ενημέρωση 7:43, 27 August, 2026

Μια χώρα σε vertigo

Γράφει η Κρυσταλία Πατούλη

Πριν… μεταναστεύσω στην Αίγινα, οραματίστηκα ότι με μεγάλη προσπάθεια αγωνιζόμουν να στρέψω την πυξίδα από τον βορά στο νότο, για να κάνω μία μεγάλη στροφή στην πορεία μου. Την επόμενη μέρα έπαθα ίλιγγο. Από τότε μαθαίνω συνεχώς ότι πολλοί συμπολίτες μας αυτό τον καιρό της κρίσης παθαίνουν κρίσεις ιλίγγου. Μια ολόκληρη χώρα δηλαδή μοιάζει να είναι σε vertigo αλλαγών: οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό, αξιακό, πολιτιστικό, εγκεφαλικό, πνευματικό, λογικό, συναισθηματικό και πλέον… σωματικό.  

Το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ όπως έχει γράψει και η Άλις Μίλερ, και αυτό τον καιρό που οι περισσότεροι από εμάς χρειάζεται να κάνουν τεράστιες αλλαγές στη ζωή τους για να επιβιώσουν, πρέπει να αλλάξουν εκτός των άλλων και προσανατολισμό, και ενίοτε να κάνουν στροφές 180 ή και 360 μοιρών για να τα καταφέρουν.

Το να κατανοείς τι προσπαθεί να σου πει το ίδιο το σώμα σου, με τα συμπτώματά του, όπως π.χ. ότι “ναι, εσύ μπορεί να κάνεις τις… στροφές στο μυαλό σου γρήγορα και με δεξιοτεχνία και να περνάς και σε πράξη, αλλά εγώ φίλε ζορίζομαι και χρειάζομαι το χρόνο μου για να προσαρμοστώ”,  σου δίνει τουλάχιστον μια αίσθηση ασφάλειας, εφόσον σημαίνει πως κατανοείς το άλλο μισό ημισφαίριο του εγκεφάλου σου που δεν μπορεί να μιλήσει με λέξεις. Και μ’ αυτήν την κατανόηση δεν το εξωθείς λόγω άγνοιας, να… βαρέσει μεγαλύτερο καμπανάκι -και σίγουρα χειρότερο και σοβαρότερο από έναν ίλιγγο.

Το να αντιλαμβάνεσαι εν ολίγοις τα μηνύματα του σώματός σου και να κάνεις… πίσω για να αφουγκραστείς είτε τους χρόνους προσαρμογής που έχει ανάγκη, είτε ακόμα και για να το ακολουθήσεις σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες, ακόμα κι αντίθετα με αυτό που θέλεις εσύ συνειδητά πολλές φορές, σημαίνει ότι μπορείς να ακούς τον κρυφό σου εαυτό που ο “λόγος” του είναι πολύ καθοριστικός, διότι είναι και αυτός που σωματοποιείται…

Όπως μας ανέφερε ο καθηγητής φιλοσοφίας Στέφανος Ροζάνης στην εκδήλωση που διοργάνωσα την περασμένη άνοιξη, όταν προσπαθείς να κατανοήσεις αυτόν τον ασυνείδητο ευατό που εκφράζεται με το σώμα και δεν τον αφήνεις στο μαύρο σκοτάδι, όταν έχεις όσο γίνεται μεγαλύτερη αυτογνωσία με άλλα λόγια, δεν κινδυνεύεις να γίνεις ομοίωμα ανθρώπου…

Παρόλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, είναι δηλαδή τουλάχιστον να μη γίνουμε ομοιώματα ανθρώπων, ανίδεα για το τι συμβαίνει στον ίδιο τους τον εαυτό, όπως και γύρω τους.

Το πρώτο βήμα άλλωστε για να κατακτήσει την… ανθρωποσύνη του ένας άνθρωπος, άρα την ελευθερία του, είναι να έχει επαφή με τα συναισθήματά του όπως είπε και ο Καστοριάδης (το λέω και το ξαναλέω αυτό). Στην καλύτερη περίπτωση, μάλιστα, να έχει επαφή με τα συναισθήματά του πριν… σωματοποιηθούν, γιατί αν στην χειρότερη περίπτωση μείνουν στη λήθη, τότε η σωματοποίησή τους μπορεί να είναι και μη αναστρέψιμη.

Η κατανόηση και η επίγνωση είναι το ζητούμενο για να διαχειριστεί κάποιος τις δυσκολίες του. Και όπως είπαμε, όχι μόνο της λογικής και του συνειδητού του, μα και του ασυνείδητου και των συναισθημάτων του σε συνεργασία. Αλλά η χώρα δείχνει ομοίωμα χώρας, όπως και η δημοκρατία της “ομοίωμα δημοκρατίας”. Και κινδυνεύουν και οι άνθρωποι να γίνουν όλο και περισσότεροι ομοιώματα επίσης. Σα σβούρα η πατρίδα που γυρίζει ακροβατώντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα γύρω από τον εαυτό της, χωρίς να μπορεί ούτε καν να τον αναγνωρίσει.-

Πηγή : tvxs

 

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Πώς «γεννήθηκε» το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Πώς «γεννήθηκε» το «Ζ» του Βασίλη Βασιλικού; Το ερώτημά μας δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη απάντηση από αυτή του δημιουργού του. Ο «πατέρας» του βιβλίου, Βασίλης Βασιλικός, δέχτηκε να αποκαλύψει τι ήταν αυτό που τον ώθησε να γράψει αυτό το σπουδαίο μυθιστόρημα. Να μας γράψει για την ιστορία του. Τον ευχαριστούμε θερμά.

«Ήταν η εποχή της δημοκρατικής άνοιξης του Γεωργίου Παπανδρέου-παππού. Κυρίως στην Παιδεία (με τον Ευάγγελο Παπανούτσο, Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου), στις Τέχνες και τα Γράμματα. Εγώ συνοδοιπορούσα με την Αριστερά χωρίς κομματική ταυτότητα. Το έγκλημα είχε γίνει δίπλα από το πατρικό μου σπίτι, στη Θεσσαλονίκη. Διακόσια μέτρα απόσταση… Δεν είχα όμως σκοπό να γράψω ένα βιβλίο.

Το έναυσμα, την ώθηση, το σπρώξιμο μού το έδωσε ο φίλος μου και καθοδηγητής μου, εκ των κορυφαίων στελεχών της ανανεωτικής ΕΔΑ, Δημήτρης Δεσποτίδης. Ήταν ο άνθρωπος που μου με ενέπνεε. Ό,τι μου ζητούσε να γράψω (μάνες πολιτικών κρατουμένων, σκουπιδότοπος, κτλ.) το εκτελούσα με χαρά και πάθος. Όλα τα κείμενα αυτά υπάρχουν στο βιβλίο μου “Εκτός των Τειχών”. Μέσα στο ίδιο βιβλίο υπάρχουν και τα πρώτα κείμενα για τον Λαμπράκη. Καθώς και το σενάριο του ντοκιμαντέρ “100 ώρες του Μάη” των Δήμου Θέου-Φώτου Λαμπρινού..

Στο μεταξύ τρεις δημοσιογράφοι ο Γιάννης Βούλτεψης από την “Αυγή”, ο Γιώργος Ρωμαίος από το “Βήμα” και ο Γιώργος Μπέρτσος από την “Ελευθερία” του Πάνου Κόκκα εξυφαίναν προσεκτικά τον μίτο της Αριάδνης στο σκοτεινό λαβύρινθο του παρακράτους.

Τα παρακολουθούσα όλα, είχα ανέβει κι εγώ στη Θεσσαλονίκη για επιτόπια έρευνα στη γειτονιά μου, ώσπου μια μέρα ο ίδιος ο Δημήτρης Δεσποτίδης μού έφερε με ένα καμιονάκι και ξεφόρτωσε σπίτι μου περίπου σαράντα κούτες με το φωτοτυπημένο προανακριτικό υλικό. (Άκρως απόρρητο τότε και τώρα. Υπάρχει ωστόσο κατατεθειμένο στα αρχεία μου που βρίσκονται στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, μαζί με τα αρχεία του Άρθουρ Μίλερ, της Οριάνας Φαλάτσι, του Τέννεσυ Ουίλλιαμς και δεκάδων άλλων συγγραφέων του πλανήτη.) Το πώς το απέκτησε δεν τον ρώτησα ποτέ. Δεν θέλησα ποτέ να το μάθω. Ήταν το δώρο εξ ουρανού για έναν που ήθελε να γράψει για τη δολοφονία του Λαμπράκη. Και βυθίστηκα μέσα σε αυτό.

Ξενέρισα μετά από δύο χρόνια. Μα το βιβλίο δεν μπορούσα να το ξεκινήσω. Ωρίμαζε μέσα μου, αλλά το “κλικ” δεν γινόταν. Το κλειδί της αφήγησης δεν το είχα βρει. Έτσι, απολογούμενος στον φίλο μου έγραψα την “Απολογία του Ζ”, χωρίς φυσικά τότε να τη δημοσιεύσω. (Είδε το φως της δημοσιότητας 10 χρόνια μετά, το 1975, όταν έπεσε η χούντα.) Ωστόσο, άνοιξη του 1966 έγινε επιτέλους το “κλικ”. Βρήκα την πρώτη φράση του βιβλίου. Και οι 500 σελίδες που ακολούθησαν κύλησαν σαν νεράκι. Και το βιβλίο έπεσε στο χώμα σαν υπερώριμο ροδάκινο που παραλίγο να σαπίσει.

Η πρώτη έκδοση έγινε Νοέμβριο του ’66. Και το πρώτο μέρος του πρωτοδημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες, στο μόνο εβδομαδιαίο περιοδικό της εποχής, μαζί με τις φιλελεύθερες “Εικόνες” της Ελένης Βλάχου, στον “Ταχυδρόμο” του Γιώργου και της Λένας Σαββίδη. Η κυκλοφορία τού περιοδικού ανέβηκε κατακόρυφα. Κι εγώ μια μέρα στο γήπεδο της Τούμπας (έπαιζε Άρης-Μακεδονικός κι ήμουν οπαδός του δεύτερου) βλέπω στην κάτω από μένα κερκίδα κάποιον να διαβάζει με πάθος χωρίς να παρακολουθεί το μάτς. Ώσπου βάζει γκολ ο “Άρης” κι ο φίλος του τον σκουντά με ενθουσιασμό “ρε συ”, του λέει” σταμάτα να διαβάζεις Βάλαμε γκολ και δεν το πήρες είδηση.” Τότε έσκυψα κι εγώ από περιέργεια να δω τι διάβαζε και ανακάλυψα ότι ήταν στην 4η συνέχεια του “Ζ” από τον “Ταχυδρόμο”.

Στην πρώτη μου συνέντευξη στην ερώτηση του δημοσιογράφου “ τι σας έκανε να το γράψετε;” απάντησα θρασύτητα “για να επηρεάσω τους δικαστές”. (Η δίκη ακόμα συνεχιζόταν.) Στην παρατήρηση φίλου “καλά αυτά τα ξέρουμε από τις εφημερίδες, γιατί έγραψες ολόκληρο βιβλίο;”, η απάντησή μου ήταν , “ναι, εμείς τα ξέρουμε, αλλά πού θα τα βρεί κανείς σε 30 χρόνια;”

Τέλος, στους αριστερούς άλλων χωρών που με ρωτούσαν όταν κυκλοφόρησε στη χώρα τους γιατί επιμένω τόσο πολύ πάνω σε ένα άτομο και όχι σε ένα κίνημα λαού, απαντούσα πώς ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός μού ήταν κάτι ξένο. Ο ποιητικός λυρισμός με εξέφραζε καλύτερα.

Κι όταν ο συνομιλητής μου ήταν καλοπροαίρετος ανέλυα βαθύτερα τον προβληματισμό μου: μέσα από το Ζ ήθελα να δείξω την ιεραρχία της εξάρτησης. Τον μικροπωλητή που για να έχει άδεια για τον πάγκο του εξαρτάται από την χωροφυλακή, η χωροφυλακή που εξαρτάται από την πολιτική ηγεσία της, η πολιτική ηγεσία που εξαρτάται από το Παλάτι (την ανωτάτη εξουσία τότε), το Παλάτι που εξαρτάται από τα ξένα συμφέροντα κ.τ.λ.

Τέλος, το 1969 βγαίνει στις οθόνες η περίφημη ταινία του Κώστα Γαβρά, που απαλείφει τα αυστηρά ελλαδικά στοιχεία και κάνει το θέμα του παγκόσμιο, με την έννοια ότι κάθε χώρα είχε ένα δικό της Λαμπράκη. Ο Πατρίς Λουμούμπα στην Αφρική, ο Τζων Φιτζέραλντ Κέννεντυ στις ΗΠΑ, ο στρατηγός Ντελ Γκράντο στην Ισπανία, ο Μπεν Μπαρκά στη Γαλλία, ο Μάλκομ Χ στην Αμερική, κτλ, κτλ.

Αυτά τα λίγα για την ιστορία του βιβλίου».

Ο κόσμος του χθες και του σήμερα

Ο υπότιτλος του βιβλίου αναφέρει «Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος». Ο Βασιλικός έφτιαξε ένα δικό του αφηγηματικό δρόμο και ένωσε τα ασύνδετα. Μυθοπλασία; Ναι. Ντοκιμαντέρ; Ναι. Όλοι ξέρουμε για το τι γράφει και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να υποθέσουμε και για το τι άλλο γράφει. Η δολοφονία Λαμπράκη δεν ήταν άλλη μία δολοφονία. Ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Ήταν η αποκάλυψη ενός σκοτεινού κόσμου που χρειάστηκε την αιμορραγία του φωτός για να χάσει την κρυψώνα του. Ήταν το πέσιμο της μάσκας του κράτους και η εμφάνιση του αποκρουστικού του προσώπου. Γιατί το «παρακράτος» ήταν το κράτος. Σαν να άναψε κάποιος τον διακόπτη στα αφανή διαμερίσματα της εξουσίας και είδε τη μανία για καθετί ευγενικό.

Το υλικό που είχε στα χέρια του ο Βασιλικός τον οδήγησε σε αυτό το υβρίδιο για να χαρτογραφήσει την πορεία του αίματος. Αυτή δεν έμενε στη άσφαλτο όπου έτρεξε το αίμα του Λαμπράκη. Είχε τεράστια έκταση και ομιχλώδες, σχεδόν αόρατο, τέλος. Η σύμπραξη ντοκουμέντου-μυθοπλασίας ήταν επιβεβλημένη και ο Βασιλικός την πραγματοποίησε άψογα. Το «Ζ» είναι η σύνοψη ενός κόσμου που έφυγε, ενός που φτιάχτηκε αργότερα και αυτού που ζούμε σήμερα

Η δομή του «Ζ» μοιάζει με την κάθοδο στην «Κόλαση του Δάντη». Μόνο που εδώ ο Παράδεισος απουσιάζει. Αχνοφαίνεται, αλλά η ομίχλη των ελεεινών ανθρώπων και πράξεων τον σκεπάζει. Μεθοδικά και με ξεκάθαρο πλάνο απλώνει την ιστορία του ο Βασιλικός. Η ομιλία τού Υφυπουργού Γεωργίας για τον περονόσπορο αποτυπώνει με αλληγορικό και σαφή τρόπο το κλίμα της εποχής. Συλλαμβάνει το σώμα του φιδιού που έρπεται κάτω από την κανονικότητα του κράτους. Θήραμά του η «κόκκινη απειλή» απ’ όπου κι αν προέρχεται (σ.σ κάτι θυμίζει αυτό) και όπως κι αν εκδηλώνεται. Στην προκειμένη περίπτωση είναι οι «Φίλοι της Ειρήνης» που απειλούν το σεπτό ελληνοχριστιανικό καθεστώς. Προσοχή όμως… Ο Βασιλικός δεν έχει πρώτιστο σκοπό την υπεράσπιση των διωκόμενων.

Πρώτα απ’ όλα θέλει να βάλει τον αναγνώστη στην ερεβώδη, καθοδική πορεία του φιδιού. Η περιγραφή της Κόλασης είναι το κύριο μέλημά του. Αν δεν την αποκαλύψει όπως είναι δεν πρόκειται να τον ακολουθήσει κανείς. Ο Βασιλικός διαδηλώνει με ντοκουμέντα και μύθους. Ποτάμι οι λέξεις και τα γεγονότα. Τη ροή τους ακολουθεί και εκεί που τον πάνε πάει. Για να μη χαθεί στη δίνη τους όμως, εισχωρεί πνευματικά στον πυρήνα των γεγονότων, των προσώπων, των συναισθημάτων. Γι’ αυτό και δεν έχουν τόση σημασία τα ονόματα, όσο αυτό που κουβαλάνε.  Σε αυτή την Κόλαση ζει ένας ξεχασμένος λυρισμός. Μια γλυκόπικρη ελεγεία που πασχίζει να ελευθερωθεί. Ο Βασιλικός εστιάζει στους ανθρώπους και τους ξεγυμνώνει. Σε ηλεκτρισμένα μονοπάτια και λυτρωτικές οάσεις πατάμε. Με την εκφραστική του δύναμη φτάνουμε στο Καθαρτήριο και περιμένουμε τον Παράδεισο που κάποτε μπορεί να έρθει ακολουθώντας την ακανόνιστη πορεία του δολοφονημένου Ζ. Απόκοσμος ρεαλισμός, αιχμηρός εξπρεσιονισμός και πάνω απ’ όλα η ποιητική ερμηνεία στο αδιάκοπα παλλόμενο «Ζ».

Πηγή : tvxs

Ο ζωντανός θρύλος του Φρέντι Μέρκιουρι

Στις 24 Νοεμβρίου 1991, ο κόσμος της τέχνης «χάνει» τον frontman του γνωστού συγκροτήματος Queen, Φρέντι Μέρκιουρι. Ωστόσο, η χαρακτηριστική φωνή του, ο ιδιαίτερος ήχος των Queen, παραμένουν ζωντανές έως και σήμερα, μέσα από την δισκογραφική τους δουλειά. Αναμφίβολα, πρόκειται για πολιτιστική κληρονομιά μεγάλης αξίας, παρακαταθήκη για παλαιότερες αλλά και μεταγενέστερες γενιές ανθρώπων.  

Το πραγματικό όνομα του Μέρκιουρι είναι Φαρόκ Μπουλσάρα. Είναι γεννημένος στην Ζανζιβάρη στις 5 Σεπτεμβρίου 1946, καρπός του έρωτα των Bomi και Jer Bulsara, οι οποίοι κατάγονται από την Ινδία. Ο Μέρκιουρι αργότερα αποκτά και μία νεότερη αδερφή, την Κασμίρα.

Το «Φρέντι» προκύπτει ως παρατσούκλι, όταν ο Μέρκιουρι βρίσκεται στο St. Peter’s School στην Ινδία, ένα αγγλικό οικοτροφείο αρρένων στον Παντσάνι. Το ταλέντο του νεαρού Μέρκιουρι κεντρίζει το ενδιαφέρον του τότε διευθυντή του σχολείου. Προτείνει στους Bom και Jer να αφήσουν τον γιο τους να παρακολουθήσει μαθήματα πιάνου, πράγμα που τελικά γίνεται. Σε ηλικία δώδεκα ετών ο Μέρκιουρι συμμετέχει στο πενταμελές συγκρότημα The Hectics, το οποίο εμφανίζεται κυρίως σε σχολικές εκδηλώσεις.
 
Το 1964, ο Μέρκιουρι και η οικογένειά του βρίσκονται στην πατρίδα τους, τη Ζανζιβάρη, η οποία έχει ανεξαρτητοποιηθεί από το Ηνωμένο Βασίλειο, ήδη από τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς. Τον Ιανουάριο του ’64, αναγκάζονται να εγκατασταθούν στο Λονδίνο, εξαιτίας της βίαιης επανάστασης που ξεσπά κατά του σουλτάνου της Ζανζιβάρης. Ο Μέρκιουρι ολοκληρώνει τις σπουδές του στη γραφιστική στο Ealing College of Art ενώ παράλληλα κάνει τα πρώτα του μουσικά βήματα με τους Wreckage. Μέσω του συμφοιτητή του Tim Staffell έρχεται σε επαφή με το συγκρότημα Smile, το οποίο απαρτίζουν,  εκτός από τον Staffell (τραγούδι), οι Μπράιαν Μέι (κιθάρα) και Ρότζερ Τέιλορ (ντραμς). Το 1969 ο Μέρκιουρι τραγουδά για το  συγκρότημα  Ibex το οποίο μετονομάζεται σε Wreckage λίγους μήνες αργότερα ενώ το 1970 κάνει μερικές εμφανίσεις ως τραγουδιστής των Sour Milk Sea.
 
Μετά τη διάλυση των Smile, τον Απρίλιο του 1970, οι Μπράιαν Μέι, Ρότζερ Τέιλορ και Φρέντι Μέρκιουρι ιδρύουν τους Queen, όνομα που εμπνέεται ο Μέρκιουρι. Λίγο μετά από την ίδρυση του συγκροτήματος, κι ενόσω ο  Φρέντι ακόμη χρησιμοποιεί το επώνυμο «Μπουλσάρα», υιοθετεί το καλλιτεχνικό «Μέρκιουρι», το ρωμαϊκό αντίστοιχο του αγγελιοφόρου των θεών των αρχαίων Ελλήνων, Ερμή. Τον επόμενο χρόνο οι Queen αποκτούν το τελευταίο τους μέλος, τον μπασίστα Τζον Ντίκον.
 
Το πρώτο τους στούντιο άλμπουμ φέρει το όνομα της μπάντας και κυκλοφορεί το 1973, χωρίς όμως να προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση στο κοινό. Ομοίως και τα «Queen II» και «Sheer heart attack» που ακολουθούν.
 
Λίγο πριν από την κυκλοφορία του «A night at the opera», οι Queen  εμπιστεύονται ένα πολύ ιδιαίτερο τραγούδι στον φίλο τους  και γνωστό ραδιοφωνικό παραγωγό, Kenny Everett. Το μουσικό κομμάτι τον συναρπάζει, με αποτέλεσμα να το παίξει όσες περισσότερες φορές μπορεί στη ραδιοφωνική του εκπομπή, χωρίς ωστόσο να έχει την άδεια του συγκροτήματος. Σύντομα, πλήθη ακροατών αναζητούν το τραγούδι στα δισκοπωλεία, το οποίο όμως δεν έχει διατεθεί προς κυκλοφορία ακόμη. Πρόκειται για το «Bohemian Rhapsody», ένα κράμα όπερας και ροκ. Η πρωτότυπη αυτή μουσική συνταγή του τραγουδιού, καρφώνει το «A night at the opera» στο Νο 1 των charts της Αγγλίας για εννέα συνεχόμενες εβδομάδες, το 1975.

Το «Bohemian Rhapsody» ανακηρύσσεται σε «Τραγούδι της Χιλιετίας» από το το Guiness Book of Records ενώ για την προώθησή δημιουργείται το πρώτο στην ιστορία σκηνοθετημένο βίντεοκλιπ. Οι Queen πλέον βρίσκονται στην κορυφή του μουσικού στερεώματος.


Μέχρι το τέλος του 1970 ηχογραφούν τα άλμπουμ «Jazz» και «The game». Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 κυκλοφορεί το «Hot space» και τέσσερα χρόνια αργότερα γράφουν το σάουντρακ για την ταινία «Flash Gordon» ενώ έπειτα έρχεται το άλμπουμ «Τhe works» από το οποίο ξεχωρίζουν τα «I want to break free» και «Hammer to fall».

Το 1985 οι Queen, πλαισιωμένοι από πολλούς γνωστούς καλλιτέχνες, συμμετέχουν στο Live Aid. Εμπνευσμένοι από το κλίμα του Live Aid, μπαίνουν για ακόμη μία φορά στο στούντιο και ολοκληρώνουν το «A kind of magic» το οποίο περιλαμβάνει και soundtracks για την ταινία «Highlander». Η περιοδεία «Magic Tour» σημειώνει τεράστια επιτυχία, με κορυφαία στιγμή τη συναυλία που  δίνουν στο στάδιο Γουέμπλεϋ το 1986. Πρόκειται ωστόσο για την τελευταία περιοδεία της μπάντας, ως σύνολο.

Για το επόμενο χρονικό διάστημα οι Queen διαλύονται. Ο Φρέντι Μέρκιουρι κάνει solo δουλειές (Mr Bad Guy) και συνεργάζεται με τη ντίβα της όπερας Μονσερά Καμπαγιέ για το άλμπουμ Barcellona. Το ομότιτλο τραγούδι γίνεται σήμα κατατεθέν των Ολυμπιακών Αγώνων της Βαρκελώνης το 1992.

Εν τω μεταξύ, έντονη φημολογία θέλει τον  Μέρκιουρι να πάσχει από AIDS, ο ίδιος όμως διαψεύδει αυτό το σενάριο. Το 1989 οι Queen επιστρέφουν δυναμικά με το «The miracle». Οι Queen δεν κάνουν καμία περιοδεία για να προωθήσουν το άλμπουμ ενώ ο Μέρκιουρι εμφανίζεται στα video clips αρκετά αδυνατισμένος και με αραιωμένα μαλλιά.

Το 1991 το συγκρότημα μπαίνει ξανά στο στούντιο για την τελευταία του δουλειά με τίτλο  «Innuendo». Το διαχρονικό «The show must go on», μάλλον φανερώνει ότι ο Μέρκιουρι αντιλαμβάνεται πως σύντομα δεν θα είναι ανάμεσά μας. Η διαίσθησή του αποδεικνύεται, δυστυχώς, αληθινή. 

Στις 23 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, ο Φρέντι Μέρκιουρι ανακοινώνει σε δημοσιογράφους που κυριολεκτικά έχουν κατασκηνώσει έξω από το σπίτι του στο Λονδίνο, ότι πάσχει από AIDS.

Μία ημέρα αργότερα, πεθαίνει.

Πηγή : tvxs 



Το τελευταίο διάστημα της ζωής του, ο Φρέντι είχε συντροφιά τους γονείς του, την πρώην σύντροφό του Mary Austin, και τον  Jim Hutton, με τον οποίο συμπορευόταν για 6 χρόνια.

Ποιοι στο ΠΑΣΟΚ δεν ήθελαν το ΕΣΥ;

Σαράντα χρόνια μετά την 3η Σεπτέμβρη του 1974, η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να επηρεάζει την πολιτική κουλτούρα και την πορεία της χώρας. Στα δημοσιεύματα από το αποκαλυπτικό του βιβλίο «Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΝΩΡΙΣ» (Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ) που δημοσιεύσαμε τις προηγούμενες ημέρες, ο στενός συνεργάτης του Αντρέα Παπανδρέου Παρασκευάς Αυγερινός, περιέγραφε μια από τις σοβαρότερες καταθλιπτικές κρίσεις του αλλά και το πως η «αυλή» του Παπανδρέου υπονόμευε την οργάνωση του ΠΑΣΟΚ. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του κόμματος ωστόσο ήταν η ίδρυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Όπως περιγράφει ο Αυγερινός, βέβαια, το ΕΣΥ πολεμήθηκε πολύ, πριν εφαρμοστεί. 

«Η εφαρμογή ενός συστήματος υγείας, πολύ περισσότερο ενός Εθνικού συστήματος υγείας, συγκρούεται αναπόφευκτα με εγκατεστημένα συμφέροντα που αποτρέπουν, ή παρακωλύουν, ή και εκτρέπουν ριζικές και ριζοσπαστικές παρεμβάσεις. Πάντα έτσι συμβαίνει, οι αλλαγές ενοχλούν και τρομάζουν, και όσο περισσότερο νεοτερικός και ανθρωποκεντρικός είναι ο νόμος που προτείνεται τόσο εντονότερες θα είναι οι αντιδράσεις. Επόμενο ήταν λοιπόν κάθε προσπάθεια για εθνικό σύστημα υγείας να είναι δύσκολη», αναφέρει ο Αυγερινός.

 
Η καθυστέρηση, όμως, της ίδρυσης ενός συστήματος υγείας στην χώρα δημιούργησε «μεγάλο κοινωνικό έλλειμμα. Τα κύρια χαρακτηριστικά της κατάστασης ήταν η εμπορευματοποίηση της υγείας και η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ενώ μεγάλο πρόβλημα παρέμενε η άνιση κατανομή των υπηρεσιών υγείας που ευνοούσε το κέντρο σε βάρος της περιφέρειας, τους ισχυρούς σε βάρος των αδυνάτων. Όλα αυτά και ιδιαίτερα η χαμηλή αποδοτικότητα του συστήματος και η στασιμότητα στην εξέλιξη των υπηρεσιών, οδήγησαν τον πολίτη στην αμφισβήτηση και την απόρριψη των αξιών του χώρου της υγείας, του γιατρού, του νοσοκομείου, του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, η οποία εκδηλώθηκε με τη μορφή μαζικής μετανάστευσης των ασθενών στο εξωτερικό, μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη. Η κατάσταση το 1981 ήταν απαράδεκτη. Μόνον εκείνη τη χρονιά ο αριθμός των νοσηλευθέντων σε ξένες χώρες με δαπάνες του δημοσίου και των μεγαλύτερων ασφαλιστικών οργανισμών ανήλθε στους 3.555 έναντι 476 το 1974, αύξηση 650%. Ο αριθμός όμως όσων κατέφυγαν στο εξωτερικό για νοσηλεία φτάνει τους 30.000. [...] Στη Μόσχα καραβάνια καθημερινά οι Έλληνες. Πρώτοι από τους ξένους οι Έλληνες, δεύτεροι οι Μογγόλοι και τρίτοι οι Σύριοι».
 
Μια προσπάθεια σύστασης ενός Συστήματος Υγείας ήταν από τον υπουργό Σπύρο Δοξιάδη το 1980. Όμως τότε πολεμήθηκε πολύ από τον τομέα Υγείας της Νέας Δημοκρατίας – το κυβερνών τότε κόμμα. Η επόμενη προσπάθεια έγινε επί υπουργίας Αυγερινού το 1981-83. Τότε δέχθηκε τα πυρά τόσο της ΝΔ ως αντιπολίτευσης αλλά πολεμήθηκα και από «τους Ιατρικούς Συλλόγους, τα οργανωμένα συμφέροντα, πολλούς βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και το περιβάλλον του Πρωθυπουργού, με στήριζε όμως το κόμμα». Περιγράφει επ’ αυτού ο Π. Αυγερινός:
 
«Τον Νοέμβρη του ’82, το σχέδιο νόμου για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) είχε ολοκληρωθεί και δόθηκε στους βουλευτές και τους ενδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να εκφράσουν τις απόψεις τους.
 
Μόνη και αναγκαία λύση στο αδιέξοδο εκείνης της εποχής ήταν η άμεση και ριζική αλλαγή των θεσμών στην παροχή των υπηρεσιών υγείας, αφού το πρόβλημα ήταν κύρια θεσμικό. Η δημιουργία εθνικού συστήματος για την υγεία αποτελούσε ιστορική και πολιτική ανάγκη και, βέβαια, δεν είχα αυταπάτες, γνώριζα ότι το μέγεθος της επιτυχίας του θα εξαρτιόταν από την προσαρμοστική του ικανότητα. Τα χαρακτηριστικά του συστήματος όριζαν η αποκέντρωση, ο ενιαίος φορέας, η ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας περίθαλψης και ο θεσμός του γιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.
 
[...] Με την έναρξη του καινούργιου χρόνου1983 άρχισαν, όχι μόνο να πυκνώνουν οι αντιδράσεις, αλλά και να αποκτούν δυναμικό χαρακτήρα. Είχε περάσει αρκετός χρόνος από τον Οκτώβρη του ’81 και είχαν οργανωθεί οι αντιστάσεις, αντιστάσεις που είχαν περάσει τις απόψεις τους σε βουλευτές, σε πολλά κυβερνητικά στελέχη, μέχρι την κορυφή. Είχαν καταφέρει να στελεχώσουν ακόμη και το γραφείο του πρωθυπουργού με «ειδικά εντεταλμένους» συμβούλους αρνητικά τοποθετημένους σε κάθε αλλαγή στο χώρο της υγείας.
 
Το θέμα όμως ήταν γενικότερο. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στις μεταρρυθμιστικές της προσπάθειες βρέθηκε αντιμέτωπη με τις αντιστάσεις του κοινωνικού συντηρητισμού που είχε επηρεάσει πολλά στελέχη του επίσημου-κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ. Οργανωμένες ομάδες αντιστέκονταν στη δημιουργία εθνικού συστήματος για την υγεία. Οι αντιδράσεις στη μεταρρύθμιση του συστήματος προβάλλονταν, όπως και στην προσπάθεια Δοξιάδη, από τους λειτουργούς του συστήματος και κυρίως από τον ιατρικό κόσμο, με τα συνηθισμένα επιχειρήματα, ότι παραβιάζεται η αρχή της ισότητας και υποβαθμίζεται η ποιότητα παροχής υπηρεσιών υγείας, καθώς και από το οικονομικό-ασφαλιστικό σύμπλεγμα, το οποίο υποστήριζε ότι παραβιάζεται το ελεύθερο της παροχής υπηρεσιών των ασφαλιστικών οργανισμών.
 
Οι αντιδράσεις στον θεσμικό τομέα αναφέρονταν: α) στον κοινωνικό έλεγχο, β) στο θεσμό του γιατρού πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, γ) στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και δ) στον ενιαίο φορέα υγείας. Στο λειτουργικό μέρος έλεγαν τα ίδια στερεότυπα, πού θα βρείτε τα λεφτά, είναι νωρίς για τέτοια ανοίγματα, θα φύγουν οι καλοί γιατροί, θα υποβαθμιστεί η ιατρική κ.ά. Τα ίδια μ’ αυτά που έλεγαν οι Νεοδημοκράτες γιατροί στον Σπύρο Δοξιάδη».
 
«Οι σχέσεις μου με το γραφείο του Πρωθυπουργού δεν ήταν από την αρχή καλές. Δεν είχαν περάσει δυο μήνες στην κυβέρνηση, στις 3 Γενάρη 1982, και προέκυψε το πρώτο κρίσιμο θέμα παραμονής μου, όταν πληροφορήθηκα ότι με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Μένιου Κουτσόγιωργα καταργούνται οι θέσεις των διευθυντών στο δημόσιο. Αυτό σήμαινε ότι έφευγαν όλοι οι διευθυντές κλινικών των νοσοκομείων, ότι δεν θα λειτουργήσουν τα νοσοκομεία. Στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων δήλωσα ότι αυτό δεν μπορεί να αφορά τα νοσοκομεία και θα ζητήσω αμέσως να μην ισχύσει αυτή η απόφαση για το χώρο της υγείας. Όταν ανακοινώθηκε η δήλωσή μου ο Μένιος, χωρίς να επικοινωνήσει μαζί μου, με κατήγγειλε στον Πρωθυπουργό ως διασπαστή της κυβερνητικής συνοχής. [...]
 
Σκέπτομαι τώρα πόσο φουριόζικο ήταν το ξεκίνημά μας και πόσο γρήγορα μας κούρασε. Σταματήσαμε νωρίς, σταματήσαμε όταν δεν έπρεπε, γιατί προχωρούσαμε απρογραμμάτιστα. Το ενδιαφέρον μας άρχισε να προσανατολίζεται στη διατήρηση της εξουσίας κι αυτό μας υποχρέωνε σε κάθε μας βήμα να υπολογίζουμε το πολιτικό κόστος, να υποχωρούμε και να εγκαταλείπουμε τις προγραμματικές μας εξαγγελίες. Ο Μένιος Κουτσόγιωργας αποφάσισε, πριν συζητηθεί το θέμα στο Υπουργικό Συμβούλιο, πριν καν επικοινωνήσει με τους συναρμόδιους Υπουργούς και χωρίς να μελετηθούν οι συνέπειες της κατάργησης των θέσεων διευθυντών, να το ανακοινώσει μόνος. [...] Τελικά η απόφαση για τους γιατρούς δεν ίσχυσε, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε. Με την κατάργηση όμως των Γενικών Διευθυντών πολιτικοποιήσαμε τη Δημόσια Διοίκηση. Ήταν λάθος».
 
«Στις 14 Φεβρουαρίου 1983 ζήτησε ο Πρόεδρος να τον ενημερώσω για το νομοσχέδιο της υγείας. Η συζήτηση ήταν σύντομη. Δεν νομίζω πως έδειχνε πολύ ενδιαφέρον, οι ερωτήσεις του ελάχιστες, δε μου έλεγε τι τελικά θέλει. Όταν τελειώσαμε η απάντησή του το έδειξε, «θα το ξανασυζητήσουμε», που σήμαινε δεν τελειώσαμε. Λίγο-πολύ καταλάβαινα τι εννοούσε, το κλίμα στις σχέσεις μας είχε αλλάξει. Γνώριζα ότι δέχεται καταγγελίες από πολλούς και ιδιαίτερα από το στενό του περιβάλλον, τους συμβούλους του, για το νόμο και για μένα προσωπικά. Οι πιέσεις που δεχόταν ήταν συνεχείς, του ζητούσαν να μην κατατεθεί στη Βουλή το νομοσχέδιο που ετοίμασε το Υπουργείο για την υγεία και βέβαια να αλλάξει τον Υπουργό. Έβλεπα και τη συμπεριφορά των βουλευτών, δε δέχονταν εξωκοινοβουλευτικούς Υπουργούς. Δε μου μένει αμφιβολία ότι ο Πρόεδρος ήταν σ’ αυτή τη λογική, ότι είχε αποδεχτεί τα αιτήματα του περιβάλλοντός του.
 
[... Τον Απρίλιο του 1983] στο Καστρί την ώρα που έφευγα, στις σκάλες, μου είπε, «δεν είναι κατάλληλη εποχή για το ΕΣΥ τώρα, άστο ας καθυστερήσει λίγο». Του ψέλλισα ότι «το περιμένει ο κόσμος, το υποσχεθήκαμε, θα είμαστε αναξιόπιστοι, αν δε γίνει τώρα πότε θα γίνει;» Γύρισε οργισμένος και μου είπε «εγώ θα ορίσω τι θα γίνει». Δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Είναι δυνατόν ο Αντρέας που από την 3η του Σεπτέμβρη ’74 και από τις προεκλογικές εξαγγελίες συνεχώς επαναλάμβανε ότι η υγεία θα είναι η πρώτη προτεραιότητα της κυβερνητικής του πολιτικής, να λέει, ή μάλλον να τον έχουν πείσει, ν’ αφήσουμε γι’ αργότερα το νόμο για την υγεία;». 
 
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Ανδρέας παγιδεύτηκε σε επιχειρηματολογίες του τύπου «οι γιατροί, οι πανεπιστημιακοί, οι φαρμακοποιοί και οι φαρμακοβιομήχανοι θα εγκαταλείψουν το ΠΑΣΟΚ», όπως μου έλεγε κορυφαίος Υπουργός μας «μ’ αυτά που κάνεις θα χάσουμε τους γιατρούς».Επικοινώνησα με το δημοσιογράφο στο «ΒΗΜΑ» και του είπα να γράψει ότι το Υπουργείο του δήλωσε πως το Ν/Σ θα ψηφιστεί όπως είναι, χωρίς ακρωτηριασμούς. Οι συνεργάτες μου δε συμφωνούσαν, μου είπαν ότι αυτό σημαίνει σύγκρουση και δε χρειάζεται να την προκαλέσω εγώ τώρα. Δεν τους άκουσα γιατί ήμουν βέβαιος ότι αυτά δεν τα έδινε ο Ανδρέας, ήταν πρωτοβουλίες του περιβάλλοντός του που λειτουργούσε χωρίς να τον ενημερώνει. [...]Πριν φύγει για τη Γαλλία ο Πρόεδρος, στη συνεδρίαση του Ε.Γ. στο Καστρί, μου είπε «..όταν γυρίσω θα σε ειδοποιήσω με το Λιβάνη, πρέπει να συζητήσουμε». Δε με κάλεσε. Τότε, στο Καστρί, μου είπε η Βάσω ότι διαδίδεται πως εκβιάζω τον Πρωθυπουργό με απεργία γιατρών..!! Είναι τρομερό, μέχρι τώρα ήταν κακοί, τώρα γίνονται και άθλιοι».
 
«Αυτός ο μηχανισμός των μυστικοσυμβούλων μπορεί και παρεμβαίνει στη λήψη των αποφάσεων. Ιστορικά το συναντάμε αυτό το παρεμβατικό πρότυπο να παραμένει και να παρεμβαίνει οσάκις επιχειρήθηκε να δρομολογηθούν μεταρρυθμιστικές αλλαγές. Λειτουργούν και στοχεύουν σε δικές τους επιλογές, ή είναι εκφραστές συμφερόντων. Καταφέρνουν να χωθούν στα γραφεία Πρωθυπουργών και Υπουργών και φτάνουν να μπορούν να επηρεάζουν αποφάσεις».
 
«Στις 10 Αυγούστου πρωί-πρωί μου τηλεφώνησε ο Αντώνης Λιβάνης «..όλη τη νύχτα Παρασκευά είχαμε φασαρίες, υπήρξε μεγάλο θέμα, δεν το υπέγραφε ο Υπουργός Οικονομικών Δημήτρης Κουλουριάνος». Πρώτη φορά άκουγα για τις αντιδράσεις του Κουλουριάνου. Το μεσημέρι στις 12:15ϳ κατατέθηκε στη Βουλή και το απόγευμα με κάλεσε ο Πρόεδρος στο Καστρί να το ανακοινώσουμε μαζί. Είμαστε στον κήπο, βαδίσαμε λίγο και χωρίς να με κοιτάζει, με διαφορετικό τόνο φωνής μου είπε, «..δεν το υπέγραφε, έμεινα ξενύχτης, είχα αποφασίσει να φύγει, το πρωί θα άλλαζα Υπουργό. Μήπως κάναμε και τίποτα άλλο; Έπρεπε να τελειώνουμε, είναι το μεγαλύτερο νομοσχέδιο που φτιάξαμε, δεν ξέρω αν θα κάνουμε κάτι μεγαλύτερο». Δεν πίστευα αυτά που άκουγα, μου έδινε την εντύπωση ότι ήταν ειλικρινής, ήταν ο Ανδρέας που γνώριζα, ο ίδιος ο Ανδρέας και όχι κάποιος από τους αντ’ αυτού. Είχαν βέβαια σιγήσει εδώ και λίγες μέρες οι σύμβουλοί του, με είχαν αφήσει ήσυχο. Μεγάλη μέρα, θα ’θελα να τα ξεχάσω όλα».
 
«Το ΕΣΥ έγινε νόμος του κράτους και, για μεγάλο μέρος του λαού θεωρήθηκε σύμβολο της αλλαγής. Το ζητούσε ο κόσμος, δεν το ήθελαν όμως τα πολλά και μεγάλα διαμορφωμένα συμφέροντα στο χώρο της υγείας, τα οποία επηρέασαν τον πολιτικό φορέα που το επαγγέλθηκε με αποτέλεσμα να το αρνηθεί. Είχαν καταφέρει να κάνουν πολέμιους του ΕΣΥ το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ και αρκετούς βουλευτές του».
 
«Μετά την ψήφιση του ΕΣΥ τελειώνει και η δικιά μου παρουσία στο Υπουργείο. Και πολύ κράτησε, το περίμενα μέρα με τη μέρα. Έπρεπε να αναλάβει άλλος την εφαρμογή του νόμου, δεν ήμουν εγώ πια Υπουργός της εμπιστοσύνης του Πρωθυπουργού. Κι αυτό ήταν το σωστό, με το κλίμα που είχε δημιουργηθεί δεν έπρεπε να μείνω. Βιάστηκα, για όσο θα ’μενα ακόμη, να ζητήσω από τα νοσοκομεία της επαρχίας τους νέους κανονισμούς λειτουργίας τους για να προκηρυχθούν οι θέσεις ιατρικού προσωπικού. Θεωρούσα ότι έπρεπε να συμπληρωθούν πρώτα τα επαρχιακά νοσοκομεία, η Αθήνα έπρεπε να μείνει ανοιχτή, θα ακολουθούσε μετά. Αυτό ξεσήκωσε τους γιατρούς της Αθήνας και δυστυχώς τους νέους γιατρούς, που ήθελαν να μείνουν όλοι στη Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, κηρύσσοντας απεργία. Αυτό ευκόλυνε τον Πρωθυπουργό να απαλλαγεί από μένα, ήταν και η αφορμή που έπρεπε να υπάρξει για να φύγω και στις 16 Γενάρη του ’84 το μεσημέρι, στις 2:00΄, ο Μιχάλης Ζιάγκας μου έφερε το γράμμα της απόλυσης, αντικατάσταση την ονόμαζε. Ανακουφίστηκα, τόσους μήνες την περίμενα. Έβγαλα τη θηλιά από το λαιμό μου, ήταν η πιο καλή μέρα της πολιτικής μου ζωής».

Πηγή : tvxs