα χοντροκόβω στο μούλτι - ένα μικρό πάτημα του κουμπιού κι είναι έτοιμα, προτιμητέρα πάντως η πρώτη επιλογή. Στα καντουτσίνι τα μύγδαλα δεν πρέπει να 'ναι τρίμματα.

Τα φουρνίζω στους 180 °C σκέτα, απλωμένα σε ταψί για 10 λεπτά περίπου. Αναμειγνύω όλα μαζί τα υλικά - τελευταία αφήνω τα μύγδαλα και, τέλος τέλος, τα αυγά. Τα ζυμώνω με αλευρωμένα χέρια (στην αρχή κολλάει αλλά δεν πτοούμαι). Αν κρίνω απαραίτητο, προσθέτω λιγουλάκι ακόμη ανθόνερο ή γάλα, για να δουλευτεί καλύτερα η ζύμη. Πάντως, η ζύμη πρέπει να 'ναι πολύ μαλακή, να πέφτει από ένα κουτάλι.

Βουτυρώνω και αλευρώνω μια λαμαρίνα του φούρνου και σχηματίζω δύο μακριές λεπτές φρατζολίτσες πλάτους περίπου 8 εκ. Κατά το ψήσιμο θα απλώσουν ακόμη περισσότερο γι' αυτό μην τις κάνετε φαρδύτερες.

Σε ζεστό φούρνο (180 °C) ψήνω για 15 λεπτά μόνο τα καντουτσίνι. Ενδιαμέσως, ανοίγω τον φούρνο και χρησιμοποιώντας δύο σπάτουλες στενεύω τις "φρατζολίτσες" για να μην ξεχειλώσουν πολύ όσο ψήνονται.

Πάνω στο τέταρτο, κατεβάζω τη θερμοκρασία στους 150, τα  βγάζω από τον φούρνο, αφήνω λίγα λεπτά να φύγει η πολλή κάψα κι έπειτα προσεκτικά, μέσα στο ταψί, κόβω διαγωνίως το ρολό μ' ένα καλό μαχαίρι σε καντουτσίνι. Γυρίζω τη μία πλευρά τους προς τα επάνω και ξαναφουρνίζω για 8-10 περίπου ώσπου να να πάρουν χρυσαφένιο χρώμα.

Δεν τα αφήνω παραπάνω και τα βγάζω και από τον φούρνο. Μαστιχωτά και μυρωδάτα. Όταν τα μασουλάς μαζί με τον καφέ σου, για λίγο, παίρνεις δυνάμεις.

Η εφηβική μελαγχολία της Lana Del Rey

«Ξέρετε, έχω κοιμηθεί με πολλούς τύπους από τη μουσική βιομηχανία, αλλά κανένας τους δεν με βοήθησε τελικά να υπογράψω κάποιο συμβόλαιο. Και αυτό είναι κάτι που βρίσκω πολύ ενοχλητικό». Η Λάνα Ντελ Ρέι ξέρει πώς να πει την κατάλληλη ατάκα την κατάλληλη στιγμή. Μπορεί, τελικά, να είναι η νέα Μαντόνα. Οχι επειδή μοιάζουν τα τραγούδια τους - για την ακρίβεια, ουδεμία σχέση έχουν - αλλά από τις ποπ σταρ της γενιάς της δείχνει να είναι η μόνη που γνωρίζει να παίζει με τόση επιδεξιότητα το παιχνίδι της πρόκλησης. Μιας πρόκλησης, μάλιστα, που δεν απαιτεί την επίδειξη σάρκας για να εμπεδωθεί, αλλά χρησιμοποιεί υπονοούμενα για μια άσωτη ζωή και δηλώσεις ειπωμένες με μια αίσθηση αφόρητης πλήξης, το ennui που λένε και οι Γάλλοι. Αυτό το στυλ το οποίο είναι τρομερά δημοφιλές στο κοινό που περνάει από το στάδιο της εφηβείας και βαριέται τρομερά τον αποστειρωμένο κόσμο των ενηλίκων.
 
«Μακάρι να είχα πεθάνει ήδη»
 
Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα η πρόσφατη συνέντευξή της στην εφημερίδα «The Guardian» υπό τον τίτλο «Μακάρι να είχα πεθάνει ήδη». Ο σάλος ήταν αναμενόμενος. Η κόρη του αυτόχειρα Κερτ Κομπέιν έγραψε στο Τwitter πως δεν υπάρχει τίποτε το ρομαντικό στον θάνατο ενός νέου μουσικού. Η Λάνα υπερασπίστηκε τον εαυτό της, πάλι στο Τwitter, ισχυριζόμενη πως ο συνομιλητής της παρίστανε τον θαυμαστή της για να την αναγκάσει να πει πράγματα που δεν εννοούσε και λέγοντας πόσο μετάνιωσε που του έδειξε εμπιστοσύνη. Ο δημοσιογράφος Τιμ Τζόνζι (στα tweets της τον μπέρδεψε με τον άλλο έγκυρο μουσικοκριτικό της εφημερίδας) ανέβασε μέρος της ηχογραφημένης συνομιλίας τους στο σάιτ του εντύπου για να λύσει την παρεξήγηση. Με αφορμή μια κουβέντα για τα είδωλά της που έχουν πεθάνει σε νεαρή ηλικία, τη ρωτάει πώς σκέφτεται τον θάνατο και εκείνη του απαντάει ότι εύχεται να είχε ήδη συναντήσει τον Χάρο. Το λέει μισοαστεία, μισοσοβαρά. Αυτός σοκάρεται. Εκείνη επιμένει.
 
Με αφορμή αυτή τη δήλωση, και η Σινέντ Ο'Κόνορ προσπάθησε να τη βρει για να της δώσει κάποιες συμβουλές. Δεν γνωρίζουμε αν τα κατάφερε, όμως ξέρουμε πως λίγο καιρό μετά άλλαξε θέμα, μιλώντας για το αγαπημένο της τραγούδι του Μπρους Σπρίνγκστιν, το «I'm On Fire», και προσπαθώντας να μας κάνει να ασχοληθούμε με τα κρεβάτια από τα οποία πέρασε στην πορεία προς την κορυφή. Φυσικά, ξεκαθάρισε ότι τόνοι κατάθλιψης και ανασφάλειας κατέστρεψαν την τελευταία της σχέση, ωστόσο δεν έχει χάσει την ελπίδα της: «Ολα τα άλλα είναι τόσο δύσκολα, ας ελπίσουμε ότι η αγάπη είναι το ένα πράγμα που φέρνει αληθινή χαρά».
 
Ολα αυτά έχουν πλάκα, όμως αδικούν τελικά τη μουσική της. Διότι το καινούργιο της άλμπουμ, «Ultraviolence» ο τίτλος του, επιβεβαιώνει το ταλέντο της στη σύνθεση μελαγχολικής ορχηστρικής ποπ, χωρίς να πέφτει καθόλου στην παγίδα να χωρέσει και upbeat κομμάτια τα οποία να ταιριάζουν στον ήχο που είναι τώρα της μόδας (όπως είχε κάνει στο ντεμπούτο της) και χωρίς στίχους σαν εκείνον που έλεγε ότι το αιδοίο της έχει τη γεύση της Pepsi-Cola, και είχε ενοχλήσει τη μητέρα της - αν και ο πατέρας της τον είχε βρει αστείο. Με τον Νταν Αουερμπαχ, κιθαρίστα των Black Keys, στη θέση του παραγωγού, η ατμόσφαιρα της γοητευτικής παρακμής δεν χάνει στιγμή την έντασή της. Το ΒΗmagazino επικοινώνησε με τη Λάνα Ντελ Ρέι και οι απαντήσεις της έχουν ενδιαφέρον.
 
Τα τραγούδια σας μοιάζουν να τοποθετούν συνεχώς τη μελαγχολία σε ένα περιβάλλον χλιδής. Αυτή είναι η πρόθεσή σας ή προκύπτει έτσι το κλίμα;
«Νιώθω ότι φτιάχνω χαρούμενα τραγούδια αλλά όταν βάζω άλλους να τα ακούσουν μου λένε πόσο θλιμμένα είναι. Δεν μπορώ να ξεφύγω από τη ζωή μου, η οποία έχει υπάρξει τρικυμιώδης. Τρία χρόνια μετά το ντεμπούτο μου βασανίζομαι ακόμη από αμφιβολία και θλίψη μαζί. Μπροστά μου υπάρχει  μόνο αβεβαιότητα και μια αίσθηση κενού. Και δεν μου αρέσει καθόλου να μη γνωρίζω πού πηγαίνω. Η ερωτική μου ζωή, η οικογενειακή, είναι τόσο εύθραυστες - δεν είμαι σίγουρη για τίποτα».

Το «Ultraviolence» δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να είχε γραφτεί στα 60s στο Λόρελ Κάνιον, τη γειτονιά εκείνη του Λος Αντζελες όπου είχε δημιουργηθεί μια άτυπη κοινότητα καλλιτεχνών όπως ο Φρανκ Ζάπα και ο Τζιμ Μόρισον.
«Ναι, αγαπώ πάρα πολύ αυτή την περίοδο, ειδικά την Τζόνι Μίτσελ, την οποία η μητέρα μου λάτρευε. Οσο ζούσα στη Νέα Υόρκη αυτό έψαχνα, την αίσθηση της κοινότητας, περίπου σαν αυτό που είχε κάνει ο Τζεφ Μπάκλεϊ στα 90s ή ο Μπομπ Ντίλαν στα 60s. Ομως ποτέ δεν βρήκα τη "συμμορία" μου, την οικογένειά μου. Μόλις έφτασα στο Λος Αντζελες συνάντησα ανθρώπους με τους οποίους μπορούσα να παίξω, να μιλήσω, όλους αυτούς που έχουν με έναν τρόπο αναβιώσει το Λόρελ Κάνιον, όπως ο Φάδερ Τζον Μίστι και ο Τζόναθαν Γουίλσον, με τον οποίο ξεκίνησα να γράφω και το άλμπουμ. Ο,τι έψαχνα στη Νέα Υόρκη το βρήκα στη Δυτική Ακτή. Οδηγούσα την παλιά μου Μercedes από το ένα σπίτι στο άλλο, ένιωθα σαν να ξαναπήγαινα γυμνάσιο. Κάθε επτά χρόνια το κέντρο βαρύτητας της μουσικής βιομηχανίας μετακινείται από τη μία ακτή στην άλλη. Σήμερα, βρίσκεται σίγουρα στη Δυτική Ακτή».

Τι μπορεί να μη φαντάζονται οι θαυμαστές σας για τη ζωή σας;
«Κανείς δεν το ξέρει, αλλά μου αρέσει πολύ να χορεύω. Οσο ηχογραφούσαμε στο Νάσβιλ, μόλις τελειώναμε ακούγαμε ξανά ό,τι είχαμε φτιάξει και χορεύαμε σαν τρελοί. Καλούσαμε ανθρώπους που γνωρίσαμε σε ένα μαγαζί εκεί κοντά και φίλους μας όπως η Τζούλιετ Λιούις ή ο Χάρμονι Κορίν. Ποτέ δεν είχα ξαναδουλέψει έτσι. Πρώτη φορά βρισκόμουν με τόσους δημιουργικούς ανθρώπους στο ίδιο στούντιο. Εμαθα πολλά. Τώρα μπορώ να απομονώσω τον εαυτό μου, να πειραματιστώ χωρίς προσπάθεια, ακόμη και με πολύ κόσμο στο στούντιο. Υπάρχει ένα απέραντο σύμπαν μέσα στο μυαλό μου όπου πηγαίνω για να βρω καταφύγιο. Ισως να μην έχω μεγάλη τύχη στην καθημερινή μου ζωή, όμως σε ό,τι αφορά τη δουλειά είμαι ευλογημένη. Στα στούντιο πάντα περιτριγυρίζομαι από καλούς ανθρώπους. Εκεί η διάθεσή μου είναι πάντα καλή».  

Περάσατε πολλά μέχρι να κυκλοφορήσει η πρώτη σας δουλειά. Πότε καταλάβατε ότι έπρεπε να επιμείνετε;
«Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του "Born to Die". Δεν θα ξεχάσω ποτέ την επίσκεψη του πατέρα μου. Εξεπλάγη όταν με είδε τόσο σίγουρη, τόσο ηγετική, όταν με είδε να ζητάω από τον παραγωγό ένα μπιτ ή μια συμφωνία. Δεν είχε ιδέα τι έκανα έξι χρόνια, ότι έχτιζα υπομονετικά τον μικρό μου κόσμο. Οι γονείς μου δεν ήξεραν καν ότι τραγουδούσα. Ομως όταν ο πατέρας μου με είδε στο στούντιο, μου είπε ότι ήταν μια από τις πιο ευτυχισμένες ημέρες της ζωής του. Σοκαρίστηκε, κατάλαβε ότι η μουσική ήταν το πάθος μου. Οι δικοί μου επέμεναν να μην αφήσω το σχολείο για τη μουσική, και ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στη Φιλοσοφία επειδή ήξερα ότι θα μπορούσαν να θρέψουν τα τραγούδια μου. Οταν είδα ότι ο πατέρας μου με κατάλαβε, δικαιώθηκαν έξι χρόνια δουλειάς».

Πιστεύετε στο ταλέντο;
«Νιώθω ότι έχω ένα χάρισμα: να φτιάχνω μουσική. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια υπήρχαν μεγάλες περίοδοι όπου δεν έγραψα ούτε μια λέξη που να μου άρεσε και προσευχόμουν να επιστρέψει η μούσα μου. Και, ξαφνικά, εφέτος τον χειμώνα ένα τραγούδι σαν το "Old Money" μού ήρθε σαν επιφοίτηση (σ.σ.: με λίγη βοήθεια από τον Νίνο Ρότα). Το κομμάτι που λέγεται "Carmen" το ίδιο, το εμπνεύστηκα όσο περπατούσα. Εκείνη την περίοδο έκανα μεγάλους περιπάτους, ήταν η ιεροτελεστία μου. Τώρα, οδηγώ, πάω για κολύμπι στον Ειρηνικό. Και η έμπνευση γεννιέται σε αυτά τα καθημερινά τελετουργικά. Ηχογραφώ τον εαυτό μου στο αυτοκίνητο, τραγουδώντας με δυνατή φωνή».

Ποιο κομμάτι της δουλειάς σας είναι απόλαυση και ποιο βάσανο;
«Η απόλαυση ξεκινά και τελειώνει με την ηχογράφηση του άλμπουμ. Μετά αρχίζει ο πόνος. Οι περιοδείες, η προώθηση, δύσκολα πράγματα. Γιατί όσο κι αν προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου για το αντίθετο, οι παρανοήσεις ή οι διαστρεβλωμένες ιδέες σχετικά με το ποια είμαι, εξακολουθούν να διαδίδονται. Και νιώθω ότι πρέπει να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου, να με δικαιολογώ και δεν το έχω ανάγκη, η μουσική μου είναι αρκετά καλή για να μη χρειάζεται να το κάνω. Βαθιά μέσα μου, θα προτιμούσα να σιωπώ».

Πόσο συγκεντρωτική είστε όταν εργάζεστε;
«Μπορώ να τρελάνω τον παραγωγό μου, γιατί έχω πολύ ξεκάθαρο όραμα για τα τραγούδια μου και πρέπει στο τέλος να ακούω από τα ηχεία αυτό που ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Το ίδιο και με τα βίντεο. Εχω έτοιμα τα στόριμπορντ στο μυαλό μου. Πρέπει να τρέλανα τον Αουερμπαχ εφέτος, όμως στο τέλος της ημέρας ένα όνομα θα μπει στο εξώφυλλο του δίσκου και αυτό είναι το δικό μου. Οφείλω να το προστατεύω».

Στο τραγούδι «Brooklyn Baby» αναφέρετε τον Λου Ριντ.
«Ονειρευόμουν να μοιραστώ το τραγούδι μαζί του, σκεφτόμουν ότι θα έβρισκε τους στίχους διασκεδαστικούς, τους έγραψα έχοντας εκείνον στο μυαλό μου. Την ημέρα που προσγειώθηκα στη Νέα Υόρκη για να τον συναντήσω και να τους ακούσει, πέθανε».

Πολλά από τα πρότυπά σας έχουν πεθάνει σε νεαρή ηλικία: ο Ελιοτ Σμιθ, η Εϊμι Γουάινχαουζ, η Μέριλιν Μονρόε, ο Τζεφ Μπάκλεϊ...
«Δεν τους αγάπησα επειδή πέθαναν νέοι αλλά αυτή φαίνεται να είναι η μοίρα όσων θαυμάζω. Ευτυχώς, το παράδειγμα του Λέοναρντ Κοέν με διαψεύδει. Δεν βρίσκω κάτι ρομαντικό στο να πεθαίνει κανείς νέος. Οι καλλιτέχνες είναι πιο χρήσιμοι ζωντανοί, παρά νεκροί».  

Δίνετε την εντύπωση ότι δεν απολαμβάνετε τις μεγάλες συναυλίες. Είναι αλήθεια;
«Βρίσκομαι σε τουρνέ στην Αμερική από τις αρχές Απριλίου, για πρώτη φορά κάνω τόσες εμφανίσεις και όλα πηγαίνουν αναπάντεχα καλά. Τα τελευταία δύο χρόνια δεν αισθάνομαι πολύ καλά σωματικά, υποφέρω από έλκος, αλλά η φωνή μου αντέχει αυτές τις μεγάλες συναυλίες σε χώρους που χωράνε ακόμη και 9.000 άτομα. Καπνίζω, πίνω πολύ καφέ, τρώω σοκολάτες και πίτσα, ο τρόπος ζωής μου δεν είναι και ο πιο ενδεδειγμένος όταν ταξιδεύω για τα live. Το ότι έπαιξα την ίδια χρονιά στο Coachella και στο Glastonbury, σε δύο τόσο σημαντικά μουσικά φεστιβάλ, είναι μια μεγάλη τιμή. Οταν τελειώσω με την περιοδεία θα ήθελα να ασχοληθώ με το σινεμά, μου έχουν γίνει κάποιες ενδιαφέρουσες προτάσεις και έχω μπει στον πειρασμό να πω το "ναι". Οταν ήμουν μικρή ονειρευόμουν τις Κάννες, το φεστιβάλ, την αίγλη και το κόκκινο χαλί. Τραγούδησα εκεί τον Μάιο για τρίτη συνεχή χρονιά.  Ως έφηβη, με φανταζόμουν να ζω στη Γαλλία, εξόριστη, ποιήτρια. Είχα τρέλα με τη γαλλική κουλτούρα. Ειδικά με τον Σερζ Γκενσμπούργκ».  

Ακόμα και οι οδοντίατροι διαφωνούν για το βούρτσισμα των δοντιών

Λονδίνο
Οι συστάσεις που δίνουν διάφορες πηγές για το πώς πρέπει να βουρτσίζουμε στα δόντια μας παρουσιάζουν «απαράδεκτες αποκλίσεις», διαπιστώνει μελέτη οδοντιάτρων στη Βρετανία. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες για το ποια είναι η βέλτιστη μέθοδος.

Η έρευνα που δημοσιεύεται στο British Dental Journal εξετάζει τις συστάσεις που δίνουν τα οδοντιατρικά εγχειρίδια, οι εταιρείες που παράγουν οδοντόκρεμες και οδοντόβουρτσες και οι οδοντιατρικοί σύλλογοι σε δέκα χώρες.

Μεταξύ των 66 διαφορετικών πηγών που εξέτασαν οι ερευνητές του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Λονδίνου, η μέθοδος που εμφανιζόταν πιο συχνά στις συστάσεις είναι το βούρτσισμα με μικρές, οριζόντιες κινήσεις.

Υπήρχαν όμως έξι παραλλαγές της ίδιας τεχνικής ή ακόμα και εντελώς διαφορετικές συστάσεις. Ορισμένες πηγές συνιστούν το κράτημα της οδοντόβουρτσας σε γωνία 45% σε σχέση με τα ούλα, ενώ άλλες προτείνουν το βούρτσισμα με κάθετες κινήσεις.

Όσον αφορά τη διάρκεια του βουρτσίσματος, 26 πηγές συνιστούν δύο λεπτά, 12 πηγές για δυόμισι λεπτά και δύο πηγές τρία λεπτά. Όσον αφορά τη συχνότητα, οι περισσότερες πηγές προτείνουν δύο φορές την ημέρα, υπάρχει όμως και μια πηγή που συνιστά τρεις φορές την ημέρα.

Οι ερευνητές γράφουν ότι οι μεγάλες αυτές ασυμφωνίες για κάτι που πρέπει να γίνεται δύο φορές την ημέρα «πρέπει να αποτελεί μεγάλη πηγή ανησυχίας για το οδοντιατρικό επάγγελμα. Τονίζουν όμως ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες για το ποια είναι η βέλτιστη μέθοδος.

«Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι περίπλοκες τεχνικές είναι καλύτερες από ένα απλό, μαλακό βούρτσισμα» λέει σε ανακοίνωση του πανεπιστημίου ο Όμπρι Σέιχαμ, επικεφαλής της μελέτης.

«Βουρτσίστε μαλακά με απλές οριζόντιες κινήσεις τριψίματος, με τη βούρτσα σε γωνία 45 μοιρών ώστε να φτάνει την οδοντική πλάκα» προτείνει ο ίδιος. «Για να αποφύγετε το υπερβολικά δυνατό βούρτσισμα, κρατήστε τη βούρτσα όπως κρατάτε ένα μολύβι».

Επισημαίνει ακόμα ότι δεν έχει νόημα να βουρτσίσει κανείς τα δόντια αμέσως μετά το γλυκό, αφού τα βακτήρια χρειάζονται μόλις δύο λεπτά για να αρχίσουν να παράγουν οξύ που βλάπτει το σμάλτο. Σε αυτή την περίπτωση είναι καλύτερα να περιμένει κανείς λίγη ώρα ώστε να μην φθείρει το σμάλτο με το βούρτσισμα.

Πηγή : in

  • Κατηγορία ΥΓΕΙΑ
  • 0

«ο απλωμένος τραχανάς»

Σε συνομιλία μου με γνωστό πρώην αντιδήμαρχο μου έλεγε ότι «ο Νίκος» θα κάνει το colpocrosso  και θα είναι και πάλι ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός-Δήμαρχος. Μου τόνισε μάλιστα ότι μακάρι να είναι μαζί μας και ο Β. Βάρσος που είναι πασίγνωστος και δημοφιλής. Το ξέρουν και οι πέτρες. Ξέρεις πόσοι είναι οι υποψήφιοι για δημοτικοί σύμβουλοι, έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. Του απάντησα ότι μπορεί οι υποψήφιοι να υπάρχουν, το θέμα είναι αν υπάρχουν και ψηφοφόροι. Με όλα αυτά που κάνετε και την αλαζονεία που έχει σπάσει όλα τα κοντέρ, έχετε «απλώσει τον τραχανά» επικίνδυνα. Δεν ήξερε ακόμη ή έκανε πως δεν ήξερε, ότι ο Β. Βάρσος είναι στο πλευρό του συνδυασμού. Αλλά να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, έβαλε τον εαυτό του για να σωθεί από το παρελθόν και το μέλλον. Λίγο έχει σημασία τώρα, πάντως το γεγονός είναι πως το τοπίο έχει αλλάξει πλήρως και, είναι μόνιμο. Οι περισσότεροι από τους συνήθεις ύποπτους είναι πλέον ιστορία, θα τους θυμόμαστε, άλλος με πικρία και άλλος με μεγάλη χαρά. Το σκηνικό ξεβρόμισε.

Ότι αν δεν κερδίζει η παράταξη φταίει το άδειο φεγγάρι, οι νεφελίμ, «τα κτήνη με τα γκρι», η επέτειος της Άλωσης και όχι η γνώση των πολιτών, η απέχθεια της διοίκησης των μόνων υπευθύνων; Αυτά υποδεικνύει η λογική, όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει να προσπαθήσουν πολύ για να τα λερώσουν όσοι κινούνται στον αστερισμό της αθλιότητας.

Ιδιαίτερα η παράταξη Χιωτάκη -και ανεξάρτητα από τα ενδογενή προβλήματά της, όσα απορρέουν από τη σύγκρουση φιλοδοξιών και την αναγωγή του διοικητισμού σε οιονεί ιδεολογία- μετατράπηκε σε πεδίο άσκησης χολερικής ειρωνείας από την πλευρά των πρώην συνέταιρων του.

Μαγική εικόνα

Του λοιπού, όταν θα βλέπω τον Νίκο Χιωτάκη στο φυτώριο του να ποτίζει τα φυτά, θα ξέρω ότι πρόκειται για τον ίδιο και όχι για την εικόνα του.

Γιάννης Γ. Κατσίμπας

Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ της ΚΗΦΙΣΙΑΣ