ενημέρωση 2:43, 8 July, 2026

Κηφισιά για τα πανηγύρια

Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας

Παρακολουθώντας ένα πανηγύρι στη Αττική, κατάλαβα πόσο μας έχει ευλογήσει η δυστροπία της γεωγραφίας μας. Που κλείνουμε τόση ποικιλομορφία σε τόσο μικρή έκταση. Όμως όλο αυτό είναι απείρως γοητευτικό. Πριν από έναν αιώνα, ο βλάχος και ο Κηφισιώτης μετά βίας θα καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον...

Μπορεί ο άνδρας να είναι για τα πανηγύρια, αυτό όμως δεν συνεπάγεται και την κτήση σχετικής εμπειρίας.
Έχω παρακολουθήσει πανηγυρικούς. Έχω συμμετάσχει σε πανηγυρισμούς που έλαβαν χώρα στην επαρχία, με επαρχιακή αυθεντικότητα και αφρικανική ορμή. Αλλά από πανηγύρια δεν ξέρω. Για να είμαι ειλικρινής, η αφέλεια και η ημιμάθεια έχουν δημιουργήσει στο μυαλό μου μία εικόνα ελεγχόμενης αισθητικής: στην εξέδρα μυστακιοφόρος μεσήλικας αναγγέλλει, υπό τους ήχους κλαρίνου, ότι μπήκαν τα γίδια στο μαντρί.

Όμως τα γίδια μπήκαν στη θράκα, η τσίκνα τους φτάνει, σαν λιβάνι, ως τον Θεό της Ελλάδας, αλλά η σάρκα τους γεμίζει λαίμαργα στόματα, λερώνοντας τα προγούλια με λίπος και μουστάρδα. Και όσοι δεν τρώνε, στήνουν χορούς κυκλωτικούς, που θα έλεγε και ο Σαββόπουλος. Φαντάζομαι ότι δεν ακούν ούτε τη μουσική οι εκστασιασμένοι. Τι να ακούσουν; Σε μένα τον αδαή όλα αυτά ακούγονται ίδια. Ένα κοπάδι γίδια, μια βοσκοπούλα, ο τσομπάνης και το κλαρίνο.

Μέχρι σήμερα είχα πάει μόνο σε ένα πανηγύρι στη ζωή μου, κάπου στη Κρήτη. Τώρα έχω διπλασιάσει τον όγκο της εμπειρίας μου. Το γλέντι στήνεται στο προαύλιο της εκκλησίας, ουσιαστικά πάνω σε μοναδικό μέρος. Σκηνικό να έστηνες, δεν θα σου έβγαινε καλύτερο. Και είναι να απορείς πώς και δεν το ανακάλυψε καμιά μπύρα, να πάει να κάνει εκεί διαφημιστικό.

Στο κέντρο του προαυλίου βρίσκονται μερικά δένδρα που, το βράδυ του πανηγυριού κάνουν τα κλαδιά τους χέρια, για να χορέψουν τις μαριονέτες από κάτω. Πλαστικά τραπέζια και καρέκλες, αλλά και ξύλινοι πάγκοι. Μία ψησταριά με απλωμένα, κοντοσούβλια, νεφραμιές, αρνιά, κοκορέτσια. Ψωμί, η φέτα και όλα τα πρώτα. Και μία γούρνα γεμάτη πάγο με μπύρες και αναψυκτικά. Αυτά.

Μικρό, γλυκό πανηγυράκι - γάμος, είναι δεν είναι 200 ψυχές, αμφίβολες ως προς τη σωτηρία τους. Και μετά τα όργανα. Ένα λαούτο, ένα βιολί και στη μέση το σινθεσάιζερ που χειρίζεται ο επικεφαλής, κλαρινιτζής ένας κύριος φτυστός ο αρχοντοχωριάτης.

Παίζουν τα όργανα, σαν το τρεχαντήρι στον αφρό και αυτός δίνει το όνομα στον χορό: «σούστα», ακούγεται η φωνή από το μεγάφωνο, λες και οι άλλοι δεν ξέρουν τι χορεύουν. Α, έχουν μια γλύκα αυτοί οι σκοποί της επαρχίας. Μπορεί να την αποκτούν από τη γειτνίαση τους με τα σμυρναίικα, θα είναι και το ζευγάρωμα του βιολιού με το κλαρίνο. Είναι όμως και τα λόγια που έχουν την άρμη της θάλασσας και όχι το ανάστημα του βουνού. Είναι το ξυπόλητο πόδι του βαρκάρη και όχι η βαριά πατημασιά του τσαρουχιού.

Σκεφτόμουν ότι είμαστε ευλογημένοι που κλείνουμε τόση ποικιλομορφία σε τόσο μικρή έκταση-ας είναι καλά η δυστροπία της γεωγραφίας μας. Όμως όλο αυτό είναι απείρως γοητευτικό. Πριν από έναν αιώνα, ο βλάχος και ο Κηφισιώτης μετά βίας θα καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον. Και ο Κρητικός ανακάλυπτε ένα νέο κόσμο.

Όλοι τους στα πανηγύρια στήνουν κυκλικούς χορούς. Και περιστρέφονται, περιδινίζονται, σαν τα φασόλια, τα καρότα, το σκόρδο, το σέλινο που βράζουν όλα στο ίδιο καζάνι στην εθνική μας φασολάδα.

Γνωστός με πληροφόρησε ότι επίσημος καλεσμένος στο γάμο ήταν ο αντιδήμαρχος Θωμάκου Βαγγέλης ο Αυλ-της, χειροκροτούσε και χαριεντίζονταν μάλιστα όταν έσερναν μια άτυχη κότα ζωντανή και την γύρναγαν ανάποδα στο πανηγύρι-γάμο.

Σαν τρόπαιο, μεσαιωνικό, αρχαϊκό.- 

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS