ενημέρωση 5:13, 4 September, 2026

«Η παρακολούθηση είναι η φυλακή του μυαλού»

Ο δημοσιογράφος Γκλεν Γκρίνγουολντ για την αξία της ιδιωτικότητας στην ψηφιακή εποχή

image
 

Τον Απρίλιο που μας πέρασε ο ανοιχτά γκέι αμερικάνος δημοσιογράφος Γκλεν Γκρίνγουολντ κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για τις αποκαλύψεις του σχετικά με τη μαζική παρακολούθηση του διαδικτύου από τις αμερικάνικες και βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Αποκαλύψεις που στηρίχτηκαν στα στοιχεία του Έντουαρντ Σνόουντεν, πρώην υπαλλήλου της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας των ΗΠΑ. Σήμερα ο Γκρίνγουολντ ζει στη Βραζιλία μαζί με τον σύντροφό του Ντέιβιντ Μιράντα (φωτογραφία επάνω), ο οποίος λόγω της σχέσης τους είχε την εμπειρία της κράτησης με βάση τις διατάξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου την τελευταία φορά που ταξίδεψε στο Λονδίνο. Ο ίδιος ο Γκρίνγουολντ επιμένει ότι η ομοφυλοφιλία του επηρέασε τον τρόπο που ασκεί το δημοσιογραφικό λειτούργημα: «Αν είχα μεγαλώσει ως ετεροφυλόφιλος θα θεωρούσα ότι το κατεστημένο είναι ένα καλό πράγμα. Μάλλον θα έμπαινα στον πειρασμό να είμαι περισσότερο συμβατικός.»

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μια σύνοψη-μετάφραση ομιλίας που έδωσε πρόσφατα στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Μπορείτε να δείτε το βίντεο και να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο στα αγγλικά εδώ. Μεταξύ άλλων, η ομιλία αποτελεί και ένα σημαντικό μήνυμα προς τους νέους ανθρώπους που από πολύ τρυφερή ηλικία μαθαίνουν να θυσιάζουν την ιδιωτικότητά τους στον βωμό της ελευθερίας που τους παρέχει το ίντερνετ.


«Υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία από βιντεάκια στο YouTube που περιγράφουν μια εμπειρία γνωστή σε όλους μας. Σε αυτά τα βίντεο πρωταγωνιστούν άτομα που, πιστεύοντας ότι δεν τα παρακολουθεί κανείς, επιδίδονται σε κάποια συμπεριφορά που τους «εκθέτει» όπως να τραγουδάνε στο μπάνιο, να χορεύουν έξαλλα ή κάποιο ελαφράς μορφής σεξουαλικό παιχνίδι. Μέχρι που ανακαλύπτουν με φρίκη πως τελικά δεν είναι μόνοι, πως υπάρχει κάποιος που παραμονεύει και τους παρακολουθεί και αυτή η ανακάλυψη τους κάνει να σταματήσουν πάραυτα αυτό που έκαναν ως εκείνη τη στιγμή. Η έκφραση της ντροπής και της ταπείνωσης που αποτυπώνεται στο πρόσωπό τους είναι εξαιρετικά γλαφυρή. Είναι σαν να μας λένε «αυτό είναι κάτι που είμαι πρόθυμος να κάνω μόνο όταν κανένας άλλος δεν κοιτάει.»

Αυτή είναι η επιτομή της δουλειάς στην οποία έχω επικεντρωθεί τους τελευταίους 16 μήνες. Το ερώτημα «για ποιο λόγο η ιδωτικότητα έχει σημασία». Ένα ερώτημα που έχει λάβει διεθνείς διαστάσεις μετά τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εν αγνοία του υπόλοιπου πλανήτη μετέτρεψαν το διαδίκτυο, ένα μέσο που μέχρι χτες θεωρούσαμε εργαλείο απελευθέρωσης και εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, σε ζώνη μαζικής και αδιάκριτης παρακολούθησης χωρίς προηγούμενο στην ανθρώπινη κοινωνία.

Μια επωδός που ακούγεται συχνά ακόμα και από ανθρώπους που δεν βλέπουν με καλό μάτι την υπόθεση της μαζικής παρακολούθησης, είναι ότι τελικά αυτή δεν είναι και τόσο επιζήμια αφού μόνο όσοι επιδίδονται σε εγκληματικές πράξεις έχουν συμφέρον να κρύβονται . Μια τέτοια κοσμοθεωρία στηρίζεται στο αξίωμα ότι υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων στον κόσμο, οι «καλοί» και οι «κακοί». «Κακοί» είναι οι βίαιοι εγκληματίες και όσοι σχεδιάζουν τρομοκρατικές επιθέσεις. Αντίθετα «καλοί» είναι αυτοί που πηγαίνουν στις δουλειές τους, γυρνάνε σπίτι, μεγαλώνουν τα παιδιά τους, παρακολουθούν τηλεόραση. Δεν χρησιμοποιούν το ίντερνετ για να σχεδιάσουν τρομοκρατικές επιθέσεις αλλά για να διαβάσουν τις ειδήσεις, να ανταλλάξουν συνταγές και να κανονίσουν τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των παιδιών τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτα κακό και άρα δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται επειδή η κυβέρνηση τους παρακολουθεί.

Οι άνθρωποι που ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να εκμηδενίζουν τον ίδιο τους τον εαυτό. Ουσιαστικά αυτό που μας λένε είναι «έχω καταφέρει να μετατραπώ σε τόσο άχρωμο, άοσμο, ακίνδυνο και αδιάφορο άτομο που δεν έχω τίποτα να φοβάμαι όταν το κράτος γνωρίζει τα πάντα για μένα.» Τη νοοτροπία αυτή περιέγραψε σε μια συνέντευξή του το 2009 ο επί μακρόν διευθύνων σύμβουλος της Google Έρικ Σμιτ. Όταν τον ρώτησαν για τον ρόλο που παίζει η εταιρεία του στην καταγραφή των προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, η απάντησή του ήταν: «Αν κάνεις κάτι που δεν θες οι άλλοι να ξέρουν, τότε ίσως είναι καλύτερο να μην το κάνεις καθόλου.»

...Τους τελευταίους μήνες οπουδήποτε στον κόσμο έχω πάει για να συζητήσω αυτό το θέμα, υπήρξαν πάντα κάποιοι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι δεν τους απασχολεί αφού οι ίδιοι δεν έχουν τίποτα να κρύψουν. Όποτε ακούω κάτι τέτοιο, η αντίδρασή μου είναι πάντα η ίδια. Τους γράφω το e-mail μου και τους ζητάω να μου στείλουν όλους τους λογαριασμούς ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που τηρούν μαζί με τους κωδικούς τους. Όχι μόνο τους «καθώς πρέπει» που τηρούν στη δουλειά, αλλά όλους ανεξαιρέτως τους λογαριασμούς για να μπορέσω να μπαίνω μέσα όποτε θέλω, να διαβάζω τι γράφουν και να δημοσιεύω οτιδήποτε βρίσκω ενδιαφέρον. Αφού σύμφωνα με τα δικά τους λεγόμενα δεν κάνουν τίποτα κακό και δεν έχουν τίποτα να κρύψουν.

Μέχρι στιγμής ούτε ένας δεν έχει αποδεχτεί την πρόκληση. Και ο λόγος είναι ότι ακόμα και όταν ισχυριζόμαστε ότι «δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε», ενστικτωδώς καταλαβαίνουμε πόσο μεγάλη σημασία έχει η ιδιωτικότητα. Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι είμαστε κοινωνικά όντα και έχουμε ανάγκη να γνωρίζουν οι άλλοι τι λέμε και τι πιστεύουμε. Για αυτό τον λόγο δημοσιεύουμε οικειοθελώς πληροφορίες για τον εαυτό μας στο διαδίκτυο. Όμως εξίσου σημαντικό για να ζούμε ως ελεύθερα και ολοκληρωμένα ανθρώπινα όντα είναι να υπάρχει ένας χώρος όπου μπορούμε να εκφραστούμε προστατευμένοι από τα επικριτικά βλέμματα των άλλων. Ο λόγος που όλοι έχουμε ανάγκη ένα τέτοιο μέρος είναι ότι όλοι μας -όχι μόνο οι τρομοκράτες και οι εγκληματίες- έχουμε πράγματα που θέλουμε να κρατήσουμε για τον εαυτό μας. Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που θα λέγαμε μόνο στον γιατρό, τον δικηγόρο μας, τον ψυχοθεραπευτή μας, τον σύντροφό μας ή τον κολλητό μας που θα μας τρομοκρατούσε η ιδέα να τα μάθει και ο υπόλοιπος κόσμος. Κάθε μέρα ξεχωρίζουμε ανάμεσα σε αυτά που λέμε, κάνουμε και πιστεύουμε ενώπιον των άλλων και σε αυτά που δεν θέλουμε οι άλλοι να γνωρίζουν. Ακόμα και όσοι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν τίποτα να κρύψουν, συνήθως διαψεύδονται από τις πράξεις τους.

Υπάρχει λόγος για αυτό. Και ο λόγος είναι ότι σε οποιοδήποτε περιβάλλον γνωρίζουμε πως μας παρακολουθούν, η συμπεριφορά μας αλλάζει δραματικά. Το φάσμα των συμπεριφορών που υιοθετούμε μειώνεται δραματικά. Είναι ένα δεδομένο της ανθρώπινης φύσης που αναγνωρίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες, τη λογοτεχνία και τη θρησκεία. Υπάρχουν δεκάδες ψυχολογικές μελέτες που αποδεικνύουν πως όταν οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι τους παρακολουθούν, η συμπεριφορά τους γίνεται πολύ πιο συμβατική και πειθήνια. Το συναίσθημα της ντροπής και η επιθυμία να την αποφύγουμε είναι τόσο ισχυρό αντικίνητρο που οι επιλογές μας δεν διαμορφώνονται μόνο από τις δικές μας επιθυμίες, αλλά από τις προσδοκίες των άλλων και τις επιταγές της κοινωνίας ...Σε τέτοιο βαθμό που ο γάλλος φιλόσοφος Μισέλ Φουκό αναγνώριζε τη μαζική παρακολούθηση ως το κύριο εργαλείο κοινωνικού ελέγχου στις σύγχρονες κοινωνίες. Σύμφωνα με τον Φουκό οι κοινωνίες αυτές δεν χρειάζεται να υιοθετήσουν τις κλασικές μεθόδους της τυραννικής εξουσίας όπως είναι ο φυλακισμός και η εκτέλεση των αντιφρονούντων ή η επιβολή μιας δικτατορίας. Η μαζική παρακολούθηση δημιουργεί μια φυλακή του μυαλού που είναι πολύ πιο αποτελεσματικός τρόπος να επιβληθούν οι κοινωνικές νόρμες σε σχέση με την ωμή βία.

...Το συμπέρασμα στο οποίο έχουν καταλήξει όλοι αυτοί οι μελετητές είναι ότι μια κοινωνία όπου οι πάντες παρακολουθούνται ανά πάσα στιγμή είναι μια κοινωνία που τρέφει τη συμμόρφωση, την υπακοή και την υποταγή. Και αυτός είναι ο λόγος που ο κάθε τύραννος, φανερός ή κρυφός, στην πραγματικότητα επιθυμεί ένα τέτοιο σύστημα. Αντίθετα η δυνατότητα να μπορούμε να σκεφτόμαστε, να εκφραζόμαστε και να συζητάμε μακριά από τα επικριτικά βλέμματα των άλλων ευνοεί την αμφισβήτηση, την εξερεύνηση και τη δημιουργικότητα. Συναινώντας σε μια κοινωνία όπου οι πάντες παρακολουθούνται,συναινούμε στον ζωτικό περιορισμό του πεδίου της ανθρώπινης ελευθερίας.

Το τελευταίο σημείο που θέλω να τονίσω σχετικά με την ιδέα ότι ενδιαφέρονται για την ιδιωτικότητα μόνο όσοι έχουν κάτι να κρύψουν είναι ότι αυτή η ιδέα στέλνει δύο καταστροφικά μηνύματα. Το πρώτο είναι ότι όποιος ενδιαφέρεται για την ιδωτικότητα κατατάσσεται εξ ορισμού στους «κακούς». Και μπορεί για τον περισσότερο κόσμο «κακός» να είναι ένας βίαιος τρομοκράτης, όμως για την εξουσία «κακός» είναι όποιος την αμφισβητεί και αντιστέκεται σε αυτήν. Το δεύτερο μήνυμα είναι ότι ο μοναδικός τρόπος να μην ανησυχείς για τους κινδύνους της παρακολούθησης είναι να σε θεωρούν ακίνδυνο όσοι κρατούν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία. Ακόμα όμως και σε αυτή την περίπτωση, η δυνατότητα αμφισβήτησης από αντιφρονούντες, δημοσιογράφους, ακτιβιστές κτλ. είναι ένα συλλογικό καλό που όλοι έχουμε συμφέρον να διατηρηθεί. Η ελευθερία μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από πως αντιμετωπίζει τους καλούς και υπάκουους πολίτες, αλλά τους αμφισβητίες και τους αντιφρονούντες.

Όμως τελικά ο πιο σημαντικός λόγος είναι ότι η επίγνωση της μαζικής παρακολούθησης περιορίζει και τη δική μας ελευθερία και τις επιλογές μας με ένα σωρό τρόπους που δεν συνειδητοποιούμε καν. Η σοσιαλίστρια Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε πει κάποτε: «Όποιος δεν κινείται, δεν προσέχει τις αλυσίδες του.» Μπορούμε να κάνουμε πως δεν βλέπουμε τις αλυσίδες της μαζικής παρακολούθησης, όμως αυτό δεν κάνει λιγότερο ισχυρούς τους περιορισμούς που μας επιβάλλουν».

Πηγή:athensvoice

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

BMW M4 «DTM Champion Edition»

Επετειακή έκδοση 23 αντιτύπων για το πρωτάθλημα του Marco Wittmann στο DTM.

 
BMW M4 «DTM Champion Edition»: Γιορτάζοντας έναν τίτλο!
 
 
Με την ειδική έκδοση BMW M4 «DTM Champion Edition» η βαυαρική φίρμα τιμά τον Marco Wittmann για την κατάκτηση του φετινού τίτλου του Γερμανικού Πρωταθλήματος Αυτοκινήτων Τουρισμού (DTM). Θα την κατασκευάσει σε μόλις 23 αντίτυπα, που είναι ο αγωνιστικός αριθμός του νέου πρωταθλητή.
 

Η συγκεκριμένη Μ4 δημιουργήθηκε στο τμήμα εξειδικευμένων κατασκευών της BMW στο Garching του Μονάχου και τα χρώματα τις ίριδας σε μαύρο φόντο παραπέμπουν στο χρωματισμό της αγωνιστικής Μ4 του Wittmann στο DTM.

Συνοδεύεται με μαύρα ματ «φιλέτα» κατά μήκος του αμαξώματος και με οροφή κατασκευασμένη από υλικό CFRP, καθώς και με πορτοκαλί πλαίσια της γρίλιας, με το έμβλημα «Μ» χαμηλά στους εμπρός θόλους, με το Νο23 στις πόρτες και με το όνομα WIT μαζί με τη γερμανική σημαία και τον τίτλο «DTM Champion 2014» στο πίσω παράθυρο.

Οι τροχοί ελαφρού κράματος έχουν διάσταση 19 ιντσών ενώ στο αμάξωμα έχουν προστεθεί αρκετά αεροδυναμικά βοηθήματα που παραπέμπουν στο αγωνιστικό αυτοκίνητο και προέρχονται από τη γκάμα των M Performance Parts, πολλά εξ αυτών κατασκευασμένα από ανθρακονήματα.

Τέλος, στο εσωτερικό ξεχωρίζει πάνω στο ανθρακονημάτινο ταμπλό η ευμεγέθης υπογραφή του Wittmann, καθώς και η ταμπέλα με τον αριθμό του αντιτύπου και με την τίτλο «DTM Champion 2014».

Στο τέλος της παρουσίασης του αυτοκινήτου, η BMW έκανε δύο ακόμα δώρα στον πρωταθλητή της: την ανανέωση του συμβολαίου του πέραν του 2015 και, επιπλέον, μια μέρα δοκιμών στη Formula 1 με την Toro Rosso!

 
  • BMW M4 «DTM Champion Edition»: Γιορτάζοντας έναν τίτλο!BMW M4 «DTM Champion Edition»: Γιορτάζοντας έναν τίτλο!BMW M4 «DTM Champion Edition»: Γιορτάζοντας έναν τίτλο!BMW M4 «DTM Champion Edition»: Γιορτάζοντας έναν τίτλο!BMW M4 «DTM Champion Edition»: Γιορτάζοντας έναν τίτλο!
 
 
 
 
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

Ο «αιώνιος έφηβος» Φρανσουά Τρυφώ

 

Σαν σήμερα, 21 Οκτωβρίου 1984, φεύγει από τη ζωή ο Φρανσουά Τρυφώ, ο σπουδαίος Γάλλος κριτικός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός του κινηματογράφου, ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος. Του Γιώργου Ρούσσου.

«Το Σινεμά του αύριο δε θα γίνει από υπαλλήλους της κάμερας, αλλά από καλλιτέχνες για τους οποίους το γύρισμα θα είναι μια περιπέτεια εκπληκτική και παθιασμένη... Το σινεμά του αύριο, θα είναι μία ερωτική πράξη» Φρανσουά Τρυφώ


 
Ο Φρανσουά Τρυφώ γεννιέται στις 6 Φεβρουαρίου του 1932. Από νωρίς εκδηλώνει την αγάπη του για την 7η Τέχνη. Με τη βοήθεια του θεωρητικού του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, άρχισε να γράφει κριτικές στο θρυλικό περιοδικό Cahiers du cinema.
 
Εκεί και μαζί με άλλους συναδέλφους του άνοιξαν τον δρόμο για το νέο κύμα και το μη εμπορικό κινηματογράφο. Με την μικρού μήκους ταινία του Les Mistons (1958) και θέμα την σεξουαλική αφύπνιση μιας ομάδας νεαρών, έθεσε στην πράξη τις θεωρίες του, τις οποίες συνέχισε στην ημιαυτοβιογραφική, μεγάλου μήκους ταινία του, "Τα 400 χτυπήματα" (Les Quatres Cents Coups, 1959).
 
Μία γεμάτη ειλικρίνεια αλλά και ποίηση ταινία, που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών, κάτι που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πλέον σημαντικούς εκφραστές του πρωτοεμφανιζόμενου νέου κύματος (nouvelle vague).


 
Ακολούθησαν οι ταινίες "Πυροβολείτε τον Πιανίστα" (Tirez sur le pianiste, 1960), αναφορά αλλά και ανατροπή των γκανγκστερικών ταινιών, "Απολαύστε το κορμί μου" (Jules et Jim, 1961) γύρω από τις ιδιόμορφες σχέσεις ενός ερωτικού τριγώνου, "Φαρενάιτ 451" (Fahrenheit 451, 1966), εξαιρετική μεταφορά στην οθόνη του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας του Ρέι Μπράντμπερι, που ο Τρυφώ γύρισε στην Αγγλία, "Η νύφη φορούσε μαύρα" (La mariée etait en noir, 1967), μία παραλλαγή του αμερικανικού φιλμ νουάρ. Ταινίες που επέβαλαν τον Τρυφώ ως έναν ξεχωριστό και εντελώς πρωτότυπο δημιουργό.
 
H θητεία του στο περιοδικό στο Cahiers Du Cinema, του προσέφερε το πιο σημαντικό στοιχείο, την κινηματογραφοφιλία. Όχι τόσο ως ένας εκλεκτικός θεατής ή ένας ψυχρός κριτής, αλλά κυρίως ως ένας εραστής ενός κινηματογράφου χωρίς όρια και σύνορα.
 
Για τον Τρυφώ η κινηματογραφική αίθουσα είναι ο τόπος όπου τα προσωπικά φαντάσματα ενσαρκώνονται, όπου ασκείται μια παραμυθία για τις οδύνες και λύπες του βίου.
 
Ο Τρυφώ ως σκηνοθέτης επέλεξε έναν δρόμο που περισσότερο δοξάζει αυτές τις τελετουργίες της κινηματογραφικής αίθουσας και λιγότερο τη στοχαστική φύση του κινηματογράφου, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο σινεμά του έτερου κορυφαίου του νέου κύματος, του Ζαν Λυκ Γκοντάρ.


 
Το ιδιαίτερο ύφος του Φρανσουά Τρυφώ δεν δυναστεύει την αφήγηση, δεν της επιβάλλεται, αλλά αντίθετα αφήνει χώρο για να κινηθούν και να αναπνεύσουν τα φιλμικά πρόσωπα. Καθώς η αφήγηση παραμένει ένας ακρογωνιαίος λίθος της μυθοπλασίας, ο κινηματογραφικός φακός παρακολουθεί τα πρόσωπα με καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένο από τις όποιες πολιτικές ή ψυχαναλυτικές παρεμβολές που ταλανίζουν το έργο άλλων σκηνοθετών της εποχής.
 
Μαγεμένος από την τελετουργία της σκοτεινής αίθουσας ο Τρυφώ εμμένει πεισματικά προσκολλημένος, σ' όλες τις ταινίες του, στην απόλαυση της αφήγησης. Αναζητά την γοητεία των προσώπων, επικεντρώνεται στις εντάσεις του διαλόγου, προσαρμόζει το κινηματογραφικό κάδρο στις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου. Αυτά είναι και κάποια από τα στοιχεία που προσδιορίζουν την μαγεία των κινηματογραφικών του εικόνων.


 
Βρισκόμαστε στο τέλος της δεκαετίας του ’50, όταν ο Φρανσουά Τρυφώ, μας παραδίδει την πρώτη του ταινία, ο λόγος για τα αριστουργηματικά «Τετρακόσια Χτυπήματα» (Les Quatre Cents Coups).
 
Η πρώτη αυτή ταινία του Francois Truffaut, διαθέτει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ουσιαστικά στα «Τετρακόσια Χτυπήματα» παρακολουθούμε ένα νεαρό αγόρι που μέσα από τις συνεχείς συγκρούσεις με το περιβάλλον του, προσπαθεί να εισέλθει στον κόσμο των μεγάλων.
 
Εγκαινιάζεται λοιπόν εδώ ένας νέος ήρωας, ο Antoine Doinel, το κινηματογραφικό alter ego του σκηνοθέτη, που μαζί του θα ταξιδέψουμε σε ακόμα τέσσερις ταινίες του και που υποδύεται με επιτυχία, ο χαρισματικός Jean Pierre Leaud.
 
Αναφερόμαστε βέβαια στις ταινίες: L’ Amour a Vingt Ans (Ο Έρωτας στα Είκοσι, 1962), Baisers Voles (Κλεμμένα Φιλιά, 1968), Domicile Conjugal (Παράνομο Κρεβάτι, 1970) και L’ Amour En Fuite (Η Αγάπη το Βάζει στα Πόδια, 1979).
 
Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το κινηματογραφικό ρεύμα του νέου κύματος, μπορείτε να βρείτε στα σχετικά μας αφιερώματα: Νουβέλ Βαγκ: Όταν η 7η Τέχνη γύρισε σελίδα: Μέρος 1ο και Μέρος 2ο.
 
Τα 400 χτυπήματα / Les quatre cents coups (Γαλλία, 1959)


 
Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι δεκατριών χρονών και ζει στο Παρίσι, με τους γονείς του. Η αδιαφορία των γονιών απέναντί του και η αυταρχική συμπεριφορά των καθηγητών του στο σχολείο, προκαλεί στον Αντουάν μια μόνιμη τάση φυγής και απόδρασης από το καταπιεστικό σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον.
 
Έτσι, μετά από πολλές περιπέτειες, ανάμεσα στις οποίες και ο εγκλεισμός του στο αναμορφωτήριο, κατορθώνει να φτάσει στην ελευθερία της θάλασσας, που είναι και το κρυφό του όνειρο.
 
"Tα 400 χτυπήματα", είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Φρανσουά Τρυφώ και μία από τις πρώτες της nouvelle vague. Αφηγείται την ιστορία ενός ευαίσθητου και ευάλωτου παιδιού, που ζει και μεγαλώνει σε έναν στενόμυαλο, μικρόψυχο και εν τέλει εχθρικό κόσμο.


 
Στο υπέδαφος της ταινίας υπάρχει έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, καθώς πολλές από τις περιπέτειες του μικρού Αντουάν (έξοχα ερμηνευμένος από τον Ζαν Πιερ Λεό – alter ego του σκηνοθέτη) είναι προσωπικά βιώματα του Τρυφώ, ο οποίος πράγματι, σε αυτήν την ηλικία κατέληξε στο αναμορφωτήριο, από όπου τον έσωσε ο σπoυδαίος θεωρητικός και συνιδρυτής των Cahiers du Cinéma, Αντρέ Μπαζέν, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η ταινία.
 
Ο συνοδοιπόρος και για χρόνια φίλος, του Τρυφώ, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είχε γράψει: «Τα 400 χτυπήματα είναι το πιο περήφανο, το πιο πεισματάρικο, το πιο ξεροκέφαλο, με άλλα λόγια, το πιο ελεύθερο φιλμ του κόσμου». Η ταινία, απέσπασε το Βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών το 1959.

Φαρενάιτ 451 / Fahrenheit 451 (Γαλλία - Αγγλία, 1966)


 
Σε έναν κόσμο απροσδιόριστο χωροχρονικά, στο εγγύς μέλλον, ο πυροσβέστης Μόνταγκ βάζει φωτιά αντί να τη σβήνει. Καίει τα βιβλία (ο τίτλος αφορά την απαιτούμενη θερμοκρασία καύσης), γιατί στην εν λόγω κοινωνία απαγορεύεται η ανάγνωση και η κατοχή βιβλίων.
 
Κάποια μέρα όμως, γοητευμένος από αυτό που καταστρέφει, υποκύπτει και ο ίδιος στη μαγεία της ανάγνωσης και όταν τον ανακαλύπτουν αναγκάζεται να καταφύγει στα δάση, όπου ζουν οι παράνομοι βιβλιόφιλοι, έχοντας μάθει τα αγαπημένα τους βιβλία απέξω, για να μπορέσουν έτσι να τα διασώσουν και να τα μεταδώσουν στις επόμενες γενιές.
 
Βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ρέυ Μπράντμπερυ, η ταινία αυτή είναι η πρώτη έγχρωμη του Φρανσουά Τρυφώ και ταυτόχρονα η πρώτη του μεγάλη παραγωγή και σε αγγλική ομιλούσα. Το θέμα της είναι η αγάπη για τα βιβλία, η εξαφάνιση των οποίων σημαίνει τον αφανισμό της ιστορικής μνήμης, την απουσία κάθε μελλοντικού χρονικού ορίζοντα και το βάλτωμα της κοινωνίας σε ένα αιώνιο παρόν-κόλαση, όπου τα πάντα θα είναι ομοιόμορφα και απολύτως ελεγχόμενα, αφού κανείς δεν θα θυμάται τίποτα.
 
Έξυπνα, ο Τρυφώ αποκλείει τα εφέ της επιστημονικής φαντασίας, αποφεύγει τις συμβάσεις και τους κοινούς τόπους του είδους και κάνει μια ταινία με πολιτική θέση, στην οποία αρκεί η ανάγνωση του Ντέιβιντ Κόπερφιλντ από τον πυρομανή-πυροσβέστη Μόνταγκ, για να γκρεμιστεί ένας ζοφερός κόσμος. Έξοχη και πανέμορφη η Τζούλι Κρίστι στον διπλό της ρόλο.

Το τελευταίο μετρό / Le dernier metro, (Γαλλία, 1980)


 
Παρίσι, Φθινόπωρο 1942. Στο θέατρο της Μονμάρτης προσλαμβάνεται ως πρωταγωνιστής ο Μπερνάρ Γκρανζέ και αρχίζουν οι πρόβες ενός καινούριου έργου με τίτλο «Οι εξαφανισμένοι». Η Μάριον, διάσημη ηθοποιός του γαλλικού μπουλβάρ, διευθύνει μόνη της το θέατρο του Εβραίου συζύγου της Λούκα Στάινερ, ο οποίος είναι εξαφανισμένος για τις αρχές Κατοχής.
 
Στην πραγματικότητα όμως, είναι κρυμμένος στο υπόγειο του θεάτρου, δίνοντας από κει τις σκηνοθετικές οδηγίες για το ανέβασμα των παραστάσεων, οι οποίες τελειώνουν πριν περάσει το τελευταίο μετρό. Η εμφάνιση του νέου και προικισμένου ηθοποιού Μπερνάρ, αναστατώνει συναισθηματικά την Μάριον και οι εξελίξεις είναι απρόβλεπτες.
 
Το πολυβραβευμένο με 10 Σεζάρ (τα γαλλικά Όσκαρ) “Τελευταίο Μετρό”, είναι μαζί με την “Αμερικανική νύχτα”, η πιο επιτυχημένη εμπορικά ταινία του Φρανσουά Τρυφώ. Δεν πρόκειται για μια ταινία για την εποχή της Κατοχής στη Γαλλία (παρόλο που υπάρχουν άμεσες αναφορές, ακόμα και σε υπαρκτά πρόσωπα εκείνης της περιόδου, όπως ο αντισημίτης θεατρικός κριτικός Νταξιά), αλλά για την πολύπλοκη σχέση ανάμεσα στο θέατρο και τη ζωή.
 
Οι ίντριγκες της θεατρικής σκηνής και των παρασκηνίων γίνονται μια μεταφορά της πραγματικής ζωής, το σκηνικό ενός παιχνιδιού όπου διαπλέκεται η μικρή και η μεγάλη Ιστορία, η παρουσία με την απουσία, το κρυφό με το φανερό και φυσικά ο έρωτας, που στήνει τον αόρατο συναισθηματικό ιστό της ταινίας.
 
Έχοντας στο κεντρικό πρωταγωνιστικό δίδυμο τους Κατρίν Ντενέβ και Ζεράρ Ντεπαρντιέ, αλλά και τη θαυμάσια, «πνιγμένη» φωτογραφία του σπουδαίου Νέστορ Άλμεντρος, η ταινία αποτελεί μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του Τρυφώ.

Οπωσδήποτε την Κυριακή / Vivement Dimanche! (Γαλλία, 1983)


 
Ο Ζυλιέν, κτηματομεσίτης στο επάγγελμα, είναι ο βασικός ύποπτος για το φόνο της γυναίκας του Μαρί-Κριστίν και του εραστή της Ζακ. Η πρώην γραμματέας του Μπάρμπαρα, η οποία είναι ερωτευμένη μαζί του, τον κρύβει στο υπόγειο του γραφείου του και αρχίζει τις έρευνες για να βρει τον πραγματικό δολοφόνο και να αποδείξει την αθωότητά του. 
 
Κατά τη διάρκεια των ερευνών τα πράγματα περιπλέκονται, καθώς σκοτώνονται μια ταμίας κινηματογράφου και ο μάνατζερ ενός οίκου ανοχής, που έχει σαν βιτρίνα ένα νυχτερινό κέντρο. Τελικά, η Μπάρμπαρα στήνοντας ένα επικίνδυνο παιχνίδι, με την βοήθεια του Λαμπλάς, ντετέκτιβ παλαιάς σχολής, αλλά και του επιθεωρητή Σαντελί, καταφέρνει να ανακαλύψει τον ένοχο.
 
Στο κύκνειο άσμα του ο Φρανσουά Τρυφώ, μέγας γνώστης και θαυμαστής του φιλμ νουάρ, αποδίδει με μεγάλη αφηγηματική άνεση, σινεφίλ διάθεση και ειρωνικό βλέμμα το ύφος και το πνεύμα ενός κινηματογραφικού είδους, την μεγάλη αξία του οποίου ανέδειξαν οι δημιουργοί της nouvelle vague, ως κινηματογραφικοί κριτικοί στα Cahiers du Cinéma. ΄Έξοχη η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Νέστορ Άλμεντρος, συμβάλλει τα μέγιστα στην νουάρ ατμόσφαιρα της ταινίας και θαυμάσιοι στους κεντρικούς ρόλους η Φανί Αρντάν και ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν.

Ο Φρανσουά Τρυφώ έφυγε από τη ζωή και πέρασε στην ιστορία στις 21 Οκτωβρίου του 1984. Υπήρξε ένας από τους βασικούς υπεύθυνους τόσο για τον τρόπο που βλέπουμε, όσο και για τον τρόπο που γράφουμε για το σινεμά. Ο «αιώνιος έφηβος» της 7ης Τέχνης, μπορεί να μην βρίσκεται πια μαζί μας, αλλά όντας ένας σκηνοθέτης που βιώνει διαρκώς και με έντονο τρόπο την κατάληξη της κινηματογραφικής πράξης, θα ταξιδεύει μαζί μας για πάντα μέσα από τις τελετουργίες και τη μαγεία της σκοτεινής αίθουσας...


 

Πηγή:tvxs

Aς πιούμε στην υγειά των τρελών. Του Τζακ Κέρουακ

 

Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών. Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη… Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. Ίσως, πρέπει να είναι τρελλοί. Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες. Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ό,τι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν. Τζακ Κέρουακ

Τζακ Κέρουακ (Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac, όπως έγινε αργότερα γνωστός) γεννήθηκε στο Λόουελλ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαρτίου του 1922, γιος του Λέο-Αλσίντ Κέρουακ ή Κερουάκ και της Γκαμπριέλ - Ανζ Λεβέκ.

Σε πολύ νεαρή ηλικία, βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Κέρουακ, αποτελώντας επιπλέον την αφορμή για την μετέπειτα έκδοση του μυθιστορήματος "Visions of Gerard".

Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρήηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του. 

Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε καλό αθλητή του μπέιζμπολ και κυρίως του αμερικανικού ποδοσφαίρου, τόσο ικανό ώστε με το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών να λάβει αθλητική υποτροφία για να σπουδάσει δωρεάν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εκεί, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά, με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπητ γενιάς, μεταξύ αυτών ο Άλλεν Γκίνζμπεργκ και ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ.

Η φοίτηση του στο Κολούμπια δεν διήρκησε πολύ,γιατί στο πρώτο έτος σπουδών του, έσπασε το πόδι του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα φούτμπολ. Παράλληλα, η κακή σχέση και οι διαφωνίες με τον προπονητή της ομάδας του, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και επέστρεψε στην γενέτειρά του Λόουελλ, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Λόουελλ Σαν (Lowell Sun). Μετά από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε στο Λόουελλ και στη Βοστώνη, όπου έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, στις αρχές του 1942 εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας μακρινά ταξίδια.

Τον επόμενο χρόνο, κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αμερικανικό Ναυτικό, από όπου απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η επίσημη αιτιολογία της απόλυσής του, αναφερόταν στην ψυχολογική του κατάσταση και έκανε λόγο για αδιαφορία του. Είναι γεγονός πως δεν τηρούσε αυστηρή υπακοή στις εντολές των ανωτέρων του. Αργότερα, του επετράπη να ξαναεπιταχθεί στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens.

Όταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Κέρουακ μαζίμε την φίλη του Έντυ Πάρκερ (Edie Parker), συνδέθηκε στενά με τους Λουσιέν Κάρρ (Lucien Carr) και Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον συγγραφέα Γουίλλιαμ Σ. Μπάρροους (William S. Burroughs) καθώς και με τον Νήλ Κάσσαντυ (Neal Cassady).

Εκείνη τήν εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζόν Κλέλλον Χόλμς (John Clellon Holmes), ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά την γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με την ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα "ήττας" (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο "Beat Generation".

Παντρεύτηκε την Έντυ Πάρκερ το 1944, λίγο μετά την φυλάκιση του Λουσιέν Κάρρ για ανθρωποκτονία, για την οποία μάλιστα ο Κέρουακ θεωρήθηκε συνένοχος. Ο γάμος του κράτησε μόλις μερικούς μήνες, χώρισε το 1945 και τον ίδιο χρόνο συνέπεσε ο θάνατος του πατέρα του.

Λίγο μετά τον θάνατο του, ο Κέρουακ άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, "Η Κωμόπολη και η Πόλη" ("The Town and the City"), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950. Το 1949 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί με τον φίλο του Νηλ Κάσσαντυ και την πρώην σύζυγο τού Κάσσαντυ, Λουάν (Luanne).

Την επόμενη δεκαετία, ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον Κάσσαντυ, κι άλλοτε κάνοντας ότο-στόπ. Η περιπλάνησή θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του "Στο Δρόμο" ("On the Road").

Το 1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη συζυγό του, Τζόαν Χάβερτυ (Joan Haverty). Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Κέρουακ.

Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα "Στο Δρόμο" ("On the Road") βασισμένο στα ταξίδια του, τα "Οράματα του Κόντυ" ("Visions of Cody"), το "Ντόκτορ Σακς" ("Dr. Sax"), το "Μάγκι Κάσιντι" ("Maggie Cassidy"), τους "Υποχθόνιους" ("The Subterraneans") και άλλα έργα.

Περίπου το 1955, άρχισε να μελετά το Βουδισμό,επηρεασμένος αρχικά από το έργο του Dwight Goddard "A Buddhist Bible" ενώ ασχολήθηκε έντονα με το διαλογισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Μεξικό, ολοκλήρωσε την ποιητική του σειρά "Μπλουζ του Μέχικο Σίτι" ("Mexico City Blues") καθώς και το μυθιστόρημα "Τριστέσα" ("Tristessa") γραμμένο για μιά κοπέλα που γνώρισε εκεί.

Το 1956 άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα "Τα Οράματα του Ζεράρ" ("Visions of Gerard") γραμμένο για τον αδελφό του, "Γραφές της αιωνιότητας" ("The Scripture of the Golden Eternity") καθώς και πολλά ποιήματα. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του "Στο Δρόμο" το 1957, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα "Οι Αλήτες του Ντάρμα" ("The Dharma Bums").

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του "On the Road", ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Επίσης, αρθογράφησε στα περιοδικά "Playboy", "Swank", "Holiday", "Escapade" και "Esquire".

Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ (Big Sur)της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα "Μπιγκ Σερ" ("Big Sur"). Το 1966, παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη, Στέλλα Σάμπα, από την γενέτειρά του, Λόουελλ, κι εγκαταστάθηκε στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ της Φλώριδας, μαζί με την μητέρα του.

Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών, στις 21 Οκτωβρίου 1969, από εσωτερική αιμοραγία, λόγω κίρρωσης τού ήπατος. Η σύζυγός του Στέλλα και η μητέρα του Γκαμπριέλ, τέλεσαν μια μικρή κηδεία στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ, καθώς και μία στό Λόουελλ, στην εκκλησία του St. Jean Baptiste, όπου παρακολουθούσε τη λειτουργία όταν ήταν μικρός. Η ταφή του έγινε στον οικογενειακό τάφο των Σάμπα στο Λόουελλ.

Πηγή:tvxs