Γιώργος Θωμάκος, ο αυθεντικός κύριος τίποτα
Γράφει ο Γιάννης Κατσίμπας
Δεν λέμε οτι σας περνάμε για ηλίθιους, λέμε οτι σας περνάμε για μ@λ@κες
Στο τέλος θα έχουν επιβιώσει μόνο το metal, οι κατσαρίδες και ο Γιώργος Θωμάκος
Τα τελευταία χρόνια ο Γ. Θωμάκος, αφού συνειδητοποίησε προφανώς ότι το στοκ του δεν έχει πλέον πέραση ακόμα και στα απολιτίκ κορόιδα ή στους αγαθούς ηλικιωμένους συντηρητικούς ψηφοφόρους που έβλεπαν πάντα με συμπάθεια αυτό τον άκακο συνεχιστή της μειλίχιας και «πολιτισμένης παρουσίας» του Ν. Χιωτάκη, έχει συνταχθεί με την ίδια γραμμή.
Η πολιτική σάτιρα εντός ορίων γούστου, πνεύματος και αισθητικής έχει κουκουλωθεί προ πολλού από τη βιτριολική ατζέντα και τα εμφυλιοπολεμικά χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Όχι ότι πριν ήταν υψηλού επιπέδου γενικά, ειδικά εκ μέρους των επίσημα κατοχυρωμένων φορέων της σ' αυτήν τη μανιοκαταθλιπτική πόλη που δυσκολεύεται στις ενδιάμεσες πίστες μεταξύ βαριάς κλάψας και άγριου χαβαλέ, αλλά στην εποχή της κρίσης έχει μετακομίσει οριστικά στις παρυφές των σύγχρονων ψηφιακών μέσων, λαμβάνοντας διάφορες μορφές ανάλογα με το ύφασμα του κάθε μέσου. Μία απ' αυτές είναι και τα ψεύτικα προφίλ επωνύμων, εκ των οποίων ένα από τα πιο ιδιοφυή και ξεκαρδιστικά ήταν (είναι; έχω μήνες να το πετύχω) αυτό του «Βαγγέλη Αυλ-τη» στο Fecebook υπό την επιμέλεια του χρήστη Αθυροστομίξ, ο οποίος φαντάστηκε τον πασπαρτού πολιτικό και χρόνιο φορέα μιας σεμνότυφης και ήπιας ψιλο- δεξιάς ως σκληροπυρηνικό «αντεγκράου» μπάχαλο με αδυναμία στα βαριά drugs και στο extreme metal, ένα χαρακτηριστικό post, από τα πιο «σεμνά»:
«0,6% λοιπόν. Πληρώνω ξεκάθαρα το γεγονός ότι είμαι χάρντκορ σε μια πόλη με φλωράκια»). Όπως εξάλλου έχει λεχθεί από τους προφήτες, στο τέλος μόνο το metal και οι κατσαρίδες θα επιβιώσουν.
Μεγάλη σκύλα το κάρμα, που λένε, αλλά ο Βαγγέλης Αυλ-της μπορεί, άμα χρειαστεί, να μπουκετώσει και το κάρμα. Και ο Γιώργος Θωμάκος. Ο οποίος ήταν πάντα εκεί στη ζωή μου ως μέλους του εκλογικού σώματος πιστεύει ότι με έχει ψήσει να τον ψηφίσω περισσότερες φορές απ' όσες μπορεί κανείς να παραδεχτεί πριν κλείσει τη μύτη και ρίξει μακροβούτι από το μπαλκόνι. «Ψήσει» είναι μεγάλη κουβέντα βέβαια, διότι προφανώς δεν είχε σημασία τι ακριβώς πρέσβευε ή τι έκανε σε κάθε πολιτική περίσταση ουδείς, νομίζω, κρεμάστηκε από τα χείλη του Βαγγέλη Αυλ-τη, ως και του Γιώργου Θωμάκου, απλώς ήταν πάντα εκεί, πρόθυμο δοχείο της ανασφάλειας, του σνομπισμού και της δυσανεξίας μας στην επίσημη συντήρηση και στον μονότονο σκοπό του διπαραταξασμού - όχι ότι αυτός μας χάλαγε στην πραγματικότητα, απλώς δεν θα λερώναμε και τα χέρια μας.
Η ψήφος, δηλαδή, ως εργαλείο αποφυγής κάθε πολιτικής υπευθυνότητας, ως αισθητική σχεδόν χειρονομία. Ψηφίζουμε δηλαδή αλλά τύπου whatever, μη μας πουν και επιπόλαιους απολιτίκ. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι, όπως πολλοί από τους κατά καιρούς ψηφοφόρους που σαγήνευσε χωρίς προσπάθεια ο Βαγγέλης Αυλ-της, και το Φανούρης ταιριάζει ίσως περισσότερο στην κακομοιριά του/μας από το κυρ-Βαγγέλας ή μπαρμπα-Βαγγέλας, όπως συχνά κατονομάζεται, «ήμουν εξίσου πολιτικοποιημένος με μια πετσέτα μπάνιου», όπως χαρακτηριστικά δηλώνει ο αφηγητής της Υποταγής του Μισέλ Ουελμπέκ, καθώς θυμάται στο κοντινό μέλλον, που έχουν γίνει όλα εταίρα, τις εποχές της μακαριότητας κατά την αέναη, νυσταλέα εναλλαγή κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς στην εξουσία των βορείων προαστίων:
«... τα βόρεια προάστια αντλούσαν μια παράξενη περηφάνια από αυτό το σύστημα, παρόλο που δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια συμφωνία ανταλλαγής της εξουσίας μεταξύ δύο αντίπαλων συμμοριών, και ήταν πρόθυμες ακόμα και σε πόλεμο να φτάσουν για να το επιβάλουν σε πλήθος τα οποίο αδυνατούσε να μοιραστεί τον ενθουσιασμό του...». Δεν είχαν και τον Θωμάκο αυτοί εκεί στη Κηφισιά ή, τέλος πάντων, μια official ανανεωτική (γενικώς) τίποτα, να 'χουν να ψηφίζουν κάτι μικρό, αλλά υπερβατικό ως δήλωση ταυτότητας, και με κάποιου είδους αστική ευγένεια, καλούς τρόπους και καθησυχαστικά αόριστο πολιτικό πρόγραμμα, αλλά να 'χει και κάτι από το ηθικό πλεονέκτημα και τον εξαγνισμό της θρησκευτικότητας ως σύγχρονης κολυμβήθρας του Σιλωάμ.
Τον τελευταίο χρόνο ο Γιώργος Θωμάκος, αφού συνειδητοποίησε προφανώς ότι το στοκ του δεν έχει πλέον πέραση ακόμα και στα απολιτίκ κορόιδα ή στους αγαθούς ηλικιωμένους συντηρητικούς ψηφοφόρους που έβλεπαν πάντα με συμπάθεια αυτό τον άκακο συνεχιστή της μειλίχιας και πολιτισμένης παρουσίας, έχει συνταχθεί με τη τίποτα διοίκηση ενώ διαβάζω τώρα (ήμαρτον, μου είχε διαφύγει αυτή η κομβική πολιτική εξέλιξη) ότι είναι πρόεδρος του εαυτού του. Εκατό χιλιάδες like δεν αρκούν. Καταλαβαίνει, όμως, μάλλον ότι οι εποχές αγρίεψαν και τη θέση που είχε καταφέρει να καπαρώσει στο πολιτικό σκηνικό έφτασε να του τη φάει κάποιος σαν τον Χιωτάκη.
Μεγάλη σκύλα το κάρμα, που λένε, αλλά ο Βαγγέλης Αυλ-της μπορεί, άμα χρειαστεί, να μπουκετώσει και το κάρμα. Όπως θα έλεγε κι ο «ίδιος», «τι να πάει να πει χαρμάνης κι άφραγκος, ρε Θωμάκο;
Επειδή ήσουνα χέστης να κάνεις φέρμα; Με δυο σκαμπίλια στα πατσαβουρέικα ο Βαγγέλης έγινε».-
- Κατηγορία ΚΥΡΙΟ ΑΡΘΡΟ
