ενημέρωση 3:17, 19 May, 2026

Αγγελάκας: Είμαστε άντρο απατεώνων και ηλιθίων

«Μια χαρά Δικτατορία είμαστε! Ποδόσφαιρο, "Να η ευκαιρία" και... σιωπή! λέει ο Γιάννης Αγγελάκας, που αύριο βράδυ εμφανίζεται στο θέατρο Βράχων, στο Βύρωνα, έχοντας στις αποσκευές του όχι μόνο τις ροκ μουσικές του, που ξυπνάνε νεκρό, και το ρεμπέτικο, που αγάπησε με πάθος, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Θα παρουσιάσει και μέρος απ' τη δουλειά που έχει κάνει σκύβοντας στην εγχώρια μουσική παράδοση, για την οποία έχει φτάσει στο σημείο να πιστεύει ότι «σαν να υπήρχε στο DNA μου. Ηταν, δηλαδή, σα να χρωστούσα κάτι σ' αυτήν τη μουσική».

- Πέρσι τέτοια εποχή, λίγο μετά το φόνο του Παύλου Φύσσα, κλείσατε τη συναυλία σας στο Βύρωνα με τη φράση «Να προσέχουμε το φασίστα που κρύβουμε μέσα μας». Ο κόσμος απογοητεύτηκε, θυμάμαι, η φόρτιση ήταν μεγάλη, περίμενε να πείτε κάτι πιο οργισμένο. Πέρασε κιόλας ένας χρόνος απ' τη δολοφονία. Βλέπετε να έχει αλλάξει κάτι;

«Τι να 'χει αλλάξει; Τίποτα δεν άλλαξε. Ενα χρόνο μετά, υπάρχει ακόμα ένα 8-10% έτοιμο να ψηφίσει αυτούς που σκοτώνουν παιδιά και βαράνε ξένους. Ντρέπομαι που ένα τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού μας συμφωνεί με όλη αυτή την εγκληματική βλακεία. Αυτό που είχα πει και προκάλεσε αντιδράσεις -μου γράφανε στο twitter "δηλαδή, αν μας την πέφτουν οι φασίστες, εμείς θα κάνουμε διαλογισμό;"- δεν ήταν μια σκέψη της στιγμής. Πιστεύω ότι ο φασισμός είναι μια δύναμη στην κοινωνία που υπήρχε και απλώς βρήκε την ευκαιρία να εκφραστεί. Μίλησα για έναν πνευματικό αγώνα κατά του σκοταδιού που έχουμε μέσα μας και του σκοταδιού που γεννιέται συγκεκριμένες εποχές στην κοινωνία. Πάντα σε εποχές κρίσης οι ακροδεξιοί ήταν η λύση, το φρένο στο να προχωρήσει μια κοινωνία είτε σε πιο φιλελεύθερα είτε σε αριστερά μοτίβα. Οποτε ο καπιταλισμός ήταν σε κρίση αμολούσε τα ακροδεξιά σκυλιά».

- Το προχώρημά μας προς μοτίβα αριστερά προϋποθέτει προσκυνήματα στο Αγιον Ορος;

«Δεν πιστεύω σ' αυτή την Αριστερά, όπως δεν πιστεύω στο ΚΚΕ. Κι οι δύο διατηρούν τα μαγαζάκια της αντιπολίτευσης και πασχίζουν να τα κρατήσουν ανοικτά. Οταν ξεκινούσε η κρίση, θεωρούσα ότι ήταν μια ευκαιρία να ξυπνήσουνε μερικά πράγματα μέσα μας, όπως η συλλογικότητα. Αντ' αυτού, ξύπνησε το τέρας τη Χρυσής Αυγής και η ανοησία της ψευτοαριστεράς, που πηγαίνει από εδώ κι από εκεί και τα βρίσκει με τους πάντες - απ' την Ευρώπη μέχρι την Εκκλησία. Και δυστυχώς, οι άνθρωποι ακόμα πιστεύουνε στα κόμματα κι ότι θα βρεθεί ο βοσκός που θα τα πάει σε ένα καλύτερο μέρος! Αλλά κανένας δεν αναλαμβάνει πραγματικά την ευθύνη τού τι θα κάνουμε όλοι μαζί».

- Η συλλογικότητα έχει πεθάνει;

«Δεν ξέρω αν έζησε ποτέ σε αυτή τη χώρα!»

- Την ώρα που ανακοινώθηκε ο ΕΝΦΙΑ εμφανίστηκε, πάντως, ως μάννα εξ ουρανού, η Αμφίπολη.

«Αν ξαφνικά νομίζουμε ότι όλα τα θέματά μας είναι ένας ωραίος τάφος, μια χαρά είμαστε! Αλλά, πραγματικά, δεν καταλαβαίνω γιατί έχει γίνει η Αμφίπολη reality!».

- Ακόμη κι ο πρωθυπουργός στην ομιλία του στη ΔΕΘ επικαλέστηκε τους καλούς οιωνούς που του γνέφουν απ' την Αμφίπολη! Σε ποιους απευθύνεται;

«Σε ηλίθιους! Αυτός ο τόπος ήταν πάντοτε -αλλά ειδικά σήμερα είναι ολοφάνερο!- ένα άντρο απατεώνων και ηλιθίων. Τίποτα άλλο. Και κάποιοι ευαίσθητοι πολίτες που κυκλοφορούν ανάμεσα σε αυτά τα δύο όρια νιώθουν αμήχανοι και μόνοι. Αγωνιούν, αλλά δεν ξέρουν από πού να πιαστούνε. Ομως αυτό συνέβαινε σε τούτη τη χώρα πάντα. Το ευαίσθητο και το πιο έξυπνο κομμάτι του πληθυσμού τρεπόταν σε φυγή. Ή έφευγε σε εξορίες ή πήγαινε μετανάστης, όπως τώρα τα καλύτερα παιδιά μας που φεύγουν έξω».

- Ακούσατε τις ομιλίες στη ΔΕΘ;

«Τις διάβασα στο Ιντερνετ. Και βλέπω την ιστορία να κάνει κύκλους. Κάποιος, εν μέσω κρίσης, υπόσχεται ότι θα μας τα δώσει όλα! Δεν νομίζω ότι είναι σοβαρά πράγματα αυτά. Λυπάμαι. Ακόμα και αν έχουν κάποια διάθεση να κάνουν καλό σε αυτό τον τόπο, δεν νομίζω ότι θα τους είναι εύκολο».

- Ο κόσμος έχει να πληρώσει τον ΕΝΦΙΑ;

«Πιστεύω, πέρα από τον ΕΝΦΙΑ, αρκετός κόσμος δεν έχει να βγάλει το μήνα - ακόμα και άνθρωποι που δουλεύουνε απ' το πρωί μέχρι το βράδυ αλλά για ξεφτιλομεροκάματα. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό το πράγμα. Εφτασε στον πάτο. Οι μάσκες έχουν πέσει. Μπορεί να βγάζει ο κόσμος την οργή του, αλλά κανένας δεν βρέθηκε να απαιτήσει μια καλύτερη Δημοκρατία, μια αληθινή Δημοκρατία. Γιατί αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι μια γελοιότητα».

- Πού βλέπετε μια προοπτική; Οι νεότερες γενιές τι πρέπει να κάνουν, σε τι μπορούν να ελπίζουν;

«Οι νεότερες γενιές πρέπει να δούνε πού την έχουν πατήσει οι προηγούμενες γενιές. Αλλά να το δουν πραγματικά. Να ξεβρακωθούμε κι εμείς μπροστά στα παιδιά, να δούνε πώς φτάσαμε στη σημερινή μικροπολιτική, στον κατακερματισμό και στην κρίση, όπου χτυπούσαν τη μια κάστα και το τάδε επάγγελμα και οι υπόλοιποι σωπαίνανε. Και σιγά σιγά ήρθε η σειρά όλων μας, αλλά πάλι κανένας δεν μίλησε. Και σήμερα όλοι είναι παραδομένοι και υπνωτισμένοι. Και απλά αγανακτήσαμε, αλλά δεν αποφασίσαμε ποτέ να κάνουμε κάτι για να πάει το πράγμα ένα βήμα μπροστά. Ηρθε όμως η ώρα καθένας μας να αναλάβει μια ευθύνη για όλα όσα δεν μπορεί πια να περιμένει ούτε από τους πολιτικούς ούτε από κανέναν. Γιατί αν εμείς, αν η ίδια η ψυχή μας ζητήσει καλύτερους πολιτικούς, θα βρεθούνε, θα υπάρξουνε. Απ' τη μια έχουμε τα ακροδεξιά τομάρια της Χρυσής Αυγής και από την άλλη τους ανίκανους δήθεν δεξιούς και δήθεν αριστερούς και όλο αυτό το καλαμπούρι. Θα μπορέσει να τα δει όλα αυτά η νέα γενιά και να κάνει το άλμα, το κβαντικό άλμα να πάει παραπέρα; Μπας και γίνουμε ποτέ χώρα; Γιατί τι είναι το ζητούμενό μας; Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, μερικά βασικά πράγματα για να μπορούμε να ζούμε ανθρώπινα διατηρώντας την αξιοπρέπειά μας».

- Κανείς δεν έχει τη διάθεση να εξεγερθεί, να επαναστατήσει.

«Δεν είναι θέμα εξέγερσης. Είναι θέμα σκέψης, θέμα αντίληψης. Να αλλάξουμε τη γωνία από όπου βλέπουμε τα πράγματα, γιατί μας έχουν θολώσει το τοπίο. Δεν ξέρουμε πραγματικά τι γίνεται και κυρίως δεν ξέρουμε τι μας ενώνει. Και το μόνο που συμβαίνει είναι να κυκλοφορούμε σαν νευρωτικοί και ο ένας εναντίον του άλλου. Αυτό είναι η λύση;»

- Ζήσαμε το παραμύθι της ευμάρειας απενοχοποιημένα. Ομως αυτό που υφίσταται ο ελληνικός λαός σήμερα το άξιζε;

«Κάθε λαός έχει τους πολιτικούς -και τους καλλιτέχνες- που του αξίζουν! Ομως, δεν νομίζω ότι του ελληνικού λαού του άξιζε όλη αυτή η ξεφτίλα. Κι η ιστορία δεν είναι να φορτώσουμε ενοχές τον κόσμο. Η ιστορία είναι να φορτώσουμε τον κόσμο καθαρότητα. Να μπορέσουμε να επικονωνήσουμε καθαρά και να δούμε πως είμαστε όλοι θύματα της ίδιας ιστορίας».

- Παρακολουθήσατε τον ντόρο που προκάλεσε ο αντιρατσιστικός νόμος;

«Στην Ελλάδα ανακαλύπτουμε έναν όρο όταν δεν υπάρχει πια καμιά ελπίδα να λειτουργήσει. Αν και, κατά βάθος, ακόμα και την εποχή της ευμάρειας ο Ελληνας ρατσιστής ήταν. Θυμάμαι τους Αλβανούς που δεν τους γουστάραμε καθόλου ενώ μας χτίζανε το οικονομικό μας θαύμα. Το mainstream, η κυρίαρχη τάση που δημιουργεί τα αισθητικά status πάντα ήταν ξενοφοβική και κρυπτορατσιστική».

- Η τέχνη, η μουσική, μια συναυλία τι μπορούν να πουν, να μεταδώσουν στο νευρωτικό, έτοιμο να αρπαχτεί, μιζεριασμένο μικροαστό;

«Δεν ξέρω τι μπορεί να πει η τέχνη. Εγώ έχω μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό γιατί ήδη από τα καλά χρόνια -σε εισαγωγικά- μέχρι τα κακά σημερινά χρόνια του οικονομικού ξεπεσμού είχαμε ιδιαίτερα ακροατήρια. Ανθρώπους που δεν τους ταΐζαμε μασημένη τροφή. Δεν παίξαμε ποτέ το παιχνίδι του mainstream».

- Πάντως, δεν καθαρίσαμε από ό,τι ξέρασε το lifestyle τα τελευταία χρόνια.

«Μα ποιος οδηγεί την αισθητική μας τόσο χαμηλά; Ποιος εκπέμπει όλη αυτή την αθλιότητα, τη δουλικότητα και την κακογουστιά; Εγώ ακούω ότι πηγαίνουν κατά χιλιάδες στην Πάολα, στον Παντελίδη και στον Ρέμο. Μια χαρά Δικτατορία είμαστε! Ποδόσφαιρο, "Να η ευκαιρία" και... σιωπή!»

- Πιστεύετε σε κάτι;

«Στην εξέλιξη. Αλλά τη βλέπω να πηγαίνει πάρα πολύ αργά. Παρ' όλα αυτά πιστεύω ότι όλα θα γίνουν καλύτερα μια μέρα. Οχι μόνο για τον τόπο μας. Και στον πλανήτη».

Πηγή : tvxs 

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι

Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι,Δημήτρης Στεφανάκης,εκδόσεις Ψυχογιός
"Καλοκαιρινό ταξίδι στο χρόνο και στη φιλοσοφία."
 
Κριτική του βιβλίου από τη Χαριτίνη Μαλισσόβα
 
Μετά από ένα ταξίδι στο χρόνο, μέσα από την αφηγηματική δεινότητα του Δημήτρη Στεφανάκη,στο βιβλίο "Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι"(εκδόσεις Ψυχογιός) ο Αλμπέρ Καμύ βρίσκεται ολοζώντανος το καλοκαίρι του '98 στη Μύκονο,40 χρόνια μετά το θάνατό του.

Σκοπός της Αριάδνης που τον επαναφέρει στο γεμάτο από φως και λάμψη νησί ,(το οποίο είχε επισκεφθεί ο ίδιος ο Καμύ μετά την απονομή του Νόμπελ λογοτεχνίας.) είναι να τελειώσει το ημιτελές του μυθιστόρημα" ο πρώτος άνθρωπος". Ο Δημήτρης Στεφανάκης, στο βιβλίο του ,γνώστης και μελετητής του κεντρικού του ήρωα καθιστά σαφές ότι πρόκειται για ένα καθαρόαιμο μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Καμύ, τη Μεσόγειο και το ελληνικό καλοκαίρι. Με ένα άκρως ελκυστικό, καλοκαιρινό και καλαίσθητο εξώφυλλο,στο οποίο δεσπόζει ο ανεμόμυλος,σήμα κατατεθέν των ελληνικών νησιών και του ελληνικού καλοκαιριού ,αλλά και μέσα στις 250 καλογραμμένες και με γλαφυρή ,κινηματογραφική αφήγηση σελιδες του βιβλίου,ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός μιας άκρως ενδιαφέρουσας περιήγησης σε φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές αναζητήσεις υπό το άπλετο ελληνικό φως.
 
Άνθρωποι σύγχρονοι ,αλλά και φιλόσοφοι,σύγχρονοι του Καμύ,δίνουν δυναμική στο κείμενο,μια και ο καθένας, "ιδιοφυής με τον τρόπο του" δίνουν ώθηση στο ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη της μυθοπλασίας. Με αποφθεγματικό λόγο,που σε ωθεί να θες να διαβάσεις ξανά και ξανά πολλά κομμάτια του μυθιστορήματος,η γραφή του Στεφανάκη τείνει να είναι κλασική και διαχρονική,μεταφέροντας παράλληλα τον αναγνώστη σε διαστάσεις του χρόνου ο οποίος φαίνεται βασικός άξονας και πρωταγωνιστής της ιστορίας.
 
Ένα ενδιαφέρον βιβλίο το οποίο,προσωπικά διάβασα με μια ανάσα,και ανέτρεξα αρκετές φορές στις σελίδες του.Μια μυθοπλασία που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν και πότε πρέπει να δίνουμε δεύτερη ευκαιρία ατους εαυτούς μας και στους άλλους,αφού ,όπως ο συγγραφέας αναφέρει: "δεν μπορείς να μπεις για δεύτερη φορά στον ίδιο ποταμό", μπορείς όμως να βιώσεις όσα σου επιτρέψει να "συλλαβίσεις" η ροή του...
 
Ένα ταξίδι στις Κυκλάδες και στο φως, που συμφιλιώνει τη ζωή με τον θάνατο, ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και τη λογοτεχνία, για τη φιλοσοφία και τα απωθημένα της ψυχής.
 
Είναι ο θάνατος το αναπάντεχο τέλος που κόβει οριστικά το νήμα της ζωής και της δημιουργίας, ή υπάρχει κάποτε μια δεύτερη ευκαιρία για να ολοκληρώσει κανείς ό,τι άφησε; Οι απαντήσεις στο βιβλίο,αλλά και εντός μας.
 
Το καλοκαίρι εξάλλου είναι τόσο όμορφο,ώστε επιβάλλεται να το συλλαβίζουμε για να κρατήσει,όσο είναι δυνατόν ,περισσότερο. "Το καλοκαίρι είναι αήττητο."

Όχι, δεν είναι γκασπάτσο!

Έφτασε η εποχή της κρύας σούπας. Στην αρχή του καλοκαιριού ακόμα απολαμβάνουμε τη ζέστη, δε χρειαζόμαστε αντίδοτο. Όταν πιάσουν όμως οι γερές ζέστες αρχίζουμε να λαχταράμε δροσερό φαγητό, απλό και ευκολοφάγωτο. Στο σπίτι μας, με τις ισπανικές διασυνδέσεις, η αγαπημένη μας καλοκαιρινή σούπα είναι μια ανδαλουσιανή ντοματόσουπα και, όπως σας πρόλαβα στον τίτλο, δεν είναι το γκασπάτσο. Καλό είναι και το γκασπάτσο, η υγρή σαλάτα, και προσεχώς θα σας μιλήσω και γι' αυτό στις διάφορες παραλλαγές του, αλλά πρώτα έρχεται το «σαλμορέχο» από την περιοχή της Κόρδοβας.

Απαραίτητη προϋπόθεση: πρέπει να σας αρέσει το σκόρδο. Στην Ισπανία δεν υπάρχει κομπλεξική αντιμετώπιση του σκόρδου και της κατανάλωσής του. Δεν θεωρείται κοινωνικά επιλήψιμο, ούτε ερωτικά απωθητικό. Εκεί, ούτε και σε καμμιά άλλη χώρα, δεν έχω ακούσει ποτέ ζευγάρι να διαπραγματεύεται την απόλαυσή του στο στυλ «ή και οι δύο ή κανένας».
Αυτή είναι καθαρά ελληνική δυναμική.

Άλλη απαραίτητη προϋπόθεση: να έχουν βγει οι αληθινές ντομάτες, κόκκινες, γλυκές, ζουμερές και ωριμασμένες πάνω στη ντοματιά. Η τρίτη προϋπόθεση είναι το άριστης ποιότητας παρθένο ελαιόλαδο. Να θυμάστε ότι η αρετή της σούπας αυτής είναι η απλότητα, η φρεσκότητα και η γνησιότητα των υλικών.

Την έμαθα από τον φίλο μας τον Ραφαέλ, που μεγάλωσε στη Λόχα της Ανδαλουσίας, και μας έλεγε ότι αποτελεί σε όλη την περιοχή το καλοκαιρινό βραδινό παιδικό φαγητό, μαζί με... πατάτες τηγανητές. Περιττό να σας πω ότι ο συνδυασμός αυτός έχει γίνει και η δική μας (και των φιλοξενούμενών μας) αγαπημένη, καλοκαιριάτικη γουρουνιά.

Σαλμορέχο Κορντομπέζε

Υλικά

  • 15 ώριμες ντομάτες
  • μισό πακέτο ψωμί σάντουιτς χωρίς κόρες (αν είναι από φούρνο και όχι βιομηχανικό, τόσο το καλύτερο)
  • 1½ φλιτζάνι καλό ελαιόλαδο
  • 10 σκελίδες σκόρδο λειωμένες
  • 1 κουταλιά καλό, δυνατό ξύδι
  • αλάτι και φρεσκοαλεσμένο πιπέρι

(Οι ποσότητες είναι στο περίπου και εξαρτώνται από τα γούστα του καθενός - πιο πολύ σκόρδο για πιο δυνατή, πιο πολύ ψωμί για πιο παχύρρευστη, πιο πολύ λάδι για πιο λεία, κλπ.)

Οδηγίες
Ξεφλουδίζουμε και ξεσποριάζουμε τις ντομάτες, τις αλατίζουμε και αφήνουμε να στραγγίξουν λίγη ώρα στο σουρωτήρι. (Το ζουμί το βάζουμε στο ψυγείο και το πίνουμε ως ντοματόζουμο).
Τις πολτοποιούμε σε μηχάνημα κουζίνας. Προσθέτουμε στον πολτό το σκόρδο και το ψωμί κομμένο με το χέρι σε κομμάτια. Το αφήνουμε να μουλιάσει για 15 λεπτά.

Πολτοποιούμε πάλι στην πιο δυνατή ταχύτητα και όταν ο πολτός είναι πια λείος, προσθέτουμε λίγο - λίγο το λάδι δουλεύοντας το συνέχεια. Η τελική υφή πρέπει να είναι κρεμώδης.
Στο τέλος προσθέτουμε το ξύδι και πρόσθέτουμε και άλλο αλάτι, αν χρειάζεται. Βάζουμε στο ψυγείο για τουλάχιστον 8 ώρες και σερβίρουμε σε μπολ με φρεσκοαλεσμένο πιπέρι κατά βούληση.

Στην Ισπανία προσφέρεται προαιρετικά ως γαρνίρισμα ψιλοκομμένο jamon iberico ή και ψιλοκομμένο αυγό σφιχτό. Εμείς το προτιμάμε σκέτο αλλά εδώ. στην Κέρκυρα, το έχω σερβίρει και με ντόπιο «νούμπουλο». Επίσης, αν θέλετε, έχετε από δίπλα ψιλοκομμένο δυόσμο.

 

Γαλλικά φιλιά του φθινοπώρου

Με γαλλικά φιλιά ξυπνήσαμε πολλές Κυριακές (έτσι καθιέρωσε η Αναστασία Λαμπρία να λέγονται τα french toasts εντός bostanistas), μετά τα αρωματίσαμε με λεμόνι και τζίντζερτα στριφογυρίσαμε γεμίζοντάς τα σοκολάτα και η πρωτομαστόρισσα τα εξελλήνισε ακομπανιάροντάς τα με φέτα και θυμάρι. Και μπορεί μία από τις γνωστές ονομασίες τους να είναι “pain perdu” (που στα γαλλικά μεταφράζεται ως το ψωμί που χάθηκε, που πήγε στράφι), ωστόσο μόνο για χαμένη υπόθεση δεν πρόκειται: το κομμάτι από το χθεσινό ή και προχθεσινό καρβέλι, που περίσσεψε, δεν πετιέται αλλά γίνεται λιχουδιά πρώτη για το λασκάτο πρωινό του σαββατοκύριακου που από σήμερα αχνοφαίνεται. Τώρα μάλιστα που δειλά - δειλά πιάνουν τα κρύα, θα τους φορέσουμε τα φθινοπωρινά τους, μήλα μελωμένα και κανέλα, για να πάρουν τα «γαλλικά φιλιά» κάτι από τη γεύση της εποχής.

Photo: abuckscountykitchen.com

Για περίπου 10 φέτες ψωμιού (κομμένες σε πάχος 2 εκατοστών) χρειαζόμαστε:

  • 2 κ.σ. κρυσταλλική ζάχαρη
  • 4 κ.γλ. κανέλα
  • 1 φλιτζ. γάλα
  • λίγο αλάτι
  • 4 αυγά
  • 4 κ.σ. βούτυρο
  • λίγο λάδι για τηγάνισμα
  • 2 μήλα κομμένα σε λεπτές φέτες
  • 1 φλιτζ. μέλι αραιωμένο με 3 κ.σ. ζεστό νερό

Ξεκινάμε με τον φούρνο, που τον ζεσταίνουμε στους 200 βαθμούς. Διαλέγουμε μια πλατιά πιατέλα ή στρώνουμε μια σχάρα με χαρτί φούρνου και την αφήνουμε στο πλάι, θα χρειαστεί εντός ολίγου.

Έχουμε φροντίσει να κόψουμε πρωτύτερα τα μήλα σε λεπτές φέτες. Σ' ένα μεγάλο αντικολλητικό τηγάνι και μέτρια φωτιά λιώνουμε 2 κ.σ. βούτυρο. Ρίχνουμε εκεί τα μήλα και τα γυρίζουμε ώσπου να ροδίσουν - τότε αδειάζουμε το αραιωμένο μέλι (σε ρόλο σιροπιού σφενδάμου, που δεν έχουμε όλοι στα ντουλάπια μας), ανακατεύουμε να τα τυλίξει και πασπαλίσουμε με 1 κ.γλ. κανέλα. Αφήνουμε το τηγάνι κατά μέρος σκεπάζοντάς το με το καπάκι του ή μ' ένα πλατύ πιάτο, για να διατηρηθούν τα μελωμένα μήλα ζεστά.

Ζεσταίνουμε ένα δεύτερο τηγάνι σε μέτρια προς δυνατή φωτιά και κατόπιν, σε άνετο μπολ, ανακατεύουμε τη ζάχαρη με την υπόλοιπη κανέλα. Προσθέτουμε το γάλα, το αλάτι και τα αυγά, ανακατεύοντάς τα με τον αυγοδάρτη μέχρι να ενωθούν. Παίρνουμε μία προς μία τις παχουλές, κομμένες φέτες του ψωμιού και τις βουτάμε εκεί φροντίζοντας να βραχούν καλά ενώ στο τηγάνι ρίχνουμε 1 κ.σ. βούτυρο και 1 λάδι. Τοποθετούμε τις πρώτες 3 ή 4 φέτες (αποφεύγουμε το στρίμωγμα) και τις αφήνουμε να ροδίσουν - το ίδιο και από την άλλη πλευρά. Μέχρι να ετοιμαστούν όλες, θα πρέπει να διατηρηθούν ζεστές, οπότε τώρα επιστρατεύουμε την πιατέλα ή τη στρωμένη με χαρτί σχάρα και τις βάζουμε στον ζεσταμένο φούρνο ώσπου να ολοκληρώσουμε. Αν το τηγάνι στεγνώσει, το καθαρίζουμε γρήγορα με λίγο απορροφητικό χαρτί και ανανεώνουμε με άλλες δύο κουταλιές από βούτυρο και λάδι.

Μόλις τελειώσουμε με τις φέτες, τις απλώνουμε στα πιάτα και σερβίρουμε με τα μήλα που καραμελώσαμε. Λίγο μέλι ακόμα από πάνω; Ναι. Άχνη ζάχαρη για βαρβάτη γλύκα; Ναι. Κανέλα επιπλέον σε κάθε φέτα; Ε, ναι.