ενημέρωση 2:13, 6 July, 2026

Μια προσωπική Ιστορία

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Από τις τελευταίες κιόλας τάξεις του Δημοτικού, διδασκόμασταν χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Οι Ελληνόπαιδες τότε, κατά τη μακρινή δεκαετία του ’70, αντιλαμβάνονταν το κείμενο δίχως γλωσσάρια και λυσάρια. Χωρίς -προοδευτικούς δήθεν- γονείς να εξανίστανται ότι τα βλαστάρια τους ταλαιπωρούνται με την καθαρεύουσα, ο συγγραφέας πρέπει συνεπώς να υποστεί απλοποίηση, οι χύτρες του να γίνουν κατσαρόλες κι οι στρούθοι του σπουργίτια…

Καταλαβαίναμε μεν τη γλώσσα του, πώς τα κατάφερνε όμως ο Παπαδιαμάντης να μας συναρπάζει; Αφού ελάχιστα σημεία επαφής είχε εκ πρώτης όψεως με τα δικά μας βιώματα.

Η Κηφισιά -με τα διάφορα εμπορικά και νοικοκυρεμένα καταστήματα στη Λ. Κηφισίας κυρίως - σε τίποτα δεν θύμιζε τα σοκάκια της Σκιάθου.

Η υπόλοιπη πόλη της Κηφισιάς -τουριστική περιοχή με ταβέρνες που σέρβιραν παραδοσιακά φαγητά, μα και με καφετέριες της εποχής- καμιά σχεδόν σχέση δεν είχε με την Πλάκα του Παπαδιαμάντη.

Το δε Κεφαλάρι, όπου στο καφενείο του είχε φωτογραφηθεί ο κάθε ονειροπόλος μέχρι πένθους, έβριθε τώρα από απόφοιτους Αγγλικών και Γαλλικών πανεπιστημίων με στρογγυλά γυαλιά, μουστάκια αρειμάνια ή τσιγγάνικα χαϊμαλιά.

Εγώ έμπαινα πλεισίστιος στην εφηβεία. Το σπίτι με το τεράστιο κήπο-μποστάνι όπου ζούσαμε στην Κηφισιά αποτελούσε μια κοινή παραδοχή για την εποχή. Στο παραδίπλα οικόπεδο ανήκε σε έναν πλούσιο εισαγωγέα, που η σύζυγός του έπινε Καμπάρι στη Πλατεία της Κηφισιάς και οι θυγατέρες του άκουγαν «ντίσκο» στη διαπασών και έστελναν τις μίνι φούστες τους στο καθαριστήριο.

Από την βόρεια πλευρά, κατοικούσε ένας λογιστής, ο οποίος δανειζόταν μαλλί από τα πλάγια του κρανίου του για να καλύπτει την φαλάκρα του. Στο διπλανό, η χήρα κάποιου στρατηγού, «ανδραγαθήσαντος εν τω συμμοριτοπολέμω» και η σύζυγος ενός ναυτικού, που διασκέδαζε την πλήξη της κατά τις πολύμηνες απουσίες του κάνοντας μανικιούρ σε κυρίους.

Σε μια κάθετο της Κηφισιάς, ο κουρέας της γειτονιάς και στο υπόγειο, σε κάτι καμαράκια πλάι στο καζάνι του καλοριφέρ, οι υπηρέτριες του μεγαλοεισαγωγέα. Δύο κοπέλες, με πολύχρωμα φορέματα και με περίτεχνες κομμώσεις που σε έπειθαν επί τη εμφανίσει τους ότι ο άνθρωπος, παρά την προνομιούχα θέση του, κάτι πολύ βαθύ χάνει ή αγνοεί.

Zούσα όσο πιο έντονα επιτρεπόταν σε ένα αγόρι της ηλικίας μου και της μεσαίας τάξης μας, παρατηρούσα τον κόσμο γύρω μου, πήγαινα σινεμά και διάβαζα μανιωδώς. Εξίσου -αν όχι περισσότερο- από τον Παπαδιαμάντη με μάγευαν ο Ιούλιος Βερν και ο Μάρκ Τουέην, ο Ισαάκ Ασίμωφ και ο Μ. Καραγάτσης. Η μητέρα μας μας είχε δώσει ελεύθερη πρόσβαση στα βιβλία «για μεγάλους». Εάν εξαιρέσεις ωστόσο τα ερωτογραφήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου, «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» ή ο «Ζορμπάς» ήταν τα μυθιστορήματα που ρούφηξα και ξαναρούφηξα επανειλημμένα.

Οι κόσμοι των αγαπημένων μου βιβλίων πόρρω απείχαν από τον κόσμο μου. Συγκρίνοντας τις περιπέτειες των ναυαγών στη «Μυστηριώδη Νήσο», την καλπάζουσα άνοδο του ρωσοφινλανδού ιλάρχου στην μεσοπολεμική Κηφισιά, εύκολα θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η δική μου καθημερινότητα ήταν η πληκτικότερη δυνατή. Θα με απορροφούσαν τότε πλήρως οι τυπωμένες σελίδες. Μονάχα μέσα τους θα έβρισκα διαφυγή και νόημα.

Ένοιωθα ωστόσο πως και ότι εμένα περιέβαλλε –η Κηφισιά και τα αγόρια που είχαμε αρχίσει να γλυκοκοιτάζουμε από απόσταση και τη Πρεσβεία τα γνωστά τις πάσει μπιλιάρδα της Πλατείας Κηφισιάς - εκείνα κι άλλα τόσα, ακόμα και η ασπρόμαυρη τηλεόραση, ακόμα και η όμορφη με το τόσο καθαρό, ξάστερο περιβάλλον της πόλης μπορούσαν να γίνουν τα κομμάτια μιας προσωπικής μυθολογίας. Μπορούσαν να αποτυπωθούν σε λέξεις με τέτοιο τρόπο ώστε να φτιάχνουν μουσική. Μπορούσαν να μεταπλαστούν σε τέχνη.

Αυτό ακριβώς πασχίζω, σαράντα σχεδόν χρόνια τώρα.- 

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS