Στο μυαλό του Σίλα 11.11.14
Ακόμη μια ματιά της επικαιρότητας με το μυαλό του Σίλα.
Πάντα καυστικός, επίκαιρος, υπέροχος.
Ακόμη μια ματιά της επικαιρότητας με το μυαλό του Σίλα.
Πάντα καυστικός, επίκαιρος, υπέροχος.
Δεν μ' αρέσει η επίσημη λέξη «αφέψημα», προτιμώ το παραπειστικό «βλαστάρι», που έλεγε η πεθερά μου απ την Κίσσαμο της Δυτικής Κρήτης, πιο βολικό στην άρθρωση από το τυπικά σωστό «βραστάρι». Φαντάζομαι υπάρχουν και διάφορες άλλες τοπικές ονομασίες για το ρόφημα που γίνεται όταν βαπτίσεις φύλλα ή λουλούδια, συνήθως ξερά, σε βραστό νερό. Το «αφέψημα», ίσως λόγω καθαρεύουσας, ηχεί στεγνό στα αυτιά μου, σαν κάτι που πίνεις από υποχρέωση όχι για ευχαρίστηση.
![]()
Όπως όλοι μας, είχα μεγαλώσει με απλά σπιτικά γιατροσόφια όπως το χαμομήλι, τη μέντα, τον δυόσμο, τη λουϊζα, το φασκόμηλο, το τίλιο. Το καθένα είχε την θεραπευτική του ιδιότητα: για το στομάχι, για ηρεμία, για τον ύπνο, για τα έντερα. Επίσης για πλύσεις: το χαμομήλι στο λούσιμο (για τα ξανθά μαλλιά) και για κομπρέσες στα μάτια, ας πούμε. Ως «χωνευτικό» μετά το φαγητό, οι γονείς μας συνήθιζαν τη λουίζα.
Από τότε που απέκτησα κήπο, άρχισα να ξεραίνω μυρωδικά και βότανα, και άγρια και ήμερα. Στα ενδιάμεσα χρόνια είχα μάθει και άλλα βότανα, όπως το τσάι του βουνού και τον έρωντα, είχα πιει tisane σε εστιατόρια του εξωτερικού και είχα δασκαλέψει την κόρη μου στις παραδοσιακές θεραπευτικές χρήσεις που είχαν τα διάφορα μάτσα που κρέμονταν απ' τα μαδέρια της κουζίνας μας πριν στεγνώσουν και τριφτούν για στεγανή αποθήκευση.
H όλη μου θεώρηση πήρε καινούργια κατεύθυνση την δεκαετία του 1980, όταν είχαμε την τύχη να μας καλέσουν, σε μια επίσκεψη στο Στρασβούργο για μια διάλεξη του Λευτέρη, στο περίφημο εστιατόριο Crocodile που τότε ήταν στις δόξες του, με τρία αστέρια Michelin. Μετά το υπέροχο δείπνο, το γκαρσόνι έβαλε στο κέντρο του τραπεζιού μια μεγάλη τσαγιέρα που άχνιζε πάνω από μια φλογίτσα κι ένα καλάθι γεμάτο φρεσκοκομμένα κλαδάκια, φύλλα και λουλούδια που μοσκοβολούσαν... πολλά τα αναγνώριζα όμως άλλα τα έβλεπα για πρώτη φορά. Επίσης ένα βάζο μέλι. Μας είπε ότι μπορούσαμε να συνθέσουμε μόνοι μας το ρόφημά μας κι έφυγε. Δεν ετέθη θέμα φαρμάκου, χώνεψης ή ειδικευμένης χρησιμότητας του κάθε φύλλου ή φυτού.
![]()
Ποτέ, μέχρι τότε, δεν είχα σκεφτεί να φτιάξω αυτοσχέδιο «βλαστάρι» της στιγμής με χλωρά φρεσκοκομμένα συστατικά. Τώρα απορώ πώς δεν μου είχε περάσει καν από τον νου. Η αποκάλυψη αυτή έχει αλλάξει τελείως τη σχέση μου με τα βότανα του κήπου και του αγρού. Βγαίνω και κόβω ό,τι μου κάνει όρεξη χωρίς να σκέφτομαι φαρμακευτικές χρήσεις. Όταν αναγκάζομαι, επειδή βρέχει ή επειδή ταξιδεύω, να πιω βλαστάρι από βότανα ξερά (έστω και δικά μου) μου κακοφαίνεται... σαν να έχει τη γεύση της σκόνης.
Τα φύλλα είναι σχεδόν πάντα διαθέσιμα, αν και έχουν ιδιαίτερα έντονο άρωμα νωρίς το πρωί την άνοιξη, αλλά τα λουλούδια είναι εποχικά: τριαντάφυλλα την άνοιξη και το φθινόπωρο, γιασεμιά και φούλια (ακόμα και γαρδένιες) το καλοκαίρι, μενεξέδες τον χειμώνα.
Τα σκεφτόμουνα όλα αυτά όταν χτες βγήκα στον κήπο να μαζέψω τα συστατικά για το απογευματινό μου ρόφημα με ιδιαίτερο κέφι: ανάμεσα στα ωραία δώρα που έλαβα τελευταία για σημαδιακά γενέθλια (ευχαριστώ Φροσάκι!) είναι ένα φλιτζάνι, ή μάλλον μια κούπα, από πορσελάνη με πράσινο ανοιχτό φόντο και τριαντάφυλλα σε τόνους του ροζ. Φτιαγμένο ειδικά για πάσης φύσεως τσάγια, έχει καλαθάκι για τα φύλλα και καπάκι για να διατηρεί τη ζέστη. Είναι το ιδεώδες σκεύος για το ιδιαίτερο αυτό ρόφημα γιατί είναι μεγάλο κι έχει αρκετό χώρο για τον όγκο των χλωρών θησαυρών, έτσι ώστε, όταν τους αφαιρέσεις, να σου μένει και κάτι.
![]()
Να η χτεσινή μου σύνθεση: λίγα τελευταία φυλλαράκια βασιλικού, δυόσμος, δεντρολίβανο, ελάχιστο φασκόμηλο (γιατί είναι πολύ δυνατό), λουίζα, φύλλα λεβάντας και αρμπαρόριζας, θυμάρι, μαντζουράνα, λίγα ροδοπέταλα κι ένα μπουμπουκάκι, μερικά γιασεμιά... την τελευταία στιγμή είδα και δυο φραουλίτσες που είχαν ξεγελαστεί απ' την καλοκαιρία – μέσα κι αυτές! Ήπια τον μυρωδάτο φθινοπωρινό κήπο σ' ένα φλιτζάνι.
Και στη Μεσσηνία την συνηθίζουν και η Καστοριά έχει τη δική της και στη Θεσσαλία ξέρω πως από το τραπέζι του Πάσχα σπανίως λείπει η γαλατόπιτα. Η δική μου εκδοχή δεν ξέρω με ποια από όλες συγγενεύει, ούτε θα περιμένω τη Λαμπρή για να την φτιάξω, είμαι όμως βέβαιη πως πρόκειται για ό,τι ευκολότερο έχω δοκιμάσει σε πίτα. Και αν στα περισσότερα γαλακτερά γλυκά (βλέπε μπουγάτσα και γαλακτομπούρεκο) το φύλλο είναι μείζον ζήτημα, εδώ δεν σε απασχολεί, η γαλατόπιτα ψήνεται περίφημα χωρίς καμία κάλυψη. Βέβαια, δεν την λες και ξεβράκωτη, το γάλα και τα αυγά της φτιάχνουν κρούστα ντελικάτη, καψαλισμένη. Ας την πω, λοιπόν, μισόγυμνη.
![]()
Γαλατόπιτα γρήγορη
Υλικά
Ζεσταίνουμε τον φούρνο στους 170 βαθμούς και παράλληλα ζεσταίνουμε το γάλα σε μεγάλη κατσαρόλα και δυνατή φωτιά, ανακατεύοντας συνεχώς για να μη κολλήσει, μέχρι να πάρει την πρώτη βράση. Προσθέτουμε το βούτυρο, που καλό είναι να έχει φτάσει σε θερμοκρασία δωματίου, τη ζάχαρη, τη βανίλια και το σιμιγδάλι και ανακατεύουμε ασταμάτητα κυκλικά με τον αυγοδάρτη.
Λίγα λεπτά μετά, αν έχουμε ανακατέψει επίμονα και σταθερά, θα σχηματιστεί κρέμα παχύρρευστη. Εδώ τελειώνει το δύσκολο μέρος. Αποσύρουμε την κατσαρόλα από την εστία και αφήνουμε την κρέμα να κρυώσει αλλά όχι τελείως.
Σε ένα βαθύ πιάτο χτυπάμε τα αυγά επίσης με τον αυγοδάρτη και τα αδειάζουμε στο γαλακτερό μίγμα της κατσαρόλας ανακατεύοντας καλά για να ενσωματωθούν.
Διαλέγουμε ένα μεσαίου μεγέθους πυρέξ, βουτυρώνουμε ελαφρώς όλες τις πλευρές του και αδειάζουμε εκεί το υγρό μίγμα. Το φουρνίζουμε στην ίδια θερμοκρασία (170 °C) και το ψήνουμε το πολύ για μία ώρα, ώσπου το πάνω μέρος να ροδίσει σχηματίζοντας - εδώ βρίσκεται όλη η μαγεία - ελαφριά κρούστα, αλλού ανοιχτόχρωμη, αλλού καστανή. Η γαλατόπιτα είναι έτοιμη, την αφήνουμε στον φούρνο για 15 λεπτά ακόμα και εκτός φούρνου της δίνουμε επιπλέον μισή ώρα με 40 λεπτά.
Πασπάλισμα με κανέλα επιβάλλεται και λίγη άχνη για τους λιχούδηδες, πριν ξεκινήσει το μοίρασμα στα πιάτα. Η καλύτερη στιγμή της; Όταν είναι πια χλιαρή, όχι κρύα. Έτσι και εμφανιστεί στον πάγκο όμως, ποιος μπορεί να περιμένει;
Τον Γενάρη του 1924 ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Τόκιο,Χιντεσάμπουρο Ούενο, υιοθέτησε ένα λευκό κουτάβι Ακίτα.
![]()
O καθηγητής Χιντεσάμπουρο Ουένο
Ήταν ο Χάτσικο, όπως τον ονόμασε ο καθηγητής, που σημαίνει ο «όγδοος ευοίωνος πρίγκηπας».
Ο Χάτσικο και ο καθηγητής Ουένο έγιναν αχώριστοι φίλοι. Ο Χάτσικο τον συνόδευε κάθε μέρα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Σιμπούγια, στα περίχωρα του Τόκιο όπου έμενε, για να πάρει το τρένο προς το πανεπιστήμιο. Μετά πήγαινε στο σπίτι και επέστρεφε το απόγευμα στον σταθμό για να περιμένει τον κύριό του που γύριζε από τη δουλειά.
Αυτό γινόταν κάθε μέρα έως τον Μάιο του 1925. Μία ημέρα ο καθηγητής δεν επέστρεψε το απόγευμα στον σταθμό, όπου τον περίμενε ο πιστός του φίλος. Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξής του στο πανεπιστήμιο έπαθε καρδιακή προσβολή και πέθανε.
Ο Χάτσικο δεν δέχτηκε ποτέ την απώλεια του καθηγητή Ουένο. Γύρισε στον σταθμό και τον περίμενε να γυρίσει μέχρι το τέλος της ζωής του. Μετά τον θάνατο του καθηγητή πολλοί συγγενείς του πήραν τον Χάτσικο σπίτι τους, αυτός όμως πάντα κατάφερνε να το σκάσει και να ξαναγυρίσει στον σταθμό του τρένου.
Περίμενε στον σταθμό για χρόνια, υπομονετικά, κοιτάζοντας τα τρένα μέχρι να βγει και ο τελευταίος επιβάτης.
Την ιστορία αληθινής αγάπης του Χάτσικο έκανε γνωστή ένας μαθητής του καθηγητή Ουένο, με αποτέλεσμα να αναγνωριστεί ως ζωντανός θρύλος. Μάλιστα ένας διάσημος γλύπτης φιλοτέχνησε ένα μπρούτζινο άγαλμα του Χάτσικο να περιμένει καθιστός το αφεντικό του. Λέγεται, ότι στα αποκαλυπτήριά του ήταν παρόν και ο ίδιος ο σκύλος.
Ο Χάτσικο πέθανε στις 8 Μαρτίου του 1935, σε ηλικία 12 ετών, από καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο. Περαστικοί τον βρήκαν νεκρό κοντά στον σταθμό της Σιμπούγια, που για όλη του ζωή περίμενε τον καλύτερό του φίλο. Όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του, ο σταθμός και το μπρούτζινο άγαλμά του γέμισαν από κόσμο που άφηνε λουλούδια προς τιμή του.

Η τελευταία φωτογραφία του Χάτσικο. Δίπλα του η σύζυγος του αφεντικού του Yaeko Ueno (πρώτη σειρά, δεύτερη από δεξιά) και το προσωπικό του σταθμού, που πενθεί στο Τόκυο, 8 Μαρτίου 1935.
Κάθε χρόνο στις 8 Απριλίου εκατοντάδες Ιάπωνες τιμούν τη μνήμη του και την αφοσίωσή του, στον σταθμό που πέρασε τη ζωή του και πέθανε.
Στο ακριβές σημείο όπου ο Χάτσικο περίμενε τον κύριό του έχουν τοποθετηθεί τέσσερις μπρούτζινες πατούσες σκύλου και ένα κείμενο στα Ιαπωνικά που αναφέρεται στην αφοσίωσή του. Η είσοδος του σταθμού της Σιμπούγια όπου βρίσκεται το άγαλμά του ονομάζεται Χάτσικο-γκούτσι, «η είσοδος του Χάτσικο». Ένα όμοιο μπρούτζινο άγαλμα τοποθετήθηκε και στο Οντάτε, γενέτειρα του Χάτσικο, αλλά και στην είσοδο του μουσείου Ακίτα της περιοχής.
Το σώμα του Χάτσικο σήμερα βρίσκεται βαλσαμωμένο στο Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Επιστημών του Τόκιο.