ενημέρωση 8:47, 20 May, 2026

Χρήστος Χωμενίδης: Αιρετικός κατά λάθος

Το 1993, σε ηλικία 27 ετών, έβγαλε το πρώτο του βιβλίο, «Το σοφό παιδί», που τον καθιέρωσε ακαριαία. Εκτοτε βρίσκεται συνεχώς υπό τον προβολέα της δημοσιότητας – και όχι πάντα χάρη στα βιβλία του. Η παραίτησή του από το Εποπτικό Συμβούλιο της ΝΕΡΙΤ ήταν το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας σταδιοδρομίας που δεν έμεινε ποτέ στα όρια της λογοτεχνίας

 
 
«Οσο περισσότερο μιλάς τόσο χάνουν βάρος τα λόγια σου». Το λέει ο Χρήστος Χωμενίδης αλλά, περιέργως, δεν το λέει ως αυτοκριτική. Το διατυπώνει ως έναν κανόνα στον οποίο - αυτός, ο λαλίστατος - νιώθει ότι μένει πιστός. Ο 48χρονος συγγραφέας ποτέ δεν προστάτευσε την εικόνα του διά της σιωπής. Για μια εποχή ομολογεί ότι δεν τον ενδιέφερε καθόλου η έκθεσή του. Στην Ελλάδα της προμνημονιακής ευημερίας έβλεπε τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή περίπου ως λογοτεχνικό παίγνιο. «Τσαλαβουτούσε», λέει, στα κοινά από συγγραφική περιέργεια, για να συλλέγει πρώτη ύλη για τα μυθιστορήματά του.

Ετσι, βρέθηκε σε ένα τηλεοπτικό πάνελ το 2006 να ζητάει από τον εικονολήπτη να ζουμάρει στα κόκκινα μποτάκια του πρωτοεμφανιζόμενου Τσίπρα. Ετσι, δέχτηκε το 2004 την πρόταση του Νίκου Παπανδρέου να συμμετάσχει στην ομάδα των λογογράφων του Γιώργου Παπανδρέου. Εγραφε ο καθένας από μία ομιλία και την έστελνε στον πρόεδρο, για να διαλέξει εκείνος όποια κομμάτια του πήγαιναν. Οταν άκουσε για πρώτη φορά τον ΓΑΠ να εκφωνεί μία από τις δικές του φράσεις βρήκε ότι «είχε πολλή πλάκα». «Ηταν μια δική μου φράση, μετά η φράση ενός άλλου, μετά μια παράγραφος ενός τρίτου και μετά ξανά μια δική μου φράση». Θυμάται απέξω όλα τα βιβλία του, αλλά από τους λόγους που πρόλαβε να γράψει στις τρεις εβδομάδες που κράτησε η συνεργασία δεν έχει συγκρατήσει στη μνήμη του ούτε λέξη.

Ηταν ακόμη τα χρόνια της αθωότητας. Η πολιτική μπορούσε να έχει ακόμη πλάκα. Οταν τα πράγματα σοβάρεψαν, μετά το 2009, ο Χωμενίδης επιχείρησε πιο ενεργό πολιτική παρουσία, συμμετέχοντας στην ίδρυση της ΔΗΜΑΡ. Εχει άλλωστε, σύμφωνα με τη δική του αυτοδιάγνωση, το μικρόβιο της πολιτικής. Εγγονός του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς Βασίλη Νεφελούδη, μεγάλωσε σε ένα σπίτι που βρέθηκε στο επίκεντρο των πολιτικών σεισμών της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Στη ΔΗΜΑΡ είδε τη δυνατότητα της αναβίωσης του ΚΚΕ εσωτερικού. Στις κομματικές αποφάσεις έβρισκε πάντα τον εαυτό του στη μειοψηφία. Θα αποχωρήσει τελικά από το κόμμα τον Ιούνιο του 2012, όταν η ΔΗΜΑΡ αποσύρθηκε από την κυβέρνηση.

Για την πολιτική πιστεύει αυτό που του έλεγε ο παππούς του: ότι δεν σου αφήνει ούτε δευτερόλεπτο ελεύθερο. Είναι αποκλειστικής απασχόλησης. Γι' αυτό και ο ίδιος δεν επεδίωξε να είναι υποψήφιος βουλευτής. Γι' αυτό και στο κόμμα επικρατούσαν, λέει, πάντα εκείνοι που δεν είχαν άλλη ζωή εκτός κόμματος. Εκείνοι που τα έδιναν όλα. Η «μάκα των γραφειοκρατών».

Τη συμμετοχή του στη ΝΕΡΙΤ την περιγράφει όπως και τη συμμετοχή του στη ΔΗΜΑΡ: Αφ' υψηλού. Σαν την περιπέτεια ενός ρομαντικού που τελείωσε με άδοξη πρόσκρουση στην πραγματικότητα. Ηλπιζε ότι το λουκέτο στην ΕΡΤ ήταν μια ευκαιρία. Οταν έπειτα από μήνες πολύωρων συνεδριάσεων εξέπεμψε η νέα τηλεόραση, «έφριξε» με αυτό που είδε.  

Την περασμένη Δευτέρα - μία ημέρα μετά τις παραιτήσεις του διευθύνοντος συμβούλου της ΝΕΡΙΤ και του αναπληρωτή του - ανακοίνωσε την παραίτησή του από το Εποπτικό Συμβούλιο, καταγγέλλοντας «ευθεία κυβερνητική παρέμβαση» για να μη μεταδοθεί η ομιλία Τσίπρα στη ΔΕΘ.

Ανθρωποι που μετείχαν στο εγχείρημα της ΝΕΡΙΤ βλέπουν σε αυτή τη στάση «όψιμη ευαισθησία». Επισημαίνουν ότι δεν υπήρξε αντίδραση όταν ψηφίστηκε η τροπολογία που αφήνει στην κυβέρνηση το περιθώριο να επιλέγει μόνη της τη σύνθεση του Εποπτικού Συμβουλίου. «Από την αρχή ότι κάποια πρόσωπα που μετείχαν στο Εποπτικό δεν είχαν πάρει σοβαρά τον ρόλο τους» λένε.

Ο Χωμενίδης, λίγες ώρες μετά την παραίτησή του, απάντησε με ανάρτησή του στο facebook στα σχόλια που είχαν πλημμυρίσει το Διαδίκτυο. Ενιωσε την ανάγκη να ξεκαθαρίσει μεταξύ άλλων ότι από τη ΝΕΡΙΤ δεν έπαιρνε μισθό. Δεν ήταν βεβαίως η πρώτη φορά που χρειάστηκε να εξηγηθεί απέναντι στην τοξική αγορά των social media. Από τότε που άρχισε να σχολιάζει την επικαιρότητα σε ζωντανό χρόνο, πολλές παρεμβάσεις του είχαν τις επιπτώσεις του αναμμένου σπίρτου πάνω στη χυμένη βενζίνη.

Ομως όποιος τον παρακολουθεί διαπιστώνει τον τελευταίο καιρό μια εμφανή αλλαγή στον τόνο. Το παραδέχεται και ο ίδιος. Στην αρχή δεν ήξερε τα όρια του νέου μέσου. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τι μπορεί να ακολουθήσει αν γράψεις κάτι στο facebook ή στο twitter όπως ακριβώς θα το έλεγες στην παρέα σου. Γι' αυτό και πιστεύει ότι το προφίλ του εριστικού, που εξαπολύει τα βέλη του χωρίς να λογαριάζει τις αντιδράσεις, τον αδικεί. Του κοστίζουν, λέει, οι επιθέσεις.

Είναι κάτι που δυσκολεύονται να πιστέψουν ακόμη και άνθρωποι που τον ξέρουν. Σύμφωνα με έναν από αυτούς, «είναι περισσότερο ευφυής παρά ευαίσθητος». Οχι μόνο αντέχει, αλλά αντλεί ναρκισσιστική απόλαυση από τις αντιπαραθέσεις.
 
«ΣΑΝ ΠΑΙΔΙ». Η φίλη του και ομότεχνή του Λένα Διβάνη πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Για εκείνη ο Χωμενίδης παραμένει «παιδί με ενθουσιασμό νεοφώτιστου» που αδιαφορεί για τη δημόσια εικόνα του. «Είναι ενεργός πολίτης. Δεν σκέφτεται αν αυτό βλάπτει την καριέρα του. Δεν έχει σχέδιο». Σύμφωνα με έναν πολιτικό, με τον οποίο ο συγγραφέας συνδέεται από τα εφηβικά του χρόνια με στενή φιλία, «ο Χωμενίδης θα ήταν ο χειρότερος ρεπόρτερ. Αν το στέλνατε σε ένα κτίριο που έχει καταρρεύσει, η ματιά του θα έπεφτε σε μια λεπτομέρεια, σε ένα πλακάκι που κάτι γράφει πάνω... Αυτό όμως είναι ο συγγραφέας. Αυτός που βλέπει τη δική του αλήθεια» λέει και αναγνωρίζει ότι ο Χωμενίδης αρθρώνει δημόσιο λόγο χωρίς να παίρνει «μέτρα προστασίας».

Τέτοια αυτολογοκρισία, σύμφωνα με τη Διβάνη, δεν θα ήταν θεμιτή. «Δεν είναι υγιές να μετράς τις αντιδράσεις πριν μιλήσεις. Θα αλλοτριωθείς. Απλώς μιλάς». Δεν έχει όμως ευθύνη για τον αντίκτυπο όσων λέει ένα δημόσιο πρόσωπο; Η Διβάνη υπερασπίζεται κατηγορηματικά την παρρησία του λογοτέχνη. «Σιγά μη μεταμορφωθούμε σε δημόσια πρόσωπα» λέει.

Ο ίδιος ο Χωμενίδης δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι θα ήθελε να συζητιέται μόνο για τα βιβλία του. Θα ήθελε το τελευταίο του μυθιστόρημα, η «Νίκη», να διαβαστεί και ως συνεισφορά στον δημόσιο λόγο, ως ένα επίκαιρο έργο υπέρ της εθνικής συμφιλίωσης. Θα ήθελε να συναντάει μόνο μέσω της τέχνης του το μεγάλο κοινό.
«Δουλειά μου είναι να γράφω» λέει και ξαναλέει. Το λέει σαν να ανησυχεί ότι έχει ορίσει τον εαυτό του με αλλότρια, μιντιακά στερεότυπα. Το λέει σαν να θέλει να ξορκίσει το γεγονός ότι ένα tweet βρίσκει το μεγάλο κοινό πιο εύκολα απ' ό,τι ένα μυθιστόρημα.
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS