ενημέρωση 7:47, 6 September, 2026

Αιρετική μελέτη: «Το γάλα κάνει κακό στα οστά»

Επίσης αυξάνει τους κινδύνους πρόωρου θανάτου σε άνδρες και γυναίκες
 
Αιρετική μελέτη: «Το γάλα κάνει κακό στα οστά»
Η νέα μελέτη αμφισβητεί τη θετική επίδραση του γάλατος στα οστά αλλά και γενικότερα στον ανθρώπινο οργανισμό
 

Ουψάλα 

Iσως το γάλα δεν κάνει τόσο καλό όσο νομίζαμε στα κόκαλα και γενικότερα στην υγεία μας - ή απλώς και στην περίπτωση του ισχύει ότι για το κάθε τι χρειάζεται μέτρο. Η μεγάλη κατανάλωση γάλατος δεν συνοδεύεται από μικρότερο κίνδυνο καταγμάτων, όπως συνήθως πιστεύεται λόγω του αυξημένου ασβεστίου και των πρωτεϊνών για τα οστά, αλλά αντίθετα με μεγαλύτερη πιθανότητα κατάγματος και πρόωρου θανάτου τόσο στους άνδρες, όσο και στις γυναίκες.

Σε αυτό το «αιρετικό» συμπέρασμα κατέληξε μια νέα μεγάλη σουηδική επιστημονική μελέτη, η οποία όμως πρέπει να επιβεβαιωθεί από μελλοντικές έρευνες, προτού οι επιστήμονες προχωρήσουν σε νέες διατροφικές συστάσεις. Η έρευνα, από την άλλη, συσχετίζει το πρόβλημα μόνο με το γάλα και όχι με τα άλλα γαλακτοκομικά, αφού βρήκε ότι όσες γυναίκες τρώνε πολύ γιαούρτι και τυρί, κινδυνεύουν λιγότερο από κάταγμα ή πρόωρο θάνατο.

Η μελέτη

Τη νέα μελέτη πραγματοποίησε ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Καρλ Μικάελσον της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ουψάλα και τα ευρήματα δημοσιεύονται στην επιθεώρηση «British Medical Journal». Οι ερευνητές αναφέρουν ότι ο αυξημένος κίνδυνος μπορεί να οφείλεται στα υψηλά επίπεδα γαλακτόζης, η οποία προέρχεται από διάσπαση της λακτόζης, δύο μορφών σακχάρου που περιέχονται στο γάλα και οι οποίες, όπως έχουν δείξει προηγούμενες μελέτες σε πειραματόζωα, αυξάνουν το οξειδωτικό στρες και τη χρόνια φλεγμονή στον οργανισμό.

Μέχρι σήμερα μια διατροφή πλούσια σε γάλα και γενικά σε γαλακτοκομικά προϊόντα θεωρείται ότι μειώνει την πιθανότητα καταγμάτων λόγω οστεοπόρωσης. Οι σουηδοί επιστήμονες διευκρίνισαν, πάντως, ότι η έρευνά τους διαπίστωσε μια συσχέτιση ανάμεσα στο πολύ γάλα και στον αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων και πρόωρου θανάτου και όχι μια άμεση σχέση αιτίας - αποτελέσματος, γι’ αυτό τα απρόσμενα ευρήματά τους πρέπει να αντιμετωπιστούν με επιφύλαξη, τουλάχιστον προς το παρόν.

Οι γυναίκες

Οι ερευνητές μελέτησαν στοιχεία για δύο ομάδες, μία 61.433 γυναικών ηλικίας 39 - 74 ετών και μία 45.339 ανδρών ηλικίας 45 - 79 ετών, αναφορικά με τις διατροφικές συνήθειές τους και την κατανάλωση γάλατος, γιαουρτιού και τυριού. Η γυναικεία ομάδα παρακολουθήθηκε επί 20 έτη και η ανδρική επί 11. Στη διάρκεια αυτών των περιόδων οι επιστήμονες κατέγραψαν πόσα κατάγματα έπαθαν οι άνθρωποι και πόσοι πέθαναν πρόωρα.

Η στατιστική ανάλυση για τις γυναίκες έδειξε ότι η αυξημένη κατανάλωση γάλατος όχι μόνο δεν μείωνε καθόλου τον κίνδυνο κατάγματος, αλλά μάλλον τον αύξανε. Μέσα σε μια δεκαετία, 42 στις 1.000 γυναίκες που έπιναν πολύ γάλα, έπαθαν κάταγμα, έναντι 35 στις 1.000 που ήταν ο μέσος όρος και 31 στις 1.000 μεταξύ όσων έπιναν λίγο γάλα ή καθόλου.

Επιπλέον, οι γυναίκες που έπιναν πάνω από τρία ποτήρια γάλα τη μέρα (κατά μέσο όρο 680 μιλιγκράμ), είχαν υψηλότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου (180 γυναίκες στις 1.000) μέσα σε μια δεκαετία, σε σχέση με όσες έπιναν λιγότερο από ένα ποτήρι (κατά μέσο όρο 60 μιλιγκράμ), από τις οποίες πέθαναν 110 στις 1.000 μέσα στην ίδια δεκαετία, ενώ ο μέσος όρος (ανεξάρτητα από την κατανάλωση γάλατος) ήταν 126 θάνατοι στις 1.000 γυναίκες.

Όσες έπιναν πάνω από τρία ποτήρια ημερησίως, είχαν 90% μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, 60% μεγαλύτερο κίνδυνο κατάγματος ισχύου και 15% οποιουδήποτε άλλου κατάγματος, σε σχέση με όσες έπιναν λιγότερο από ένα ποτήρι τη μέρα, όπως είπε ο Καρλ Μικάελσον.

Οι άνδρες

Oσον αφορά τους άνδρες, παρατηρήθηκε επίσης ότι η αυξημένη κατανάλωση γάλατος σχετιζόταν με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στις γυναίκες (περίπου 10% για τρία ποτήρια και πάνω). Η περαιτέρω ανάλυση επιβεβαίωσε ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση γάλατος συνδεόταν με «ανεβασμένους» βιοδείκτες οξειδωτικού στρες και φλεγμονής.

Σε κάθε περίπτωση, η κατανάλωση μόνο ενός ποτηριού γάλατος τη μέρα δεν φαίνεται να αποτελεί οποιοδήποτε πρόβλημα (το πρόβλημα αρχίζει μετά τα δύο ποτήρια), ενώ η μελέτη διαπίστωσε αυξημένο κίνδυνο σε όλα τα είδη γάλατος (με πολλά, λίγα ή καθόλου λιπαρά κ.α.). Αντίθετα, όπως διαπιστώθηκε, τα γαλακτοκομικά προϊόντα (κυρίως γιαούρτι, τυρί), που έχουν πολύ πιο χαμηλή περιεκτικότητα σε λακτόζη, συνδέονται με μειωμένη πρόωρη θνησιμότητα και λιγότερα κατάγματα, ιδίως μεταξύ των γυναικών.

«Τα ευρήματά μας μπορεί να θέσουν σε αμφισβήτηση την ισχύ των συστάσεων για την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων γάλατος ως μέτρου πρόληψης των καταγμάτων» τονίζουν οι ερευνητές, αλλά προσθέτουν ότι «τα ευρήματα αυτά πρέπει να τύχουν ανεξάρτητης επιβεβαίωσης, προτού μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν για νέες διατροφικές συστάσεις».

Ειδικοί από άλλες χώρες συμφώνησαν ότι τα ευρήματα πρέπει να διασταυρωθούν από άλλες έρευνες, καθώς η κατανάλωση γάλατος εμφανίζει αυξητική τάση διεθνώς, παράλληλα με την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη. Ορισμένοι επιστήμονες επεσήμαναν ότι η νέα μελέτη εγείρει περισσότερα ερωτήματα, παρά δίνει απαντήσεις.

Ο χρυσός γλυκός θρύλος

Τα λέγαμε τις προάλλες για το προφιτερόλ της Βέροιας και την ιστορία της οικογένειας Κούσιου. Σας τάξαμε και ρεβανί. Ήρθε η ώρα του.

φωτό: Γεωργία Μαρτίκα

Ο αφράτος σιροπιαστός πειρασμός είναι συνυφασμένος με το όνομα της πόλης. Μέχρι πριν την κρίση, συχνά Θεσσαλονικείς πήγαιναν μια βολτίτσα στη Βέροια, μόνο και μόνο για να αγοράσουν ρεβανί. Υπάρχουν αρκετά ζαχαροπλαστεία που παρασκευάζουν και πουλούν ρεβανί στην πόλη.
Με κορυφαίο το κατάστημα Χοχλιούρου στην πλατεία Αγίου Αντωνίου.

Το λογότυπο της επιχείρησης λέει «απ' το 1886», ωστόσο λίγα συνηγορούν προς αυτή την εκδοχή, η οποία όμως ουδόλως μειώνει τη νοστιμιά του ρεβανί. Αυτό που είναι επιβεβαιωμένο είναι ότι στη δεκαετία του '20 ο Γεώργιος Χοχλιούρος διατηρούσε γαλακτοπωλείο εκεί όπου και σήμερα βρίσκεται το κατάστημα. Ένας Τούρκος γείτονας του έδωσε μια συνταγή για ρεβανί καθώς και τα μετρίδια -τις ειδικές πέτρες για τη μέτρηση των ποσοτήτων. Ο παππούς Γιώργος έφτιαχνε ρεβανί αλλά μη φανταστείτε σπουδαία πράγματα, ένα με δυο ταψιά την εβδομάδα. Μέχρι που στη δεκαετία του '50 ανέλαβαν τα παιδιά του, Νίκος, Μανόλης και Κώστας. Άγνωστο τι ήταν αυτό που έδωσε ώθηση στο γλυκό. Σύντομα όμως το απογείωσαν γευστικά και σταμάτησαν οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα στο μαγαζί. Έτσι γεννήθηκε το «Ρεβανί Χοχλιούρος».

φωτό: Γεωργία Μαρτίκα

Η επιτυχία της επιχείρησης, εκτός από την καλή συνταγή και την τέχνη, βασίστηκε στο τρίπτυχο: δουλειά, δουλειά και δουλειά. Τα αδέρφια δεν είχαν σχεδόν καθόλου ζωή εκτός δουλειάς. Ούτε ποτά, ούτε ξενύχτια, ούτε καταχρήσεις, ούτε πολλές παρέες και κοινωνικές επαφές. Λέγεται ότι ο Μανόλης δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τη Βέροια και δεν μπήκε ποτέ στη ζωή του σε αυτοκίνητο! Ο Νίκος, επειδή ασχολούνταν και με χωράφια ήταν ελαφρώς πιο κοινωνικός. Ο Κώστας ήταν ο μόνος που παντρεύτηκε κι έκανε παιδιά: τους Γιώργο, Σοφοκλή και Νίκο (προς τιμήν του θείου) που σήμερα ασχολούνται με την επιχείρηση.

Όλη η Βέροια φτιάχνει ρεβανί. Κανένα όμως δεν είναι σαν του Χοχλιούρου. Η συνταγή παραμένει μυστική και κυκλοφορούν πολλοί θρύλοι στην πόλη: ότι τα αδέρφια δεν αφήνουν κανέναν να μπει στο εργαστήριο, ότι δεν εμπιστεύονται ούτε στις γυναίκες τους το μυστικό, ότι δεν ανοίγουν κανένα άλλο κατάστημα επειδή θα αναγκαστούν να εκμυστηρευτούν τη θαυματουργή συνταγή και άλλα πολλά. Παραμένουν στον ίδιο χώρο, δουλεύοντας όλη μέρα, χρησιμοποιώντας τα ίδια παλαιομοδίτικα δισκάκια, το ίδιο παλιοκαιρίσιο χαρτί, την ίδια παραδοσιακή μανιέρα.

φωτό: Γεωργία Μαρτίκα

Οι connaisseurs εξακολουθούν να τους παραδέχονται ως τεχνίτες. Παρόλο που τα υλικά δεν είναι αυτά που υπήρχαν κάποτε, τότε που ο πατέρας και οι θείοι έφτιαχναν το ρεβανί. Ούτε τα αβγά, ούτε το σιμιγδάλι, τα άλευρα, το γάλα και το γιαούρτι έχουν την αγνότητα και την νοστιμάδα που είχαν κάποτε. Ακόμα κι ο παλιός ξυλόφουρνος που τώρα έχει αντικατασταθεί από ηλεκτρικό, έδινε άλλου είδους γεύση. Ωστόσο οι Χοχλιούροι εξακολουθούν να φτιάχνουν το καλύτερο ρεβανί στην πρωτεύουσά του, τη Βέροια.

μια αέρινη στραπατσάδα…

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συνάντησή μου προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90 με τον Έλληνα σεφ Νίκο Λαδένη, που όλος ο γαστρονομικός κόσμος ήξερε τότε ως Nico Ladenis, ή και σκέτο Nico που, με ένα Chez μπροστά, ήταν το όνομα του εστιατορίου του στο «90 Park Lane», στο ξενοδοχείο Grosvenor, στο Mayfair του Λονδίνου.

Photo: rafatrujillo.wordpress.com

Εκεί συναντηθήκαμε για μία τηλεοπτική συνέντευξη που θα ενσωματωνόταν σε ένα μεγάλο αφιέρωμα για τη χιλιετία που έφτανε στη δύση της. Είχε μόλις κερδίσει και το 3ο του αστέρι Michelin αλλά δεν ήταν αυτός, ούτε ότι ήταν ελληνικής καταγωγής, ο λόγος που επελέγη εκείνος να μιλήσει στο αφιέρωμα για «το καλό φαγητό» στο γύρισμα του αιώνα και της χιλιετίας.

Διαβάζοντας το βιογραφικό του, δύο πράγματα με κέντρισαν και με κέρδισαν. Πρώτον, ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε για κάποια χρόνια στην Αφρική, όπου εκεί έμαθε, λέει, «την πραγματική μυρωδιά των γεύσεων». Και δεύτερον, ότι παράτησε μια στρωμένη και καλοπληρωμένη καριέρα σε πολυεθνική εταιρεία για να κάνει, έστω και σε προχωρημένη ηλικία, αυτό που τούλεγε η ψυχή του.

Η Τανζανία του Νίκου Λαδένη ήταν η δική μου Ροδεσία, τώρα πια Ζιμπάμπουε. Κι η φυγή του από την Shell ο δικός μου στόχος από τη δημοσιογραφία.

Ό,τι έμπαινε στο πιάτο έβγαινε απευθείας από τον κήπο του σπιτιού και το κοτέτσι του. Τα mango «τα τρώγαμε με τη φλούδα», μου’χε πει, και ήξερε πως το 'λεγε αυτό σε κάποιον που ’χε κάνει ακριβώς το ίδιο. «Ακόμα δεν έχω βρει αυγά που να έχουν τη γεύση και τη μυρωδιά καλαμποκιού και γλυκοβούτυρου», αναπολούσε, εξηγώντας μου ταυτόχρονα την μέγιστη τέχνη του να μαγειρεύεις scrambled eggs (στραπατσάδα, περίπου, αλλά πιο απλή, πιο fluffy, αεράτη…), που το χρυσό μυστικό τους είναι:

Photo: isnooth.com

«Mικρό κατσαρόλι, σπας μέσα τα αυγά, μαζί και λίγο βούτυρο, ολόπαχο, αγελαδίσιο, όχι βλακείες, μετά το κατσαρόλι στη φωτιά και με μια σπάτουλα τα ανακατεύεις, ελαφρά αλλά συνεχώς, και βάζοντας-βγάζοντάς το από την εστία, να μη ψηθεί πολύ, να μη πήξει, το βγάζεις όταν γίνει σαν παχύρρευστο υγρό, ψήνεται και εκτός φωτιάς μην ανησυχείς, όταν αρχίσει να σβολιάζει λίγο, τότε προσθέτεις λίγη crème fraiche και τότε μόνο αλατοπιπερώνεις and that’s it, that’s all!»

Τα ψάρια τα ψαρεύαμε σε λίμνες του γλυκού νερού, διάσπαρτες, κατά χιλιάδες, σε όλες τις αφρικανικές χώρες. Αρνιά, κατσίκια και αγελάδες μας έφερναν οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι. Και για τα είδη κυνηγίου, μπεκάτσες, φραγκόκοτες, λαγοί, αγριογούρουνα, βουβάλια, ζαρκάδια και διάφορα είδη ελαφιών (κυρίως για αποξηραμένο κρέας biltong), προμηθευτές μας ήταν εκείνοι που τα σκότωναν.

Στο βιβλίο του My Gastronomy, που το συστήνω ανεπιφύλακτα σε όποιον αγαπά το καλό, αναφέρεται στον «τροπικό μας κήπο» στην Ταγκανίκα, όπως λεγόταν παλιά η Τανζανία, και θυμόταν ότι «όποιον προσκαλούσαμε στο σπίτι για μεσημβρινό (lunch, διότι αυτό ήταν τότε και μερικώς είναι ακόμα, το κύριο και καλύτερο γεύμα της ημέρας), δεχόταν αμέσως διότι ήξερε ότι θα ζήσει μία γαστρονομική εμπειρία επειδή η μαμά μου είχε χρυσά χέρια».

Είχε, όμως, και έναν λαχανόκηπο παραδεισένιο. «Τόσο σύνθετο και πολυποίκιλο όπου έβρισκες οτιδήποτε από αβοκάντο, ντομάτες, γαλλικά φασόλια, πατάτες απλές και γλυκές, μέχρι και κολοκύθες, αγκινάρες, καρότα, παντζάρια και όλου του κόσμου τα μπαχάρια».

Στη μαγειρική, όπως και στην οινολογία, πριν από την γεύση υπάρχει πάντα η όραση και η μυρωδιά. Αν και, στην όραση ειδικώς, η γαστρονομία επιτρέπει μερικές παρεκτροπές. Μια ζαβή πιπεριά μπορεί να είναι πιο νόστιμη από τις πιο καλοσχηματισμένες. Υπάρχουν και ντομάτες κακομούτσουνες, που η γεύση τους εξευτελίζει τις ομορφούδες των ραφιών.

Ο Λαδένης μυριζόταν τα φαγητά του περισσότερο απ’ ότι τα γευόταν. Το εφάρμοζε ακόμα κι όταν ψώνιζε. Και όποιος μανάβης, μπακάλης, κρεοπώλης ή ιχθυοπώλης του έκανε παρατήρηση, τον έκοβε από προμηθευτή. Παρόλο που πίστευε ακράδαντα ότι «ο πελάτης δεν έχει πάντα δίκιο», εξαιρούσε κατά κανόνα μόνο εκείνους που είχαν όσφρηση για το καλό και όχι μόνο άποψη γι’ αυτό!

Ας μείνουμε, λοιπόν, σ’ αυτά επί του παρόντος. Έχουμε πολλά να πούμε για τον σερ Νικο, όπως τον λέω, και για όσα μου έμαθε για την μαγειρική με μία μόνο συνέντευξη (που όμως κράτησε πάνω από 4 ώρες) και που σφραγίστηκε με μία ιεροτελεστία degustation στο Chez Nico που δεν θα ξεχάσω όσο ζω.

Εις το επανειδείν...

Φενάντο Πεσόα, Αγνωστες πτυχές του Πορτογάλου ποιητή

 
Γράφει η Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
 
Τον Φερνάντο Πεσόα (1888-1935), το μεγαλύτερο Πορτογάλο ποιητή μετά τον Καμόενς, μας (επανα)συστήνουν οι εκδόσεις Gutenberg, μέσα από πέντε βιβλία που φωτίζουν τρεις εν πολλοίς άγνωστες πτυχές του. Τον Πεσόα ως δοκιμιογράφο («Ηρόστρατος», «Η αναζήτηση της Αθανασίας»), ως εραστή («Γράμματα στην Οφέλια»), αλλά και λάτρη της λογοτεχνίας τρόμου («Ενα πολύ πρωτότυπο δείπνο»),μαζί με τα ποιήματα του Αλβάρο ντε Κάμπος και του Αλμπέρτο Καέιρο, ψευδώνυμα που χρησιμοποιούσε κατά καιρούς ο Πεσσόα και που, όπως έλεγε, εξέφραζαν τις διάφορες προσωπικότητες που συνυπήρχαν μέσα του.
 
1)"Γράμματα στην Οφέλια"
Η Οφέλια Κεϊρός είναι 19 ετών όταν ερωτεύεται τον Φερνάντο Πεσσόα και μαζί του όλη την παρέα των ετερωνύμων: τον Α.Α. Κρος, τον Ρικάρντο Ρέις και τον Άλβαρο ντε Κάμπος. Ευαίσθητη και απλοϊκή, δηλώνει από την αρχή μέχρι το τέλος την επιθυμία της να παντρευτεί τον ποιητή, χωρίς ωστόσο να διστάζει να τον ακολουθήσει στα δυσπρόσιτα μονοπάτια της δημιουργίας του, ανταλλάσσοντας επιστολές γεμάτες ευρηματικότητα και χιούμορ. Οι απαντήσεις του Φερνάντο Πεσσόα μας αποκαλύπτουν όχι μόνο τη μοναδική ερωτική του σχέση, αλλά και την αδιαμφισβήτητη συνάφειά τους με το λογοτεχνικό του έργο.
 
2)"Η αναζήτηση της Αθανασίας"
Το νεανικό γραπτό του Φερνάντο Πεσόα που "υπογράφει" ο συνομήλικος ετερώνυμός του Αλεξάντερ Σερτς -δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1978-, μας γνωρίζει μιαν άλλη πτυχή της αφηγηματογραφίας του: το διήγημα τρόμου. Η ατμοσφαιρικότητα και η γοητεία της εκλογίκευσης που αναιρείται από τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής μαρτυρούν τη γόνιμη θητεία του στους μάστορες του είδους τον ΙΘ' αιώνα. Το συνοδεύουν μια διεξοδική εξέταση των πηγών και των προθέσεών του από τον K. David Jackson και ένα πλούσιο εργοβιογραφικό χρονολόγιο.
 
3)Ηρόστρατος
Ο Ηρόστρατος αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο –«Ηρόστρατος»– αποτελείται από εβδομήντα αριθμημένα αποσπάσματα, το δεύτερο –«Προσωρινότητα»– από δεκατρία και το τρίτο –«Το ανώφελο της κριτικής»– από ένα και μοναδικό. Ακολουθεί το Επίμετρο με τον τίτλο «Αναζητώντας τον μελλοντικό χρόνο», που υπογράφει ο Richard Zenith.
Παρακολουθώντας τη σκέψη του μεγάλου αυτού πνευματικού ανθρώπου, αισθανόμαστε ότι το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η ανατροπή. Ανατροπή των πάντων. Αποκαθήλωση ιερών και αγίων προσώπων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Σκέψεις ρηξικέλευθες περί ιδιοφυΐας. Άριστος γνώστης της αγγλικής λογοτεχνίας και γλώσσας, στην οποία και ο ίδιος έγραψε, αντλεί τα παραδείγματά του από τους μεγάλους του αγγλικού πανθέου, των οποίων δεν δίστασε να «πειράξει» την τελειότητα. Σαίξπηρ, Μίλτον, Τένισον και όλοι οι άλλοι γίνονται τα εργαλεία των αποδείξεών του.
 
4)Τα ποιήματα του Άλβαρο ντε Κάμπος
Τελευταίος της βασικής τριάδας των ετερωνύμων ως προς τη σειρά γέννησης, μετά τον Αλμπέρτο Καέιρο και τον Ρικάρντο Ρέις, τη θριαμβική εκείνη ημέρα της 8ης Μαρτίου 1914, ο 'Aλβαρο ντε Κάμπος είναι, σύμφωνα με τον Αντόνιο Ταμπούκι, "ένα διπλό πρόσωπο, στο βαθμό που είναι πρόσωπο της μυθοπλασίας που δημιουργεί μυθοπλασία, ένα λογοτεχνικό πρόσωπο που δημιουργεί με τη σειρά του λογοτεχνία. Ο Κάμπος επομένως είναι κάτι περισσότερο από ένα πορτρέτο ή μία αυτοανάλυση· είναι ένας στοχασμός, ένα είδος προειδοποίησης: είναι ο Πεσσόα που βλέπει τον εαυτό του ως πρωτοποριακό καλλιτέχνη".
 
5)Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο
Το ποιητικό έργο του Αλμπέρτο Καέιρο απαρτίζεται από τρεις ενότητες: τον "Φύλακα των κοπαδιών", τον "Ερωτευμένο βοσκό" και τα "Ασύνδετα ποιήματα". Σε αυτόν επικεντρώνονται τα σχόλια όλων των ετερωνύμων καθότι είναι ο δάσκαλος όλων, η κεντρική έδρα και η πηγή της πεσσοανικής δημιουργίας.
Η παρούσα μετάφραση του συνόλου του έργου συνοδεύεται από τον "Πρόλογο" του Ρικάρντο Ρέις και τις "Σημειώσεις εις μνήμην του δασκάλου μου Καέιρο" του Άλβαρο ντε Κάμπος, τοποθετώντας έτσι τον Αλμπέρτο Καέιρο στο πλαίσιο της ετερωνυμίας και δίνοντάς του την κεντρική θέση για την οποία τον προόρισε ο δημιουργός του.
 
Ο Φερνάντο Πεσσόα (1888-1935) έγραψε τα πάντα και για τα πάντα. Αυτό το μεγαλειώδες μυστικό της λογοτεχνικής ιστορίας συνέθεσε ποιήματα, σκάρωσε αστυνομικές πλοκές, κατέστρωσε σχέδια φιλοσοφικών συστημάτων, υπερέβη τα όρια του χώρου και του χρόνου, ανακάτεψε την τράπουλα του νοήματος ξανά και ξανά .
Αποτελεί σημαντικότατο γεγονός η έκδοση των έργων του Πεσσόα από τον Gutenberg, σε πολυτονικό, σε εξαιρετικά κομψούς λευκούς τόμους, και πάντα με φροντισμένες μεταφράσεις, από τον Χάρη Βλαβιανό, τον Κωνσταντίνο Αρμάο, τη Μαρία Παπαδήμα.


Ο Πεσσόα είναι ταυτόχρονα ποιητής και μύθος ποιητικός. Έζησε τη ζωή του στα όρια της ανυπαρξίας, δημοσίευσε ελάχιστο μέρος του τεράστιου έργου του, ενός έργου ανολοκλήρωτου και πολλαπλού, το οποίο κληροδότησε στις μέλλουσες γενιές κλεισμένο στο περίφημο μπαούλο, εξασφαλίζοντας έτσι την υστεροφημία του.


Πεθαίνοντας στη Λισσαβόνα το 1935, τρία χρόνια προτού κλείσει τα πενήντα, θα αφήσει πίσω του ένα ελάχιστο σε όγκο έργο, που θα γίνει γνωστό κυρίως από δημοσιεύσεις σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Παρόλα αυτά, ο Πεσσόα υπήρξε μια συγγραφική ιδιοφυία: όχι μόνο γιατί στα κατάλοιπα του βρέθηκε ένα μπαούλο με άπειρα γραπτά, πολλά εκ των οποίων περιμένουν ακόμη το φως της δημοσιότητας, αλλά και επειδή όσα έγραψε (ποιήματα, δοκίμια και πεζά), άλλοτε στα αγγλικά και άλλοτε στα πορτογαλικά, παρουσιάστηκαν ως προϊόντα των ανεξάντλητων λογοτεχνικών προσωπείων του: προσωπεία που μόνο απλά ψευδώνυμα δεν είναι. Οι ετερώνυμοι του Πεσσόα εμφανίζονται εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους, αποτελώντας ολοκληρωμένες λογοτεχνικές προσωπικότητες (ο καθένας διαθέτει τη δική του βιογραφία και εργογραφία), που ξεπερνούν σε αριθμό τους ογδόντα.

Είναι δυνατό να είναι κάποιος συγχρόνως πλούσιος και δαιμόνιος τραπεζίτης κι ένας ολοκληρωμένος αναρχικός που πολεμά για την απελευθέρωση της κοινωνίας; Σύμφωνα με τον Πεσσόα, ναι.