ενημέρωση 1:28, 16 May, 2026

Συγκλονιστικός Αλ Πατσίνο επί... δύο στο Φεστιβάλ Βενετίας

Δύο Αλ Πατσίνο σε μία ημέρα, και μάλιστα σε εξαιρετικές ερμηνείες (που σίγουρα θα του εξασφαλίσουν υποψηφιότητα στα Οσκαρ), σε δύο πολύ καλές ταινίες, ήταν ένα μεγάλο, ευπρόσδεκτο δώρο του φετινού 71ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Βενετίας.

Ο βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός ερμήνευσε, τόσο στη διαγωνιστική Menglehorn του Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν όσο και στην εκτός διαγωνισμού Η ταπείνωση του Μπάρι Λέβινσον, ηλικιωμένους άντρες που αντιμετωπίζουν τον έρωτα αλλά και τη μοναξιά και τα άγχη της τρίτης ηλικίας.

Στην ταινία Menglehorn ο Πατσίνο ερμηνεύει ένα μοναχικό, απογοητευμένο από τη ζωή, κλειδαρά, κολλημένο στο παρελθόν, που ζει με τις θύμησες μιας γυναίκας που αγάπησε και στην οποία γράφει συνεχώς γράμματα, όπου της αποκαλύπτει τη μετάνοιά του για την παλιά του στάση, γράμματα όμως που του επιστρέφονται.

Ο Μένγκελχορν είναι, όπως σταδιακά ανακαλύπτουμε, ένας πολύ καλός άνθρωπος, που φοβάται να αντιμετωπίσει ένα καινούριο έρωτα, έτοιμος να βοηθήσει τους άλλους, ειλικρινής αν και απότομος, συχνά και προσβλητικός, στη σχέση του με τους άλλους, όπως θα ανακαλύψουμε στις συναντήσεις με ένα γιο, αδιάφορο για τον πατέρα του, ή όταν καλεί σε τραπέζει την καλοκάγαθη υπάλληλο της τράπεζας (Χόλι Χάντερ), με την οποία συνδιαλέγεται, κάθε Παρασκευή, όταν πηγαίνει, για καταθέσεις, στην τράπεζα.

Στην Ταπείνωση, βασισμένη στο εξαιρετικό ομότιτλο μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, ο Πατσίνο ερμηνεύει τον Σάιμον Άξλερ, έναν διάσημο, ηλικιωμένο ηθοποιό του θεάτρου που πιστεύει πως έχει χάσει τον ενθουσιασμό και την όρεξη για το επάγγελμά του για αυτό και αποφασίσει να αποσυρθεί στο εξοχικό του.

Τη μοναξιά του Σάιμον έρχεται να διαλύσει μια λεσβία (Γκρέτα Γκέργουικ), πολύ νεότερή του σε ηλικία, κόρη ενός κολλητού του φίλου, η οποία, στην παιδική της ηλικία, τον έχει ερωτευτεί.

Θα αρχίσουν μια ερωτική σχέση που θα φέρει στην επιφάνεια τις φοβίες, τα άγχη και τα αδιέξοδα του Σάιμον.

Και στις δυο ταινίες, ο Πατσίνο καταφέρνει να δώσει, με δύναμη και τρόπο συγκλονιστικό, τα δυο αυτά μοναχικά πρόσωπα, σε αναζήτηση κάποιας φλόγας που θα δώσει νόημα στη ζωή τους.

Με το βλέμμα του, τις συσπάσεις του προσώπου, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζει την κάθε λέξη, με τις στάσεις και τις κινήσεις του σώματος, ο Πατσίνο περνάει με τον καλύτερο και πιο άμεσο τρόπο το χαρακτήρα τόσο του κλειδαρά όσο και του αποφασισμένου να αποσυρθεί από το παλκοσένικο ηθοποιού, ερμηνείες που επιβεβαιώνουν για μια ακόμη φορά το μεγάλο ταλέντο του, ταλέντο που τον τοποθετεί πλάι σε εκείνο του Μάρλον Μπράντο και του Ρόμπερτ Ντε Νίρο.

Η ιστορία της γαλλικής διαγωνιστικής ταινίας 3 καρδιές του Μπενουά Ζακό, θυμίζει εκείνη της ταινίας Μεγάλε μου έρωτα του Λίο ΜακΚάρι (που είχε επίσης εμπνεύσει την ταινία Άγρυπνος στο Σιάτλ): δύο άτομα, ο Φρανκ (ένας πολύ καλός Μπενουά Πελβούρτ) και η Σιλβί (Σαρλότ Γκενσμπούργκ), συναντιώνται ένα βράδυ σε μια κωμόπολη της Γαλλίας και ερωτεύονται.

Αποφασίζουν να ξανασυναντηθούν μετά από μερικές μέρες, μια συγκεκριμένη ώρα, στο Παρίσι. Η Σιλβί θα τον περιμένει, ο Φρανκ όμως, εξαιτίας πάθησης της καρδιάς, θα καθυστερήσει με αποτέλεσμα να χάσει ο ένας τον άλλο: η Σιλβί θα ακολουθήσει τον φίλο της στις ΗΠΑ ενώ ο Φρανκ θα επιστρέψει στο Παρίσι.

Εδώ τελειώνει η σχέση με την ταινία του ΜακΚάρι. Στη συνέχεια, από τυχαίο συμβάν, ο Φρανκ θα γνωρίσει την Σοφί (Κιάρα Μαστρογιάνι) αδερφή της Σιλβί, θα την ερωτευτεί και την παντρεύεται.
Όταν όμως μαθαίνει πως η Σοφί είναι αδερφή της Σιλβί τα πράγματα περιπλέκονται.

Αν εξετάσει κανείς το σενάριο θα δει πως πρόκειται για ένα αρκετά συνηθισμένο μελόδραμα. Εκείνο όμως που το κάνει να ξεχωρίζει είναι η σκηνοθεσία του Ζακό.

Με εικόνες δουλεμένες έξοχα από εικαστικής πλευράς, με μια μουσική που σε προετοιμάζει για το δράμα που θ’ ακολουθήσει, με την κάμερα να στριμώχνει τα πρόσωπα για να βγάλει στην επιφάνεια τα κρυμμένα αισθήματά τους, με ηθοποιούς που δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, ο Ζακό κατάφερε να φτιάξει μια εκπληκτικά όμορφη, συγκινητική, κινηματογραφικά συναρπαστική, ταινία.

Αχ, να 'χαμε ένα σοκολατάκι...

Είναι αυτός ο γνώριμος – συνήθως απογευματινός – αναστεναγμός, λίγη ώρα μετά το μεσημεριανό, που εκφράζει τη λιγούρα και λαχτάρα για κάτι γλυκό. Τα γρήγορα μπισκότα μου, δεν λέω, με έχουν καλύψει και σώσει αμέτρητες φορές, όμως μερικές στιγμές χρειάζεσαι κάτι αληθινά σοκολατένιο (και δροσερό, όσο σφίγγουν οι ζέστες). Την περασμένη Κυριακή, αφού απολαύσαμε την μακαρονάδα, διαπιστώσαμε πως και τα τελευταία σοκολατάκια είχαν φαγωθεί χωρίς κανένας να παραδέχεται πως διέπραξε το έγκλημα. Κάποιος από την παρέα πρότεινε για επιδόρπιο τα “καλύτερα και πιο γρήγορα σοκολατάκια του κόσμου”, όπως τα ονόμασε: με γεμιστά μπισκότα, κρεμώδες τυρί και λιωμένη σοκολάτα - τρία μόνο υλικά χρειάζονταν. Δύσπιστη στην αρχή, όμως με την πρώτη μπουκιά βεβαιώθηκα πως είχε δίκιο: μαλακά όσο πρέπει και σοκολατένια παραπάνω απ' όσο πρέπει.

 Υλικά

  • ένα πακέτο γεμιστά μπισκότα της αρεσκείας σας
  • ένα πακέτο κρεμώδες τυρί (περίπου 200 γραμμ.)
  • κουβερτούρα ή λευκή σοκολάτα για το γαρνίρισμα 
  • Αδειάζω τα μπισκότα σε ένα βαθύ μπολ και με τα χέρια μου τα σπάω σε κομμάτια – όχι πολύ μεγάλα. Τα αδειάζω στο σκεύος του αγαπημένου μου μούλτι και προσθέτω όλο το κρεμώδες τυρί σε 2-3 δόσεις. Ανακατεύω μέχρι να προκύψει μίγμα μαλακό και εύπλαστο και στη συνέχεια φτιάχνω μικρά μπαλάκια. Η γέμιση των μπισκότων μικρή σημασία έχει: αν είναι σοκολατένια, που το προτιμώ, θα προκύψουν αρκετά σκούρα, αν περιέχουν βανίλια, στο τέλος θα έχω διχρωμία – pas mal!

Απλωμένο σε έναν δίσκο και πάνω σε λαδόκολλα τα βάζω στο ψυγείο για να σφίξουν, περίπου για μισή ώρα. Όταν ο χρόνος περάσει, ετοιμάζω μπεν μαρί με τον γνωστό τρόπο (κατσαρόλα με νερό που βράζει και από πάνω της σκεύος σε μικρότερο μέγεθος μέσα στο οποίο λιώνει με το ανακάτεμά μου η σοκολάτα). Αδειάζω τη σοκολάτα σε βαθύ πιάτο και ετοιμάζω τα μπισκοτένια μπαλάκια για βουτιές ή τα περιχύνω, όπως είναι, στον δίσκο. Τα πασπαλίζω με το μπισκότο που περίσσεψε στα τοιχώματα του μούλτι και... έτοιμα.

Πολυειπωμένο μα τόσο ειλικρινές: κανείς δεν θα μπορεί να φάει μόνο ένα!

Ρωσική σαλάτα

Η ρώσικη σαλάτα ή στα ρωσικά σαλάτα Ολιβιέ (салат Оливье) είναι σπεσιαλιτέ της ρωσικής και ουκρανικής κουζίνας, δημοφιλής και στα Βαλκάνια.

Η πρωτότυπη συνταγή της σαλάτας επινοήθηκε το 1860 από τον Λυσιέν Ολιβιέ, σεφ στο εστιατόριο Ερμιτάζ, ένα από τα πιο διάσημα της Μόσχας. Η σαλάτα αυτή έγινε ταχύτατα πολύ δημοφιλής στους τακτικούς θαμώνες του Ερμιτάζ, και εξελίχθηκε σε σπεσιαλιτέ του εστιατορίου.

Η ακριβής συνταγή κρατήθηκε με επιμέλεια μυστική, αλλά είναι γνωστό ότι η σαλάτα περιείχε αγριόγαλο, γλώσσα μοσχαρίσια, χαβιάρι, μαρούλι, ουρές από καραβίδα, κάππαρη, γκέρκιν, αγγούρι, καλά βρασμένα αυγά και πιθανότατα σπόρους σόγιας. Άλλα αναφερόμενα υλικά περιελάμβαναν τρούφες, κύβους από τζελ και καπνιστή πάπια, αν και πιθανολογείται ότι η συνταγή τροποποιούνταν ανάλογα με την εποχή.

H γνήσια ντρέσινγκ του Ολιβιέ ήταν ένας τύπος μαγιονέζας, φτιαγμένος από Γαλλικό κρασί και ξύδι, μουστάρδα και ελαιόλαδο από την Προβηγκία. Η ακριβής εντούτοις συνταγή του παραμένει άγνωστη.

Στο γύρισμα του 20ο αιώνα, ένας από τους βοηθούς σεφ του Ολιβιέ, ο Ιβάν Ιβάνοφ, αποπειράθηκε να κλέψει την συνταγή. Ενώ ετοίμαζε το ντρέσινγκ ένα απόγευμα, μόνος του όπως συνήθιζε ο Ολιβιέ, ξαφνικά τον κάλεσαν για κάτι επείγον. Αρπάζοντας την ευκαιρία ο Ιβάνοφ τρύπωσε την ιδιωτική κουζίνα του Ολιβιέ και είδε τα υλικά προετοιμασίας, πράγμα που του επέτρεψε να κάνει λογικές υποθέσεις σχετικά με την συνταγή του περίφημου ντρέσινγκ του Ολιβιέ. Στην συνέχεια ο Ιβάνοφ έφυγε από το εστιατόριο του Ολιβιέ και πήγε να εργαστεί ως σεφ στο εστιατόριο Μοσκβά, κάπως κατώτερο σε φήμη, όπου άρχισε να σερβίρει μια κατ’ υποψίαν παρόμοια σαλάτα με το όνομα «Σταλίτσνϊι» (ρωσικά: Столичный, σαλάτα της πρωτεύουσας). Αναφέρεται από του καλοφαγάδες της εποχής, εντούτοις, ότι το ντρέσινγκ της σαλάτας Σταλίτσνϊι ήταν χαμηλότερης ποιότητας από αυτό της Ολιβιέ, υπονοώντας ότι της «έλειπε κάτι».

Αργότερα, ο Ιβάνωφ πούλησε την συνταγή για την σαλάτα σε διάφορους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι με την σειρά τους συνεισέφεραν στην εκλαϊκευσή της. Ένεκα του γεγονότος ότι το εστιατόριο Ερμιτάζ έκλεισε το 1905 και της αναχώρησης της οικογένειας Ολιβιέ από την Ρωσία, η σαλάτα μπορούσε να αναφέρεται πλέον ως «Ολιβιέ.»

Μια από τις πρώτες δημοσιευμένες συνταγές για την σαλάτα Ολιβιέ, από την Αλεξάνδροβα, εμφανίστηκε το 1894, χρειαζόταν μισή γαλοπούλα, δύο πατάτες, ένα μικρό αγγούρι, 3-4 φύλλα μαρουλιού, 3 μεγάλες ουρές από καραβίδες, 1/4 ζελέ ζωμού κρέατος, 1 μικρή κουταλιά κάπαρη , 3-5 ελιές και μαγιονέζα.

Τη σοβιετική εποχή η σαλάτα Oλιβιέ ήταν αγαπημένο φαγητό που μαγειρεύανε σε διάφορες γιορτές και ιδιαίτερα την Πρωτοχρονιά. Στη σημερινή Ρωσία η σαλάτα Oλιβιέ αρκετά συχνά υπάρχει στο γιορτινό τραπέζι και καταναλώνεται συνήθως τον χειμώνα γιατί δεν υπάρχουν πολλά και φτηνά φρέσκα λαχανικά όπως το καλοκαίρι.

Όπως συμβαίνει αναπόφευκτα με συνταγές γκουρμέ που γίνονται δημοφιλείς, εκείνα τα υλικά της σαλάτας που είναι σπάνια, ακριβά, εποχικά ή δύσκολα στη προετοιμασία, αντικαταστάθηκαν σταδιακά με φτηνότερα και περισσότερο διαθέσιμα τρόφιμα, μέχρι που εξελίχθηκε σε αυτό το πιάτο που γνωρίζουμε σήμερα. Οι Ρώσοι σίγουρα γελάνε όταν βλέπουν τη δική μας ρωσική σαλάτα.

Ποιος μας παίρνει τον χρυσοφόρο πυρίτη;

Με λένε χρυσοφόρο πυρίτη και στα 2013-2014 οδεύω προς την Κίνα... Ευελπιστώ κάποτε να μένω στον τόπο μου την Ελλάδα και να παράγω ουγγιές... Ουγγιές από χρυσάφι!

Σύμφωνα με τα στατιστικά για τον Ορυκτό Πλούτο που τηρεί σε ετήσια βάση το ΥΠΕΚΑ, εντός του 2013 η εταιρεία ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ κατεργάστηκε 552,6 χιλ. τον. παλαιού τέλματος της περιοχής Ολυμπιάδας, από την οποία προήλθαν περίπου 64.837 τον. συμπυκνώματος χρυσοφόρου αρσενοπυρίτη, με μέση σύσταση Ag= 40,52 gr/τον. και Au=22,50 gr/τον. Η κατεργασία αυτή έγινε στο πλαίσιο αποκατάστασης του περιβάλλοντος της περιοχής Ολυμπιάδας στη Χαλκιδική από τις παλαιές μεταλλευτικές εκμεταλλεύσεις. Από το συμπύκνωμα αυτό διατέθηκαν στην Κίνα 49.832 τον. αξίας 21,3 εκατ. ευρώ. Οι Κινέζοι κατεργάζονται το συμπύκνωμα αυτό και παράγουν χρυσό.

Αν η κατεργασία του αρσενοπυρίτη γινόταν στον τόπο μας θα μπορούσαν να παραχθούν πάνω από 50 χιλ. ουγγιές χρυσού, μόνο για το 2013. Η ιδιαίτερη σημειολογία είναι ότι η χώρα μας θα μπορούσε -για πρώτη φορά στα νεότερα χρόνια- να καταστεί παραγωγός χρυσού, και μάλιστα από εργασίες αποκατάστασης περιβάλλοντος οι οποίες λαμβάνουν χώρα στα 265 στρέμματα των τελμάτων της παλαιάς εκμετάλλευσης στην Ολυμπιάδα, όπου περιέχονται συνολικά πάνω από 2,4 Mt χρυσοφόρου πυρίτη. Δηλαδή, θα επιτυγχάναμε ταυτόχρονα και αποκατάσταση περιβάλλοντος και παραγωγή χρυσού!

Δυστυχώς, οι χρυσοφόροι πυρίτες, εξαιτίας της μη ύπαρξης μεταλλουργικής μονάδας παραγωγής χρυσού στον τόπο μας, εξάγονται στην Κίνα και την υπεραξία καρπούται η χώρα αυτή. Επισημαίνεται ότι η κατασκευή μεταλλουργικής μονάδας προβλέπεται στον Ν.3220/04 που κύρωσε την μεταβίβαση των Μεταλλείων Κασσάνδρας στην Ελληνικός Χρυσός ΑΕ, αλλά η υλοποίησή της δεν έχει καταστεί δυνατή μέχρι σήμερα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το ελληνικό μάρμαρο που οδεύει σήμερα κατά δεκάδες χιλιάδες κυβικά ετησίως στην Κίνα, με τη μορφή των ανεπεξέργαστων όγκων. Οι Κινέζοι αποτελούν μια τεράστια αγορά που σαρώνει τα πάντα. Εντούτοις, πάνω από το 60% των εισαγωγών τους είναι αγαθά που απλώς μεταφέρονται στη χώρα αυτή για να υποστούν επεξεργασία. Και φυσικά η Κίνα καρπούται σε μεγάλο βαθμό τις υπεραξίες, από τα φτηνά εργατικά χέρια που διαθέτει σε αφθονία. 

Με ρωτούν συχνά τι ανάπτυξη να κάνουμε αντί της παροχής υπηρεσιών «κατανάλωσης» κάθε είδους, είτε αυτές περιορίζονται στην εστίαση είτε επεκτείνονται στην «ξαπλώστρα» και την αυθαίρετη δόμηση  πάνω στο κύμα, υπηρεσίες όπου άλλωστε εξαντλείται σε μεγάλο βαθμό το όραμά μας για τον τουρισμό. Να λοιπόν μια διέξοδος. Η καθετοποίηση των παραγωγικών μονάδων αφήνει προστιθέμενη αξία και μάλιστα με πολλαπλασιαστικό όφελος, προσφέροντας ταυτόχρονα εργασία μονιμότερη αλλά και πλέον εξειδικευμένη, άρα καλύτερα αμειβόμενη. Αρκεί σε κάθε περίπτωση να μην διακυβεύονται υπερκείμενα στην τάξη αγαθά: η ασφάλεια, η υγεία, το περιβάλλον, ο πολιτισμός.

Και κάτι ακόμη. Όπως μια επανάσταση γίνεται από πολλές μικρές επαναστάσεις, έτσι και η ανάπτυξη υλοποιείται από πολλές μικρές παραγωγικές «success stories» που λειτουργούν ως θρυαλλίδα ανάπτυξης. Ως «φιτίλι» που πυροδοτεί τον μηχανισμό της ανάπτυξης.

Πηγή : protagon

  • Κατηγορία BLOGS
  • 0