ενημέρωση 1:49, 19 September, 2026

Je Suis Charlie

Γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου

Παρά τη συνταγματική εξασφάλιση του κοσμικού κράτους, της laïcité, η γαλλική πολιτική εμπνέεται από τις ίδιες αρχές της πολυπολιτισμικότητας που αμφισβητούνται, μετά από τριάντα χρόνια καλών αισθημάτων, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Εκτός από τη Mαρίν λε Πεν, η οποία έχει άδικο σχεδόν σε όλα, αλλά έχει δίκιο ως προς την απειλή που εγείρει το Ισλάμ στη γαλλική laïcité και την κοινωνική συνοχή, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί επιδίδονται είτε σε άρνηση (υπό την έννοια της denial), είτε σε κατευνασμό του Ισλάμ. Ωστόσο, πρόκειται περί πολιτικού σχεδίου που περιλαμβάνει σκοταδισμό, προσηλυτισμό, πόλεμο, βία. Λιγοστοί είναι οι σημερινοί «διανοούμενοι» που αναγνωρίζουν την ισλαμική επιθετικότητα (o Claude Lévi-Strauss ήταν ένας από αυτούς τους λιγοστούς): οι ελίτ έχουν τυφλωθεί από τον δικό τους «αντιρατσιστικό» φανατισμό.

Ο κατευνασμός του Ισλάμ βασίζεται στην ιδέα της «αναχαίτισης», πλην όμως, με ειρηνικά και διπλωματικά μέσα – αντιθέτως προς την πολιτική αναχαίτισης του κομμουνισμού στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το επιχείρημα είναι ότι η ανοιχτή εχθρότητα προς το Ισλάμ θα οδηγήσει περισσότερους μουσουλμάνους στην αγκαλιά των εξτρεμιστών – και αντί να αναχαιτιστεί η μετανάστευση, η εγκατάσταση και η ανάπτυξη του μουσουλμανικού κοινοτισμού στις δυτικές χώρες, παραχωρούνται όλο και περισσότερες διευκολύνσεις για την άσκηση της μουσουλμανικής πίστης. Αυτές οι διευκολύνσεις αποτελούν συνταγματικές και νομικές υποχωρήσεις οι οποίες συντελούν στον εγκλεισμό των μουσουλμανικών ομάδων σε απομονωμένες κοινότητες. Έτσι εντείνονται η δυσπιστία και η εχθρότητα, η κοινωνία κατατεμαχίζεται και ο νόμος αποκτά όλο και περισσότερες εξαιρέσεις – με αποτέλεσμα να γίνεται προαιρετικός. Όταν οι νόμοι γίνονται «προαιρετικοί» δεν μπορεί να προκύψει τίποτα καλό: ο νόμος είναι νόμος όταν ισχύει γενικά και απαραβίαστα.

Μετά τις «εξεγέρσεις» των μουσουλμάνων νεαρών στα παρισινά προάστια το φθινόπωρο του 2005, η γαλλική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε την ενίσχυση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και των συναφών ομάδων, οι οποίες στρατολογούν στο Ισλάμ νέους που ζουν στα συγκροτήματα λαϊκών πολυκατοικιών, ενώ, παραλλήλως, τους προσφέρουν κοινωνική βοήθεια και δικτύωση. Η ισλαμική, ισλαμοφιλική και αριστερή προπαγάνδα περιγράφει αυτά τα διαβόητα παρισινά προάστια σαν μια κόλαση: ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις, αν όχι σε όλες, πρόκειται για οργανωμένους δήμους από τους οποίους το μόνο που λείπει είναι η παρισινή γοητεία, η εντός των τειχών ατμόσφαιρα – σ’ αυτή την απουσία προστίθεται η ψυχολογία «εκτός των τειχών», μια αίσθηση απομόνωσης σχετικά με το Παρίσι. Κατά τα άλλα, η συντριπτική πλειονότητα των κατοίκων του πλανήτη θα ήταν ευτυχής να ζει στο Gennevilliers, στο Montrouge, στο Aubervilliers ή στο Sarcelles. Aν η ποιότητα της ζωής επιδεινώνεται σ’ αυτά τα προάστια ίσως πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες στην ισλαμική παρουσία που απομακρύνει τα παιδιά από το λαϊκό σχολείο και τη ζωή του πολίτη, διαπαιδαγωγεί όπως διαπαιδαγωγεί τις γυναίκες και υποβάλλει τους πληθυσμούς σε πλύση εγκεφάλου.

Ίσως δεν είναι άτοπη η σύγκριση της στάσης του mainstream των μουσουλμάνων με εκείνη της στάσης της διεθνούς αριστεράς μπροστά στα εγκλήματα της παράταξής τους. Μολονότι δεν ταυτίζονταν όλοι οι κομμουνιστές και οι αριστεροί με τον σταλινισμό και γενικότερα με τις «παραμορφώσεις» των κομμουνιστικών κομμάτων και του υπαρκτού σοσιαλισμού, προσπαθούσαν είτε να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα, είτε να τα αποκρύψουν. Οι κομμουνιστές, αν και θεωρούσαν ότι τα περισσότερα ήταν ψέματα της δυτικής προπαγάνδας, υποπτεύονταν, σιωπηρά, ότι υπήρχαν μεταξύ τους κάποιοι «εξτρεμιστές»: έτσι περίπου βλέπουν οι μουσουλμάνοι την άνοδο των τζιχαντιστών – αλλά δεν παύουν να τους αναγνωρίζουν ως «δικούς τους», με παρόμοια ηθική και λογική όπως εκείνες των κομμουνιστών. Οι αντιδράσεις των μουσουλμανικών οργανώσεων στην πολύνεκρη επίθεση των ισλαμιστών στα γραφεία του περιοδικού Charlie Hebdo στις 7 Ιανουαρίου 2015 επιβεβαιώνουν τις «dual loyalties», την ιδεολογική αμφισημία και το «ναι μεν αλλά...» που εμποδίζει την αποδοχή και τη συνεργασία. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τη δράση και τις δηλώσεις των ιμάμηδων στη Γαλλία (π.χ. του Χασσέν Χαλγκουμί που θεωρείται μάλιστα «μεταρρυθμιστής» και υπέρ του διαλόγου) για να διαπιστώσει αυτόν το διχασμό, που, συχνότατα, δεν είναι παρά συγκεκαλυμμένη δικαιολόγηση του ισλαμικού εξτρεμισμού. (Παρόμοια ήταν η δήλωση του μουσουλμάνου εκπροσώπου στην Ελλάδα: «καταδικάζουμε μεν, δεν επιτρέπεται να προσβάλλουμε τον Μωάμεθ δε...» Λες και ο ισλαμικός νόμος μάς αφορά όλους...)

Οι γαλλικές κυβερνήσεις, τόσο του UMP, όσο και των Σοσιαλιστών, σε μια προσπάθεια να κερδίσουν την εύνοια και να εξαλείψουν τις πιθανότητες περαιτέρω επιθέσεων, αγνοούν τον πρώτο κανόνα της αντιτρομοκρατικής δράσης: ποτέ μη δείχνεις αδυναμία. Ο μοναδικός τρόπος για να αντιμετωπιστεί η τρομοκρατία είναι η απόλυτη συνέπεια και ηθική ακεραιότητα, η οποία, με τη σειρά της, πρέπει να προκύπτει από τη δύναμη της πίστης στις αξίες που υπερασπίζεται. Αντιθέτως, η Γαλλία, όπως και η Βρετανία, επιδεικνύει αδυναμία και ανικανότητα (συμφωνούμε όλοι στο ότι οι γαλλικές μυστικές υπηρεσίες έχουν αποδειχθεί άχρηστες) συνεχίζοντας τη μακρά και άδοξη ιστορία κατευνασμού της τρομοκρατίας, μια συμπεριφορά που έχει εδραιωθεί από το διοικητικό δόγμα της πολυπολιτισμικότητας.

Η πολυπολιτισμικότητα κατέστησε σχεδόν αδύνατη ακόμη και την παραδοχή ότι το πρόβλημα είναι ριζωμένο στη θρησκεία μιας συγκεκριμένης μειονότητας που ασκεί, ταυτοχρόνως, δημογραφική πίεση. Ο ένθερμος εναγκαλισμός της «κουλτούρας-θύματος» σημαίνει ότι αυτή η μειονότητα πρέπει να αντιμετωπίζεται, σύμφωνα με τη δική της εκτίμηση, ως θύμα της πλειοψηφίας και ότι τα παράπονά της είναι η αιτία της τρομοκρατίας. Ταυτοχρόνως, η μουσουλμανική μειονότητα αποκηρύσσει, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση, όπως είπα, την τρομοκρατία διασύροντας όποιον τολμά να αμφισβητήσει την ειλικρίνειά της. Έτσι, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με οργανωμένες ομάδες που ισχυρίζονται ότι η τρομοκρατία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αξίες της θρησκείας τους, αλλά που, στη συνέχεια, δικαιολογούν όχι μόνον τις πράξεις βαρβαρότητας αλλά και το καθημερινό μίσος εναντίον των «απίστων». Αυτό δεν σημαίνει πως λείπουν οι μετριοπαθείς μουσουλμάνοι: ανάμεσά τους, ο Aμερικανός λόγιος Χάμζα Γιουσούφ προτείνει στους μουσουλμάνους «που μισούν τη Δύση» να μεταναστεύσουν σε κάποια μουσουλμανική χώρα. Αν τολμούσε να το ξεστομίσει αυτό ένας δυτικός θα ξεσπούσε πόλεμος.

Η συνάντηση του θρησκευτικού φανατισμού με την πολυπολιτισμική ιδεολογία της θυματοποίησης-θυματολογίας έχει παραλύσει τους γαλλικούς θεσμούς. Η άρνηση να παραδεχτούμε τον θρησκευτικό χαρακτήρα της απειλής σημαίνει ότι όχι μόνο παραλείπουμε να λάβουμε τα μέτρα που πρέπει να λάβουμε, αλλά, ακόμα χειρότερα, ότι παρέχουμε στους ιδεολόγους ισλαμιστές ένα ισχυρό βήμα για τη διάδοση αντι-δυτικών αντι-κοσμικών απόψεων.

Πρόκειται, δυστυχώς για όλους μας, περί πολέμου θρησκευτικής ιδεολογίας: οι ιδέες του σκοταδισμού εξαπλώνονται σε ένα ιστορικό συνεχές θρησκευτικής σκέψης που παροτρύνει στη βία, η οποία, στα δυτικά μάτια, πηγάζει πάντοτε από ορθολογικά παράπονα. Με λίγα λόγια, δεν κατανοούμε ούτε την ψυχοπαθολογία των θρησκευτικών συσπειρώσεων, ούτε την πολιτισμική δυναμική του θρησκευτικού φανατισμού, ο οποίος ελάχιστα σχετίζεται με την αντικειμενική πραγματικότητα. Τροφοδοτείται από τη μυθολογία, τη φαντασία, την προπαγάνδα και τον διάλογο με θεούς και προφήτες.

Η γενναιόδωρη επιθυμία για «κατανόηση» καθώς και η ανησυχία μήπως κριθούν ισλαμοφοβικοί εμπόδισαν τους Γάλλους–όπως, θα επαναλάβω, όλους τους δυτικούς– από το να αναγνωρίσουν και να προλάβουν την έκρηξη της ισλαμικής βίας. Η γραμμή ανάμεσα στο «μετριοπαθές» και στο εξτρεμιστικό Ισλάμ είναι θολή και δεν πρέπει να συγκρίνεται με τη γραμμή ανάμεσα στους εκκοσμικευμένους χριστιανούς και τους φανατικούς χριστιανοφασίστες (που είναι, κυρίως, μια αμερικανική ποικιλία). Για παράδειγμα, ο «μετριοπαθής» Νταλίλ Μπουμπακέρ, διευθυντής του Μεγάλου Τζαμιού του Παρισιού και πρόεδρος του Γαλλικού Συμβουλίου Μουσουλμανικής Πίστης από το 2003 μέχρι το 2008, αντιτάχθηκε το 1996 στην επίσκεψη του Σαλμάν Ρούσντι στη Γαλλία και επιτέθηκε εναντίον της δανέζικης εφημερίδας Jyllands-Posten όταν, το 2005, δημοσίευσε γελοιογραφίες του Μωάμεθ. Ο κατάλογος τέτοιων επεισοδίων είναι μακρύς.

Οι επαναλαμβανόμενες ταραχές στη Γαλλία, καθώς και η άνοδος της εγκληματικότητας εκ μέρους των νεαρών μουσουλμάνων, αποδίδονται κάθε φορά στη φτώχεια, στην ανεργία και τις διακρίσεις που υφίστανται οι «κοινωνικά αποξενωμένοι νεαροί». Όσοι προειδοποιούν για την άνοδο του ισλαμισμού στη Γαλλία θεωρούνται εκφραστές μιας ιδιαιτέρως επικίνδυνης μορφής συντηρητικής σκέψης, που εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως σε όλον τον κόσμο μέσω, για παράδειγμα, του ρωσικού ρατσισμού, του δημαγωγικού εθνικιστικού ινδουισμού, της επιλεγόμενης γαλατικής εξαίρεσης ή του αμερικανικού, χριστιανικού φονταμενταλισμού.

Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενη προφητεία: αυτή η στενοκεφαλιά οξύνει τα πολιτικά πάθη, ενθαρρύνει τη βία εκ μέρους των λευκών ρατσιστών και δαιμονοποιεί ολόκληρη τη μουσουλμανική κοινότητα. Υπάρχει κίνδυνος δαιμονοποίησης: οι μουσουλμάνοι μπορούν να τον αντιμετωπίσουν διαχωρίζοντας με σαφήνεια και χωρίς επιφυλάξεις τη θέση τους έναντι του ισλαμισμού. Ελάχιστοι μπαίνουν σ’ αυτόν τον κόπο, κυρίως επειδή φοβούνται τον εξοστρακισμό ή και τη βία από την ίδια τους την κοινότητα. Ο ισλαμισμός, ως πολιτική ιδεολογία και πρόγραμμα, είναι κυρίαρχος στο εσωτερικό των μουσουλμανικών κοινοτήτων και υποστηρίζεται από ισχυρές μουσουλμανικές χώρες (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Τουρκία) και ισλαμικές θρησκευτικές αρχές, που διαδίδουν εξτρεμιστικά μηνύματα θρησκευτικού και πολιτικού φανατισμού. Αυτός ο φανατισμός δεν αφορά μόνο τις μουσουλμανικές χώρες, αλλά κατευθύνεται εναντίον της Δύσης – όχι επειδή κάποτε ήταν αποικιοκρατική, ούτε επειδή δεν μπορεί και δεν θέλει να επιλύσει το παλαιστινιακό πρόβλημα, ούτε καν εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής της πολιτικής αυτής καθεαυτής. Ο θρησκευτικός φανατισμός και ο ουτοπισμός του Ισλαμικού Κράτους τροφοδοτούνται από το αρχέγονο μίσος για τη Δύση, από τον φθόνο κι από τα οράματα κατάκτησης. 

Πηγή:athensvoice

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

Χρυσή Αυγή τρίτο κόμμα;

Ο ΣΥΡΙΖΑ του κ. Τσίπρα κατευθύνεται ολοταχώς προς την αυτοδυναμία και γι' αυτό ευθύνεται αποκλειστικά ο κ. Σαμαράς. Με απανωτά επικοινωνιακά λάθη έστρεψε τον πολύ κόσμο προς τον ΣΥΡΙΖΑ και έκανε το χαμόγελο του κ. Τσίπρα εντελώς ακίνδυνο. Για την ανησυχητική (για μένα τουλάχιστον) απότομη αύξηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και την περίπτωση να βγει έως και αυτοδύναμος, ευθύνονται μεταξύ άλλων: η άστοχη χρονική επιβολή του ΕΝΦΙΑ όσο και οι απανωτές διορθώσεις στον υπολογισμό του φόρου. Πολύ αρνητική ήταν και η υπερφίαλη εικόνα του πρωθυπουργού, όταν αποφάσισε να δηλώσει ότι «αύριο κιόλας» βγαίνουμε από το μνημόνιο και δανειζόμαστε από τις αγορές.

Επικοινωνιακά λάθη που γκρέμισαν, την «τελευταία στιγμή» πριν την ψηφοφορία για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, την αξιοπιστία του κ. Σαμαρά με αποτέλεσμα να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο η εκλογική δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ. Λάθη που σίγουρα θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Εύχομαι να μην καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να συγκεντρώσει 151 έδρες, ώστε να χρειαστεί τη συνεργασία άλλου κόμματος για να σχηματίσει κυβέρνηση. Και δεν το κρύβω, για μένα τουλάχιστον μόνο το «Ποτάμι» θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο ενός φερέγγυου, άφθαρτου και όχι ακραίων θέσεων «συγκυβερνήτη» του ΣΥΡΙΖΑ ή της Ν.Δ. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο -εγώ που παραδοσιακά ψήφιζα Ν.Δ- σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση σκέφτομαι σοβαρά να εμπιστευθώ την ψήφο μου στον Σταύρο Θεοδωράκη και στους συνεργάτες του. Στο «Ποτάμι» που δεν υπόσχεται λαγούς και πετραχήλια, που είναι ξεκάθαρο με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και με την παραμονή μας μέσα στην ευρωζώνη. Που θέλει τις μεταρρυθμίσεις δίχως όμως να γκρεμίσει την χώρα -όπως λέει το κυρίως σύνθημά του- και που μιλά για τα αυτονόητα. Τα αυτονόητα που είναι τόσο δύσκολο πια να αρθρώσουν ξεκάθαρα οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί.

Μια άλλη, όμως, μεγάλη αγωνία μου είναι να μην αναδειχθεί τρίτη δύναμη στη Βουλή η ναζιστική Χρυσή Αυγή (όπως δυστυχώς προβλέπουν μερικά από τα γνωστά διεθνή γραφεία στοιχημάτων του εξωτερικού). Φανταστείτε μονάχα τον αρχηγό της φασιστικικής Χ.Α. κ. Μιχαλολιάκο να πηγαίνει από τον Κορυδαλλό στο Προεδρικό Μέγαρο με κλούβα, συνοδεία αστυνομικών, φορώντας  χειροπέδες για να πάρει (αν φτάσουμε ως εκεί) από τον κ. Παπούλια την τρίτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, και να επιστρέφει με την εντολή στο κελί του για να την διαπραγματευτεί. Αυτό θα ήταν εφιάλτης. 

Πηγή:protagon

Ο νέος μας Άγιος

Γράφει ο Νίκος Δήμου

Ο γέροντας Παΐσιος, λόγω ασφυκτικής πίεσης των πιστών, προήχθη εκτάκτως σε Άγιο σε 22 χρόνια (αντί για 70 που απαιτούνται συνήθως). Ο Πρωθυπουργός διαμηνύει ότι οι ιερές εικόνες στα δημόσια κτήρια θα παραμείνουν εσαεί (κατά τα άλλα είναι …Τσάρλυ). Ο ΣΥΡΙΖΑ εξαφάνισε από το πρόγραμμά του τον χωρισμό κράτους-εκκλησίας κι εγώ δεν νιώθω πια καθόλου καλά. Αναρωτιέμαι: τι παραπάνω θα συνέβαινε σε ένα θεοκρατικό κράτος;

Πριν από δεκαετίες ένας έμπειρος πολιτικός μου έλεγε: «με όλους μπορείς να τα βάλεις, εκτός από την Εκκλησία. Όποτε το Κράτος ή κάποιο κόμμα συγκρούστηκε με αυτή, βγήκε χαμένο». Ακόμα και ο Σημίτης που (μόνος αυτός σε 200 χρόνια!) νίκησε την εκκλησία στην διαμάχη για τις ταυτότητες, μπορεί να κέρδισε μία μάχη αλλά τον πόλεμο τον χάσαμε όλοι. Δεν άλλαξε τίποτα - παραμένουμε θεοκρατία.

Ήμουν νιος κι γέρασα συζητώντας για την καύση των νεκρών. Η εκκλησία με χίλιους τρόπους σαμποτάρει ένα νόμο του κράτους που πέρασε με μεγάλη πλειοψηφία πριν δέκα ολόκληρα χρόνια!

Όταν με ρωτάνε ξένοι δημοσιογράφοι (τώρα με τις εκλογές πλάκωσαν πάλι λεφούσια) γιατί αντιδρούμε στις μεταρρυθμίσεις, απαντώ πως οι δύο ισχυρότεροι  ιδεολογικοί πόλοι στη χώρα είναι η Ορθοδοξία και το ΚΚΕ. Και οι δύο είναι ασάλευτοι, μαρμαρωμένοι στον χρόνο. Η επίδρασή τους στη σκέψη μας είναι βαθύτατη. Ακούς πολιτικό να μιλάει στο Ραδιόφωνο την καθαρόαιμη διάλεκτο της Αριστεράς και στην αποφώνηση αποκαλύπτεται ότι ανήκει στην Νέα Δημοκρατία.

Πριν τριάντα χρόνια η Ελλάδα ήταν πιο ανοιχτή, πιο φιλελεύθερη, πιο κοσμοπολίτικη – υπήρχαν αριστεροί που φρόντιζαν γι αυτό. (Αχ, Μιχάλη!) Με την πτώση του Τείχους η δική μας Αριστερά έγινε δογματική και εθνικιστική – ακόμα και θρησκευόμενη (λέγε με Λιάνα). Η Εκκλησία νίκησε και τον Μαρξ.

Αξίζει να κάνετε μια βόλτα στο Google ψάχνοντας και διαβάζοντας Παΐσιο. Νομίζω πως η αγιοποίησή του είναι πνευματικά και πολιτιστικά σημαντικότερο γεγονός από την έκβαση των εκλογών. Δείχνει ακριβώς ποιοι και πού είμαστε.

Πηγή:protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0

«Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ»

 
 
«“Τάξη βασιλεύει στο Βερολίνο!” Ηλίθιοι μπράβοι! Η “τάξη” σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα ανυψωθεί με μια βροντή και με σαλπίσματα θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!». Ρόζα Λούξεμπουργκ.
 
Σαν σήμερα, στις 15 Ιανουαρίου του 1919, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, μαρξίστρια και ηγετική μορφή των «Σπαρτακιστών», δολοφονείται από τα Freikorps, τις εθνικιστικές πολιτοφυλακές για την καταστολή της επανάστασης του Γενάρη στη Γερμανία.

Με αφορμή την επέτειο θανάτου της, το tvxs δημοσιεύει κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για την Ρόζα Λούξεμπουργκ:

«Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα "Γράμματα" της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.

Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι· απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα· οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.

Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.

Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ’ έξι κοπέλες. Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.

-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:

-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.

Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.

Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.

Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου· ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.

Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».

Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!

Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.

Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια: «Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».
Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.

Και παρακάτω γράφει:

«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»

«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, «παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.

Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.

Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».

Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:

«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.

Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»

Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.

Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.

«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»

Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:

«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».
Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!

Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: - Βοήθεια!

Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.

Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.

Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.

Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄

Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας: -Βοήθεια!»

Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.

Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

«Ο μικρός σκορπιός είπε: - Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!"