ενημέρωση 3:34, 13 May, 2026

Ο καύσων αυτός χρειάζεται

Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης

Επιχειρώντας ένα πρόχειρο και συνειρμικό απάνθισμα (μόνο από έργα πεθαμένων ποιητών και πεζογράφων, αφού από τους ζωντανούς ακόμα περιμένω τα καλύτερα), διαπιστώνω ότι οι βαθύτερα χαραγμένες μέσα μου σκηνές που έχουν γραφτεί στα ελληνικά διαδραματίζονται καλοκαίρι. Από το γύρο του θριάμβου του Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας -δεμένος πίσω από το άρμα του ο νεκρός Έκτορας σέρνεται πάνω στις πυρωμένες πέτρες- μέχρι το μνημειώδες ποίημα του Αρχίλοχου, με το οποίο για πρώτη φορά υμνείται ο άνθρωπος όχι ως εξάρτημα πατρίδας ή στρατού αλλά ως αυταξία: «Άμα ρωτάς για εκείνη την ασπίδα που πέταξα δίπλα στους θάμνους» λέει ο Αρχίλοχος από τον 7ο κιόλας π.Χ. αιώνα, «μάλλον κανένας Σάιος θα τη χαίρεται… Δεν πάει στο διάολο η ασπίδα; Αφού κατάφερα και γλύτωσα, θα αρπάξω αργότερα μιαν ίδια - γιατί όχι και καλύτερη;». Σίγουρα η ζωή είναι γλυκύτατη σε όλα τα πλάτη και τα μήκη. Δεν έχετε όμως έντονη την αίσθηση ότι ο τυχοδιώκτης Παριανός εμπνεύστηκε τους παραπάνω στίχους όχι στεγνώνοντας το κοκαλάκι του πλάι στη θερμάστρα μα πλατσουρίζοντας -απελευθερωμένος από όπλα κι άλλα βάρη περιττά- στα γαλανά νερά του Αιγαίου;  

Οι λουόμενες και οι λουόμενοι είναι εξάλλου τα ορεκτικότερα θαλασσινά. Αυτό το ομολογεί -θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί του!- ακόμα και ο κοσμοκαλόγερος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στο Όνειρο στο κύμα. Εκεί, ένα έφηβο βοσκόπουλο παίρνει, «άθελά του», μάτι μια παρθένα πλην γυμνή κολυμβήτρια: « Εντοσούτω όσον αθώος και αν ήμην, η περιέργεια δεν μου έλειπε. Και ανερριχήθην πάλιν σιγά-σιγά προς τα επάνω και εις την κορυφήν του βράχου, καλυπτόμενος όπισθεν των θάμνων έκυψα να ίδω την κολυμβώσαν νεανίδα. Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα. Είχεν απομακρυνθή ως πέντε οργυιάς από το άντρον, και έπλεε, κ’ έβλεπε τώρα προς ανατολάς, στρέφουσα τα νώτα προς το μέρος μου. Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λεύκας ως γάλα ωμοπλάτας, τους βραχίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτο πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων..»  

Παρόμοια χρησιμοποιώντας καθαρεύουσα μάς μεταφέρει ο Ανδρέας Εμπειρίκος απ’ τα σκιαθίτικα ακρογιάλια στο κέντρο της Αθήνας: «Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Aθηνών, μεσ’ στην καρδιά του θέρους.        

Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ’ στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.        

Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο - από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί- ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.        

Nαι, ήτο Iούλιος και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.        

Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη - η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ’ όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μεσ’ στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και διά της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα -οι άνθρωποι και τα κτίσματα- τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.        Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:        

“Θεέ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου”».     

«Ο καύσων αυτός χρειάζεται!» συμφωνεί και ο Καβάφης στο ποίημα «Ιωνικόν», αναφερόμενος όμως όχι σε ανθρώπους αλλά σε Έλληνες θεούς: «Γιατί τα σπάσαμε τα αγάλματά των / γιατί τους διώξαμε από τους ναούς των / διόλου δεν πέθαναν για αυτό οι θεοί./ Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη / σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη./ Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο / την ατμόσφαιρά σου περνά σφρίγος απ’ την ζωήν των / και κάποτε αιθέρια εφηβική μορφή / αόριστη, με διάβα γρήγορο / επάνω από τους λόφους σου περνά».  

Στο ίδιο, κατά βάθος, κλίμα κινείται ο Νίκος Γκάτσος στην Αμοργό, δίνοντας σάρκα θηλυκή στην αιθέρια εφηβική μορφή: «Έτσι σ’ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο / Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή / Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει / Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη / Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι / Mε το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη πάνω στο φλουρί της / Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη / Aπό το παραθύρι τής άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!».  

Ο φθόνος του γήρατος για τη νιότη το καλοκαίρι ιδίως φουντώνει και η Ζωή Καρέλλη δεν διστάζει να το ομολογήσει σ’ ένα ποίημα που θα μπορούσε να επιγράφεται «Άψογα και Προπάντων Ζωντανά»: «Άψογα και προπάντων ζωντανά, ωραία σώματα νεανικά / τούτη ζητώ τη βεβαιότητα: Μη μου θυμίσεις την αρετή./ Έχει γεράσει, φόρεσε γυαλιά με σκελετό χρυσό / φυλάγει από το φως τα άχροα μάτια της./ Έχει αραιά μαλλιά κοκκινωπά, ασπριδερή επιδερμίδα όλο φακίδες κιτρινωπές./ Πες αν μπορεί να καταλάβει μια τέτοια γυναίκα / την υπερηφάνεια που χαρίζει ο ήλιος στο λαμπρό σώμα, εφηβικό / εκείνου του εφήβου ακριβώς / που στάθηκε γυμνός και όρθιος / στην πλώρη της άσπρης βάρκας./ Περνούσε το βαποράκι της συγκοινωνίας για τα θαλάσσια λουτρά και οι παχιές γυναίκες με τα πολλά παιδιά / χειροκροτούσαν απ’ το πλοίο έξαλλες».        

Αρκούν λοιπόν το θέρος και τα νιάτα; Ο Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου διαφωνεί ρητά στην «Προσευχή» του: «Πρίγκηπα, χρειάζομαι χρήματα, κι άλλα χρήματα / Σ’ έναν κόσμο που αλλάζει αδίστακτα χρειάζομαι χρήματα / Για να σε κερδίσω δε θα ’φταναν όλα τα τραγούδια της γης / Xρειάζομαι πολλά, πάρα πολλά μπορώ να σου πω /…/ Το παιχνίδι μας δεν αλλάζει τα καθορισμένα βήματα/ Xρειάζομαι χρήματα για να μεταμορφώσω ένα χερσότοπο / Σε πανδαιμόνιο μουσικής…».   

Και ο Καρυωτάκης («… το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις: είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης!» κραυγάζει ο Εμπειρίκος), βγάζει τη μελανιασμένη γλώσσα του στο καλοκαίρι: «Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα είδα το βράδυ αυτό / κάποια χρυσή, λευκότατη στους δρόμους ευωδιά./ Και στην καρδιά αιφνίδια καλοσύνη / Στα χέρια το παλτό / στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη./ Ηλεκτρισμένη από φιλήματα θα ’λεγες την ατμόσφαιρα./ Η σκέψις, τα ποιήματα βάρος περιττό./ Έχω κάτι σπασμένα φτερά./ Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό./ Για ποιάν ανέλπιστη χαρά, για ποιες αγάπες/ για ποιο ταξίδι ονειρευτό... »  

Με τέτοια θανατηφόρα διαύγεια, η οποία οφείλεται και στο αδυσώπητο ελληνικό φώς («Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός» ομολογεί ο Σεφέρης), το μόνο που μας σώζει είναι το σκώμμα. Από τους σκωπτικότερους και ιδιοφυέστερους Έλληνες του 20ού αιώνα υπήρξε ο Μποστ, ο οποίος περιγράφει παρακάτω μια λαϊκή τοιχογραφία: «…Eις την αριστερήν πλευράν ο ζωγράφος εικόνισε ένα ζεύγος εις την ακροθαλασσιάν. Ένας νέος 18-53 ετών είχε στην αγκαλιά του μίαν νέαν 8-35 ετών, χωρίς πόδια, και την φιλούσε. H νέα εκοίταζε προς τον νέον. O νέος φορούσε ροζ κοστούμι με φαρδιές καφέ ρίγες, κάτι μεταξύ ενδυμασίας ανθρώπου που πάει να κοιμηθή και καταδίκου που εδραπέτευσε και πρώτη σκέψις του μετά την απόδρασιν ήτο να συναντήση την αγαπημένη του στην ακρογιαλιά. Tο αριστερό πόδι του καταδίκου ήτο πάσχον και ολίγον παραμορφωμένον. H νέα όμως, είτε τυφλωμένη από το πάθος, είτε διότι εξετέλει πιστώς την εντολήν “αγάπα τον φίλον σου και με τα ελαττώματά του”, παραβλέπουσα το φυσικόν τούτο ελάττωμα, είχε παραδοθή πανευτυχής εις την αγκάλην του χωλού εραστού, αληθής φιλόσοφος της ζωής, γνωρίζουσα ότι τα πολυτελή ενδύματα δεν δίδουν την ευτυχίαν και ότι πολλάκις κάτω από μίαν ασήμαντον και άκομψον περιβολήν κρύπτονται αγνά και ειλικρινή αισθήματα. Tας αυτάς σκέψεις έκανε και ο νέος που την φιλούσε. Tο ότι η κοπέλλα του εστερείτο ποδών τον άφηνε αδιάφορον. Ίσως διότι έκανε και την σκέψιν ότι μια γυναίκα χωρίς πόδια είναι θησαυρός, καθ' όσον, όσο λιγώτερα πόδια έχει, τόσον είναι και πιο οικονομική, δεδομένου ότι και λιγώτερες κάλτσες και παπούτσια χρειάζεται. Kι έτσι χωλός αυτός και κουτσή εκείνη εφιλώντο παθητικά και η περίπτυξίς των ήτο μία κραυγή διαμαρτυρίας κατά της υγιούς κοινωνίας, που, έχοντας τα ποδάρια της σωστά, αποφεύγει να ερωτευθή. Γι' αυτό κι ο κάβουρας είχε ζωγραφισθή σκεπτικός στην ροζ ακτήν. Ήτο ως να εμονολόγει:        

- Zηλεύω την ευτυχία αυτών των αναπήρων. Kι εγώ που έχω δέκα ποδάρια, μ’ άφησε η καβουρίνα και πάει τσάρκα με το σπάρο στη Pαφίνα.        

Kαι το παράπονό του το ήκουσε ο ροζ γλάρος και το είπεν εις ένα άλλον:        

- O αδελφός μας ο κάβουρας πονεί.        

- Nαι, πονεί, είπαν τότε και τα ροζ κύματα. Γι’ αυτό, ας πάμε να το πούμε και στ’ άλλα κύματα, να φέρουμε το μήνυμα δίπλα, στη Γη της Αιολίδας.     

Στον διπλανό όμως τοίχο δεν ήταν η Γη της Αιολίδας, αλλά η συνέχεια της ακρογιαλιάς, όπου ένας ροζ τσέλιγκας έψηνε ένα ροζ αρνί σε μια ροζ φωτιά, ενώ δίπλα χόρευε ένας νέος με φουστανέλλα και μια νέα με τοπική ενδυμασία των Mεγάρων. Kι έτσι το μήνυμα φτερούγισε στον απέναντι τοίχο, όπου καθόταν μια αισθαντική βοσκοπούλα με τη ρόκα και τα προβατάκια της, που μελαγχόλησε μονομιάς. Γι’ αυτό απέναντί της ακριβώς έκατσε ένας ροζ βοσκός με τρία ροζ πρόβατα, που έπαιζε με μια ροζ φλογέρα, ροζ μελωδίες.        

O βοσκός ήταν ατίθασος και οπλοφόρος μικρών διαστάσεων, μικρογραφία του Λαζό, εφφέ και του Tσακιτζή, εφφέ του Αϊδινίου. Eπειδή τα κύματα εσκέφθησαν ότι πιθανόν να μην εύρισκαν κατανόησιν από τον σκληρόν αυτόν βοσκόν, το ανήγγειλαν εις την μεσαίαν κόρην της βρύσης, η οποία ακούσασα το φρικτό νέο έμεινε κοιτάζουσα τον ροζ αέρα ως απόπληκτος…».  

«Του θανάτου εφεστηκότος μηδέ το εύψυχον απώλεσεν μηδέ το παιγνιώδες…». Αυτή η φράση, που αδυνατώ να εντοπίσω ποιος την έγραψε, συνοψίζει -νομίζω- τα δώρα του ελληνικού καλοκαιριού. Κάτω απ’ τον ήλιο-θρίαμβο, τα αυστηρά περιγράμματα σπάνε, το δικό σου και το δικό μου μπερδεύονται. Ατενίζοντας μεσ’ απ’ τη θάλασσα ένα κάστρο, για μια στιγμή δεν ξέρεις εάν φτιάχτηκε από άμμο ή από γρανίτη. Γυρνάς από τη μία το κεφάλι κι αντικρίζεις τα άνυδρα δέντρα του Γιάννη Ρίτσου: «Αυτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο ουρανό / αυτὲς οι πέτρες δὲ βολεύονται κάτου απ᾿ τὰ ξένα βήματα/αυτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ήλιο / αυτὲς οι καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο./ Ετοῦτο τὸ τοπίο είναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή / σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια / σφίγγει στὸ φως τὶς ὀρφανὲς ελιές του καὶ τ᾿ αμπέλια του / σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.»… Στρέφεις το κεφάλι απ’ την άλλη και χαζεύεις με την υπερρεαλιστική ανθρωπολογία του Μποστ. Τόσο απλό ώστε μοιάζει αυτονόητο.  

«Λάμπει τα’ ασημί του σπάρου μες στο μάρμαρο της Πάρου / Στου μεσημεριού το φως το τραγούδι της Σαπφώς / Λάμπει λάμπει κι η χαρά μου μες στην άσπρη κάμαρά μου / Κωπηλάτες του θανάτου να ‘χει Ελλάδες κι εκεί κάτου; / Να με πάτε να με πάτε σαν νησάκι που κοιμάται / Και βουές γεμίζει μόνον στους αιώνες των αιώνων…» καθώς το έθεσε ο Οδυσσέας Ελύτης.-    

Πηγή: lifo

Γιατί θεωρείται μέγα μυστήριο η τοποθεσία του τάφου του Sid Vicious;

Σε αντίθεση με τον τάφο του Τζιμ Μόρισον ο τάφος του μέλους των Sex Pistols δεν έχει γίνει σημείο λατρείας, κυρίως γιατί κανείς δεν είναι σίγουρος για το πού βρίσκεται.  

Να οι θεωρίες:

1) Είναι θαμμένος στο Highgate Cemetery, το ιστορικό νεκροταφείο του Λονδίνου οι κατακόμβες του οποίου ενέπνευσαν τον Δράκουλα του Μπραμ Στόκερ. Ο τάφος του είναι σχεδόν δίπλα στον τάφο του Καρλ Μαρξ στην ανατολική πλευρά.

2) Μετά τον θάνατό του, η μητέρα του τηλεφώνησε στη μητέρα της Νάνσι (της φίλης του που είχε βρεθεί σκοτωμένη -κάποιοι λένε απ' τον ίδιο-) και της ζήτησε να θάψει τον Σιντ δίπλα στη Νάνσι. Όμως η Νάνσι ήταν Εβραία και ο Σιντ όχι, οπότε αυτό δεν μπορούσε να γίνει.  Έτσι, ένα βράδυ, η μητέρα του Σιντ, μαζί με την αδερφή της, πήδηξε τα σύρματα του νεκροταφείου της Philadelphia και σκόρπισε τις στάχτες του δίπλα στον τάφο της Νάνσι - ώστε να είναι μαζί στην αιωνιότητα.    

Η Νάνσυ και ο Σιντ παίζουν για την κάμερα  

3) Ο Μάλκομ ΜακΛάρεν, στην συνέντευξη τύπου για την επανένωση των Sex Pistols το 1996, υποστήριξε μια τρίτη θεωρία: ότι ο ίδιος σκόρπισε κατά λάθος τις στάχτες του Σιντ Βίσιους στο αεροδρόμιο Χίθροου: «Θέλαμε να τις πάμε κάπου καλά, αλλά σκόνταψα κάπου στις αφίξεις και σκορπίστηκαν στον αέρα και πέρασαν στο σύστημα εξαερισμού. Θα χρειαζόμασταν ηλεκτρική σκούπα για να τις μαζέψουμε».    

Οι περισσότεροι ερευνητές καταλήγουν στη δεύτερη περίπτωση.  

Η μητέρα του Σιντ Anne Beverley πήγε στα κρυφά και σκόρπισε τις στάχτες στον τάφο της Nancy Spurgen - με αποτέλεσμα να είναι ακόμα και σήμερα ένας εξαιρετικά δημοφιλής τάφος, στον οποίο συρρέουν οι θαυμαστές του Vicious.      

Λίγο πριν πεθάνει, το 1996, η μητέρα του Σιντ αποκάλυψε για πρώτη φορά τη δική της αλήθεια.  

Υποστήριξε πως αυτή σκότωσε το γιο της, δίνοντάς του την τελευταία του δόση ηρωϊνης. Ήταν και η ίδια στο πάρτι που πέθανε η Νάνσι, και προβλέποντας ότι ο Σιντ θα βρισκόταν κατηγορούμενος για το θάνατό της (και σύντομα θα φυλακιζόταν ισόβια) του έδωσε υπερβολική δόση, κοιμίζοντάς τον για πάντα...    

"Τον γλίτωσα από μεγάλη ταλαιπωρία και πόνο", είπε η ίδια. "Είχε μόλις καταστρέψει τη ζωή του. Ήθελα μόνο να τον βοηθήσω..."      

Πώς να τελειώσεις το μυθιστόρημά σου

Μετά το προηγούμενο ποστ με τις 11 εισαγωγικές φράσεις βιβλίων ("Πώς να ξεκινήσεις το μυθιστόρημά σου") συνεχίζω με το πώς να κλείσεις την ιστορία σου.   

Η τελευταία παράγραφος ενός βιβλίου, λέει πολλά (αλλά όχι τα πάντα) για το ίδιο το βιβλίο. Άλλα βιβλία κλείνουν μελοδραματικά, άλλα με επίτηδες αφηρημένο τρόπο. Άλλα λύνουν όλα τα προβλήματα κι άλλα δημιουργούν περισσότερα. Μερικά δίνουν την αίσθηση ότι με την τελευταία τους λέξη όλα τελειώνουν κι άλλα ότι μόνο τότε όλα αρχίζουν - κι ας μην τα μάθουμε ποτέ...   Ακολουθούν έντεκα που διάλεξα σχεδόν τυχαία, απ' τα διαβασμένα της βιβλιοθήκης μου.    

1) Ντοστογέφσκι - Έγκλημα και Τιμωρία

Αλλά εδώ αρχίζει μια νέα ιστορία, η ιστορία της προοδευτικής ανανέωσης ενός ανθρώπου, η ιστορία της βαθμιαίας του αναγέννησης, της διάβασής του βήμα με βήμα από ένα κόσμο σε ένα άλλο, της μύησής του σε μια νέα, ως τότε απόλυτα άγνωστη πραγματικότητα. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα ενός άλλου αφηγήματος∙ αυτό εδώ έχει τελειώσει.   

2) Αγκάθα Κρίστι - Το Πέτρινο Φέρετρο

«Σας ευχαριστώ, μεσιέ Πουαρό, που μπήκατε στον κόπο να έρθετε να μου τα πείτε όλα αυτά. Μπορείτε, παρακαλώ, να φύγετε τώρα; Υπάρχουν μερικά πράγματα που πρέπει κανείς να τα αντιμετωπίζει μονάχος…»    

3) Σώτη Τριανταφύλλου - Σάββατο Βράδυ στην Άκρη της Πόλης

Παραμέρισα να περάσει και, σαν να τον περίμενα, είπα, Δεν έχεις βαλίτσα – το είπα κάπως ερωτηματικά αλλά όχι εντελώς, κι εκείνος απάντησε, Μα, δεν ήρθα για να μείνω, ήρθα μόνο για να σε πάρω.    

4) Μαρκ Τουέιν - Οι Περιπέτειες του Τομ Σόγερ

Τα περισσότερα από τα πρόσωπα που εμφανίζονται σ’ αυτό το βιβλίο, ζούνε ακόμα, ευημερούν και είναι ευτυχισμένα. Μπορεί και μια μέρα να φανεί ότι αξίζει τον κόπο να ξαναπιάσουμε την ιστορία των πιο μικρών απ’ αυτά και να δούμε τι είδους άντρες και γυναίκες κατέληξαν να γίνουν∙ θα είναι λοιπόν πολύ γνωστικό να μην αποκαλύψουμε τίποτα προς το παρόν, από εκείνο το κομμάτι της ζωής τους.   

5) Βιρτζίνια Γουλφ - Στοιχειωμένο Σπίτι.

Εκείνη τη στιγμή, από κάποιο φτωχικό σοκάκι ή ταβερνείο, αντηχούσε η συνηθισμένη, ανυπόφορη , αρσενικοθήλυκη φωνή∙ ένα στρίγκλισμα, μια κραυγή. Και το εξωτικό πουλί τρόμαξε και πέταξε μακριά, διαγράφοντας όλο και μεγαλύτερους κύκλους, ώσπου (αυτό που το 'χει ονομάσει ψυχή) έγινε απόμακρο, σαν την κουρούνα που χιμάει στον αέρα τρομαγμένη από μια πετριά που της ρίξανε ξαφνικά.    

6) Θάνος Αλεξανδρής - Αυτή η Νύχτα Μένει

Αγαπητοί πελάτες, γεια χαρά. Απόψε δε θα σας κάνω κονσομασιόν. Λέω να την κάνω μια φορά κι εγώ για πάρτη μου. Προς τα πού; Μυστικό… Ψάξτε με αμα γουστάρετε. Μπορεί στο τέλος κάπου να με βρείτε…    

7) Τζόναθαν Κόου - Τι Ωραίο Πλιάτσικο!  

Όνειρο είναι η ζωή μας και περνάει  Δεν φοβάμαι πια Όνειρο είναι η ζωή μας και περνάει  …γιατί έρχεται μια στιγμή όπου απληστία και παραφροσύνη γίνονται ένα και το αυτό και δεν μπορείς πια να τις ξεχωρίσεις. Αυτή η διαχωριστική γραμμή είναι πολύ λεπτή, σαν διάφανη μεμβράνη που περιβάλλει την υδρόγειο. Είναι αχνογάλαζη και η μετάβαση απ’ το γαλάζιο στο μαύρο είναι βαθμιαία και υπέροχη. Ο κόσμος δεν μπορούσε να περιμένει πια...    

8) Τόβε Γιάνσον - Τρελό Καλοκαίρι στη Χώρα των Μούμιν.

Ο βραδινός αέρας ήταν δροσερός και γλυκός, και τα λουλούδια , μουσκεμένα από δροσιά, είχαν πιο πλούσιο άρωμα από κάθε άλλη φορά. Η μητέρα του καθόταν στα σκαλοπάτια. Τον περίμενε. Κρατούσε κάτι στα μπροστινά της πόδια και χαμογελούσε. -Ξέρεις τι έχω; -Τη βαρκούλα! απάντησε ο Μούμιν-Τρολ και έβαλε τα γέλια. Όχι γιατί ήταν κάτι ιδιαίτερα αστείο παρά μονάχα γιατί αισθανόταν τόσο, τόσο ευτυχισμένος.   

9) Μίλαν Κούντερα – Η Ζωή είναι Αλλού

Κοιτούσε το πρόσωπό του στην επιφάνεια του νερού. Και ξαφνικά είδε αυτό το πρόσωπο να το παραμορφώνει κάποιος μεγάλος τρόμος. Και αυτό ήταν το τελευταίο που είδε.   

10) Σου Τάουνσεντ - Άντριαν Μολ: Στα Χρόνια του Καπουτσίνο

Πιστεύω ότι μέχρι αύριο θα έχω ωραιοποιήσει την ιστορία θα έχω προσδώσει στον εαυτό μου μια ηρωική ιδιότητα που δεν μου αξίζει, αλλά παρ’ όλα αυτά, αυτή τη νύχτα, αυτή τη στιγμή, χαίρομαι που καταγράφω ότι φέρθηκα σαν αληθινός άντρας.   

11) Douglas Adams - Γυρίστε το Γαλαξία με Ωτοστόπ

Προτού προχωρήσει παρακάτω, άκουσε το σύστημα ενδοεπικοινωνίας του σκάφους. «Έι γήινε! Πεινάς;» είπε η φωνή του Ζάφοντ. «Ε, ναι, θα ήθελα να τσιμπήσω κάτι», είπε ο Άρθουρ. «Όκεϊ φίλε, κρατήσου», είπε ο Ζάφοντ. «Θα πάμε να τσιμπήσουμε κάτι στο Ρεστοράν στο Τέλος του Σύμπαντος.»       [Πείτε κι εσείς!]      

Ο χαφιές, ο φούρναρης κι άλλες οικογενειακές ιστορίες

Πριν από αρκετά χρόνια, προτού όλα τα περιοδικά αποκτήσουν αφιερώματα στο φαγητό, πολύ πριν το διαδίκτυο μας κάνει όλους μαγείρους και μας μυήσει στη χαρά της ποδιάς, το καθημερινό φαγητό ήταν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και αποτέλεσμα συμβιβασμών χωρίς να εισάγονται στις αποφάσεις στοιχεία διατροφικής «καλοσύνης», παρά μονάχα σκέψεις μικροαστικές που αφορούσαν κυρίως τους μουσαφίρηδες και το Κυριακάτικο τραπέζι.

Χαρακτηριστικό αυτής της διαδικασίας, και μιλάμε για τον αστικό χώρο, ήταν η πρακτική του να πηγαίνουμε το φαγητό να ψηθεί στο φούρνο κάτι που με τα σημερινά δεδομένα ακούγεται αδιανόητο και επιλήψιμο απέναντι στις μαγειρικές «επιταγές» της εποχής μας. Αλήθεια έχει αναρωτηθεί κανείς πόσα μυστικά γνώριζε ο φούρναρης της γειτονιάς μέσα από αυτή την διαδικασία; Ίσως περισσότερα και πιο ουσιαστικά από τον περιπτερά που στο τέλος-τέλος αν και ο επίσημος χαφιές της γειτονιάς το μάξιμουμ που μπορούσε να γνωρίζει ήταν η εφημερίδα που διάβαζε κάποιος και τα τσιγάρα που προτιμούσε.

n

Όμως, ο φούρναρης, γνώριζε λεπτομέρειες που πραγματικά μπορούσαν να καταγράψουν την καθημερινότητα μιας οικογένειας. Πρώτα-πρώτα γνώριζε την οικονομική δύναμη του σπιτιού. Αν το κρέας εμφανίζονταν στο ταψί πολύ περισσότερο από τα γεμιστά, τότε το σπίτι είχε οικονομική δύναμη. Μπορούσε επίσης να γνωρίζει τις μαγειρικές ικανότητες της μαγείρισσας του σπιτιού με κάθε λεπτομέρεια, όπως επίσης και κάθε πότε εμφανίζονταν καλεσμένοι στο σπίτι, -από την ποσότητα του φαγητού,- την ώρα που οι καλεσμένοι θα έρχονταν και τον αριθμό τους. Επίσης μπορούσε να γνωρίζει τις διατροφικές ιδιαιτερότητες της οικογένειας και μάλιστα, για να το τραβήξουμε και λίγο παραπάνω, αν συνεργαζόταν με την τοπική ΕΒΓΑ και τα υπόλοιπα μαγαζιά της γειτονιάς, θα μπορούσε να έχει το πλήρες προφίλ ενός σπιτιού. Ας βάλουμε λοιπόν την ιστορία σε σωστή βάση. Ο πραγματικός χαφιές της γειτονιάς ήταν ο φούρναρης και όχι ο περιπτεράς.

Στις μέρες μας ο ιστορικός και κοινωνιολογικός «ξεπεσμός» του φούρναρη από την καθημερινή μαγειρική διαδικασία, είναι σύμπτωμα και σύμβολο, όπως και το ίδιο το φαγητό για το πώς οι άνθρωποι που μεγάλωσαν στην ίδια οικογένεια και την ίδια γειτονιά διαφοροποιούνται δραματικά καθώς αυτός ο «ενοριακός» ιστός σιγά-σιγά μεταλλάσσεται και σπάει.

n

Η «οικογένεια» έβαζε το φαγητό στο τραπέζι για να «φάμε» και όχι για να μάθουμε τη θερμιδοφορία ενός πιάτου ή την καταγωγή ενός συστατικού. Ήταν μια λογική και παράδοση βγαλμένη απευθείας από την καρδιά της Χριστιανικής παράδοσης και το Μυστικό Δείπνο. Κανείς δεν συζητά για την μαγειρική πλευρά του Μυστικού Δείπνου και πιθανά κανείς δεν έγραψε κριτική για τα πιάτα που σερβιρίστηκαν εκείνο το βράδυ.

Η οικογένεια πια δεν έχει σαν βασικό της χαρακτηριστικό την συγκατοίκηση αλλά εκφράζεται μέσα από την ελεγχόμενη απόσταση, δηλαδή από μια πολύπλοκη θέσμιση σχέσεων και εννοιών. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς ότι συμβαίνει και με το οικογενειακό τραπέζι το οποίο έχει πάρει σχεδόν αποκλειστικά συμβολικό χαρακτήρα, γιατί η απουσία της «συγκατοίκησης» και της «κοινότητας», τόσο συμβατικά όσο και ιδεολογικά, το έχει κάνει να είναι σπάνιο.

Βρισκόμαστε σχεδόν πάντα σε λάθος χώρο και σε μεγάλη απόσταση από το «μεγάλο» οικογενειακό τραπέζι, όχι τόσο γιατί μας λείπει ο χρόνος ,αλλά κυρίως γιατί ο χρόνος μας οργανώνεται με βάση άλλες προτεραιότητες.

Το καθημερινό οικογενειακό τραπέζι έχει μετατραπεί σε Κυριακάτικο τραπέζι και αυτό με τη σειρά του στο τραπέζι του εύκολου γεύματος. Μόνο τις ημέρες των γιορτών η συνειδητή και ασυνείδητη ενοχικότητά μας απέναντι στην οικογένεια μάς εξαναγκάζει να παρουσιαστούμε σε ένα έντονα σκηνοθετημένο οικογενειακό-γιορτινό τραπέζι το οποίο ενώ αντικειμενικά στην καθημερινότητά μας αποτελεί μια ρομαντικοποίηση του παρελθόντος, την ίδια στιγμή μοιάζει με τον χαμένο και μακρινό παράδεισό μας.

n

Ενώ χαιρόμαστε την δομημένη αναρχία της καθημερινότητάς μας, μας λείπουν έντονα οι κανόνες και οι όροι παρουσίας στο οικογενειακό τραπέζι, όπως ακριβώς μας λείπουν και οι απλές γονικές φωνές, «το φαγητό είναι έτοιμο», που έλυναν μυστηριωδώς κάθε πρόβλημα που περιτριγύριζε τη ζωή μας. Παρά τις «παρεμβάσεις» των ειδικών περί της σπουδαιότητας του οικογενειακού τραπεζιού, η παρουσία του γίνεται όλο και μικρότερη στη ζωή μας και αυτό που μένει δυστυχώς είναι μια σειρά από μνήμες που αποτελούν και βασικό στοιχείο αυτού που αποκαλούμε οικογενειακή ταυτότητα.

Ο Tzvetan Todorov στο βιβλίο του για την «κατάκτηση της Αμερικής» γράφει πώς η πολιτισμικότητα μπορεί να διαβαστεί μόνο μέσα από τα μάτια του «άλλου» και ιδιαίτερα από τα μάτια των αισθήσεων του άλλου. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα έντονο και συγκινησιακά φορτισμένο, όταν ο «άλλος» είναι η ίδια σου η οικογένεια, ο αδελφός, η αδελφή, ή η μητέρα και μέσα από την απόκλιση, έστω και στο φαγητό, μπορείς να δεις την διαφορετικότητά σου.

Ναι, πιθανά η παιδική μας ηλικία είχε βάση τις γεύσεις που στην πραγματικότητα βασίζονταν στις δυνατότητες και τα κέφια του φούρναρη, αλλά ποιος νοιάζεται γι αυτό όταν μπορεί να προσκαλέσει την οικογένεια για φαγητό στο αγαπημένο του κινέζικο εστιατόριο ή στο νέο σουσάδικο που μόλις άνοιξε στη γειτονιά;

To φαγητό μας ενώνει...ή μας χωρίζει ανάλογα με το πόσο θα αντιδράσει «αυτή η καταπληκτική μαγείρισσα», η μαμά.

Πηγή : Athens voice

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0