ενημέρωση 5:10, 20 May, 2026

Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar

Δημιούργημα της άσημης ολλανδικής φίρμας Vencer, που βρίσκεται μόλις στον τέταρτο χρόνο της ύπαρξής της, το supercar με την ονομασία Sarthe πρόκειται να βγει στην παραγωγή το 2015 - με τιμή, στην Ολλανδία και προ φόρων, που ξεπερνά τα 270 χιλιάδες Ευρώ.

Έχουν περάσει ήδη δύο χρόνια από την αποκάλυψη των φωτογραφιών του αλλόκοτου Sarthe και ένας χρόνος από την αποκάλυψη του ίδιου του αυτοκινήτου, και τώρα -έπειτα από περίπου 100 αισθητικές και μηχανικές επεμβάσεις- η Vencer είναι έτοιμη για την παραγωγή του αυτοκινήτου. Αυτό έχει πάρει το όνομά του από το γαλλικό ποταμό Sarthe, στις όχθες του οποίου βρίσκεται το δοξασμένο «Circuit de la Sarthe» που φιλοξενεί τις 24 Ώρες του LeMans.


Στην τελική του έκδοση παραγωγής, το Sarthe κινείται από υπετροφοδοτούμενο κινητήρα 6,3 λίτρων, ισχύος 622 ίππων και ροπής 838 Nm στις 4.000 στροφές. Το νέο, σε σχέση με την έκδοση προπαραγωγής, είναι η τοποθέτηση Turbo στον κινητήρα, που επέφερε την αύξηση της ισχύος κατά 112 ίππους.

Με την υπερτροφοδοτούμενη εκδοχή του κινητήρα, η επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα επιτυγχάνεται σε 3,6 δευτερόλεπτα και η ανώτατη τελική ταχύτητα είναι 338 χλμ./ώρα.

Το Sarthe έχει μήκος 4,515 μέτρα (πλάτος 1,984 μ., ύψος 1,190 μ. και μεταξόνιο 2,791 μ.) και η κατανομή του βάρους γίνεται κατά 45 τοις εκατό εμπρός και 55 τοις εκατό πίσω. Το βάρος του είναι 1,390 κιλά χάρη στη χρήση υψηλής αντοχής ατσαλιού, ανθρακονημάτων και αλουμινίου στο δάπεδο. Για την ανάρτηση έχει γίνει η αγωνιστικών προδιαγραφών επιλογή των διπλών ψαλιδιών σε όλους τους τροχούς.

 
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Vencer Sarthe 2015: Ολλανδικό supercar
  • Κατηγορία AUTO-MOTO
  • 0

«Feast of Friends»: Το ντοκιμαντέρ που γύρισαν οι Doors, κυκλοφορεί

To «Feast of Friends» - το ντοκιμαντέρ των Doors, όπου τα ίδια τα μέλη του συγκροτήματος γύρισαν κατά την καλοκαιρινή τους περιοδεία του 1968 - γνωρίζει μετά από 46 χρόνια τα φώτα της δημοσιότητας. Επιμέλεια: Μαρία Αγγελοπούλου

Το χαρακτηριστικό του ντοκιμαντέρ είναι ότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Μάλιστα όταν προβλήθηκε στο φεστιβάλ κινηματογράφου, ενώ ακόμα ζούσε ο Jim Morrison, έλαβε αρνητικές κριτικές. Αλλά ο βασικός λόγος, που έκανε σχεδόν μισό αιώνα να βγει στο εμπόριο ήταν τα νομικά θέματα, που αντιμετώπιζε ο τραγουδιστής κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Η νέα έκδοση αναμένεται στις 11 Νοεμβρίου και θα περιλαμβάνει άγνωστα ρεμίξ και βίντεο από τη δουλειά τους.

«Είναι ένα φανταστικό ντοκιμαντέρ», αναφέρει ο Jim Morrison στο τρέιλερ της ταινίας. «Δεν μπορώ να πω πολλά γι’ αυτό, γιατί δεν το έχουμε ολοκληρώσει ακόμα. Είναι σαν να φτιάχνεται από μόνο του».

Ο σκηνοθέτης Paul Ferrara, που επίσης γύρισε το 1969 την ταινία HWY: An American Pastoral, αφιερωμένη στη ζωή του Morrison, ξεκίνησε τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ τον Απρίλιο του 1968. Το «Feast of Friends» περιλαμβάνει εκτός των άλλων, σχολιασμούς και live συναυλίες. Τα μέλη του συγκροτήματος χρηματοδοτούσαν τα γυρίσματα από μόνοι τους, μέχρι τη στιγμή της σύλληψης του Morrison στο Μαϊάμι, όπου τότε σταμάτησε και η ροή εσόδων τους.

Εκτός από την ταινία, στο DVD και το Blu-ray θα περιλαμβάνεται και έξτρα υλικό. Το πρόσφατα ανανεωμένο «Feast of Friends», συμπεριλαμβάνει πλάνα, με τα μέλη να παίζουν πόκερ, τον Morrison να μιλάει, καθώς και πλάνα από την ηχογράφηση του «WIld Child» στο στούντιο. Θα περιέχεται επίσης ένα σόλο του Robby Krieger, ένα ποίημα του Morrison και μια συμπλοκή που είχαν με τον φωτογράφο Richard Avedon.

Θα συνοδεύεται επίσης με το «The Doors Are Open», ένα βρετανικό ντοκιμαντέρ του 1968 με επίκεντρο την εμφάνιση της μπάντας στο Roundhouse του Λονδίνου.

Τέλος, θα περιλαμβάνει το τραγούδι ‘The End’, το οποίο η μπάντα ερμηνεύει στο Τορόντο σε μια συναυλία τους τον Αύγουστο του 1967. Παράλληλα συνοδεύεται με συνεντεύξεις του Krieger, του Ray Manzarek, του ντράμερ John Densemore και τον μάνατζερ του συγκροτήματος Danny Sugarman.

Το ντοκιμαντέρ, προέρχεται από αντίγραφα της ταινίας που κυκλοφορούσαν για χρόνια παράνομα στην αγορά. Το αρχικό αντίγραφο υποτίθεται ότι ανήκε στον Morrison, το οποίο το είχε πάρει μαζί του όταν μετακόμισε στο Παρίσι. Σύμφωνα με τις φήμες, ο τραγουδιστής άφησε το αντίγραφο μέσα σε μια χάρτινη σακούλα έξω από το σπίτι ενός φίλου του, λίγες μέρες πριν τον θάνατό του. 

Πηγή : tvxs

Κορνήλιος Καστοριάδης: Τώρα είναι η στιγμή να φανταστούμε το μέλλον της δημοκρατίας

Francois Dosse
Castoriadis – Une vie
Editions La Decouverte, 2014, 
σελ. 500, τιμή 25 ευρώ

* Η βιογραφία «Καστοριάδης – Μια ζωή» αναμένεται στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Πόλις

Υπάρχουν βιβλία που γράφονται στο πόδι και προκαλούν απλώς θόρυβο. Ας σκεφθούμε μαζί ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα: το «Ευχαριστώ για τη στιγμή» της Βαλερί Τριερβελέρ, της αλλοτινής συντρόφου του κατακρημνιζόμενου γάλλου προέδρου Φρανσουά Ολάντ. Υπάρχουν όμως και βιβλία που γράφονται με γνώση και κοπιαστική επιμέλεια, εμφανίζονται αθόρυβα και ερεθίζουν ευγενέστερα ανθρώπινα ένστικτα. Αναφερόμαστε στην πρώτη επίσημη βιογραφία του Κορνήλιου Καστοριάδη (1922 - 1997), την οποία συνέγραψε ο 64χρονος ιστορικός Φρανσουά Ντος, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μελετητές των σύγχρονων ρευμάτων στις κοινωνικές επιστήμες στη Γαλλία.


Το βιβλίο υπό τον τίτλο «Castoriadis - Une vie», όπου ο ίδιος παρακολουθεί στενά τη συνύφανση της προσωπικής και πνευματικής πορείας ενός από τους κορυφαίους έλληνες διανοητές του 20ού αιώνα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις La Découverte στις 4 Σεπτεμβρίου, την ίδια ημέρα δηλαδή που κυκλοφόρησε και το πόνημα της πρώην του άλλου Φρανσουά. Κατά τα λοιπά, ουδεμία σχέση. Το πιθανότερο πάντως είναι ότι κανένας βιβλιοπώλης δεν αρνήθηκε να τοποθετήσει στα ράφια του τούτη την πολυσέλιδη βιογραφία που έρχεται να αναδείξει περαιτέρω το έργο μιας «ιδιοφυΐας», σύμφωνα με τον Πιερ Βιντάλ-Νακέ, και να προωθήσει περαιτέρω τη σκέψη ενός «Τιτάνα του πνεύματος» σύμφωνα με τον Εντγκάρ Μορέν.

Αν κάποιος βέβαια ανατρέξει στην εργογραφία του Φρανσουά Ντος αντιλαμβάνεται γρήγορα ποιος είναι αυτός που αποφάσισε να ασχοληθεί με τον άνθρωπο που στοχάστηκε τη «Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας». Προηγήθηκαν κατά σειρά οι βιογραφίες του Πολ Ρικέρ, του Μισέλ ντε Σερτό, του Ζιλ Ντελέζ, του Φελίξ Γκουαταρί και του Πιερ Νορά. Νωρίτερα ο Φρανσουά Ντος είχε γράψει, μεταξύ άλλων, μια δίτομη «Ιστορία του στρουκτουραλισμού». Το πρώτο βιβλίο του ιδίου «Η ιστορία σε ψίχουλα - Από τα Annales στη "Νέα Ιστορία"» εκδόθηκε το 1987 και είναι το μοναδικό που έχει μεταφραστεί ως σήμερα στην ελληνική γλώσσα (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1993). 

Πρόκειται για την ιστορία της πιο γνωστής σύγχρονης ιστοριογραφικής σχολής που ίδρυσαν το 1929 οι Μαρκ Μπλοχ και Λισιέν Φεμπρ, στην οποία παρουσιάζονται τα θεωρητικά προαπαιτούμενα καθώς επίσης τα πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα που συνετέλεσαν στην ανάδυσή της, που την κατέστησαν δηλαδή δυνατή την ίδια ως ιστορικό φαινόμενο. Αυτές οι παράμετροι είναι που ενδιαφέρουν πολύ τον Φρανσουά Ντος, έναν άνθρωπο που έχει αφιερωθεί στις γόνιμες και ριζοσπαστικές ιδέες των άλλων, έναν ιστορικό, ας μας επιτραπεί, της ανθρώπινης διάνοιας.


Ο ίδιος, καθώς ετοιμάζεται να έλθει στην Αθήνα για μια σειρά διαλέξεων τον προσεχή Δεκέμβριο, συνομίλησε με το «Βήμα» για το άρτι εκδοθέν εγχείρημά του να υπενθυμίσει σε όλους μας, Γάλλους και Ελληνες, σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την ελευθερία και τη δημοκρατία εν πάση περιπτώσει, την τεράστια σημασία του έργου που κατέλιπε ο Κορνήλιος Καστοριάδης για την Ιστορία, την κοινωνία και την πολιτική, και για την αυτονομία ασφαλώς, ατομική και συλλογική.
 
Τι ακριβώς σας παρακίνησε, κύριε Ντος, να γράψετε μια βιογραφία του Κορνήλιου Καστοριάδη; Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη ζωή και το έργο του ιδίου συγκεκριμένα;
«Ανέκαθεν θεωρούσα εξαιρετικά σημαντική τη σκέψη του Καστοριάδη αλλά καθυστέρησα κάπως - είναι η αλήθεια - να καταδυθώ στο αχανές έργο του. Ο,τι συνδέει πάντως αυτή τη βιογραφία με τις προηγούμενες είναι ακριβώς το πολυπλόκαμο έργο του διανοητή που εκτείνεται, όπως και στη θαυμάσια περίπτωση του Καστοριάδη, σε ποικίλους τομείς του επιστητού: φιλοσοφία, πολιτική, ιστορία, κοινωνιολογία, ανθρωπολογία, ψυχανάλυση. Οι διανοητές με τους οποίους έχω ασχοληθεί υπερέβησαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τα σύνορα που χαράσσουν και επιβάλλουν οι επιστημονικές πειθαρχίες. Τήρησαν, επιπλέον, μια κριτική στάση απέναντι στον στρουκτουραλισμό.

Η συγγραφή της βιογραφίας του Καστοριάδη κατέστη μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για εμένα να μελετήσω με πιο συστηματικό τρόπο την πνευματική του εργασία, όλα τα γραπτά του και να επωφεληθώ, στη διάρκεια της έρευνάς μου, από τους ειδήμονες του καστοριαδικού στοχασμού και τις μαρτυρίες τους. Η γενναιοδωρία της χήρας του Ζωής μού εξασφάλισε, για δύο και πλέον χρόνια, μια προνομιακή πρόσβαση στο προσωπικό του αρχείο, ένα αρχείο πλουσιότατο επειδή ο ακάματος Καστοριάδης έγραφε χωρίς σταματημό, ένα αρχείο γεμάτο τεκμήρια που μπορεί να αποδειχθούν πολύ χρήσιμα σε έναν ιστορικό, όπως εγώ.

Πρέπει, επίσης, να υπογραμμίσω εδώ και τη συμβολή του Ινστιτούτου Μνήμης των Σύγχρονων Εκδόσεων (IMEC) στη Γαλλία, από όπου συμβουλευόμουν τα αρχεία της ιστορικής πλέον ομάδας "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα" (σ.σ.: τη συνίδρυσε ο Καστοριάδης με τον Κλοντ Λεφόρ το 1948 και άρχισαν ύστερα να εκδίδουν το ομότιτλο περιοδικό). Το ίδρυμα αυτό, εξ όσων γνωρίζω, ετοιμάζεται να υποδεχθεί και να διαφυλάξει το καστοριαδικό αρχείο στο σύνολό του».
 
Γράφετε ότι αυτή η βιογραφία του Καστοριάδη γεννήθηκε ουσιαστικά από ένα παράδοξο. Γιατί;
«Η περίπτωση του Καστοριάδη εγείρει ορισμένα ερωτήματα. Για ποιον λόγο ένας στοχαστής τέτοιου διαμετρήματος, ένας διανοητής τέτοιας διαπιστωμένης εμβέλειας, έμεινε στο περιθώριο κατά το κοινώς λεγόμενο, γιατί αγνοήθηκε από το γαλλικό ακαδημαϊκό κατεστημένο ως το τέλος της ζωής του, και γιατί υπήρξε εν γένει ελλειμματική η αναγνώριση του έργου του; Ο Καστοριάδης ήταν εξ αρχής και πάνω από όλες του τις ιδιότητες ένας φιλόσοφος, έγινε όμως και επαγγελματίας ψυχαναλυτής από το 1973 και διευθυντής σπουδών στην Ανωτάτη Σχολή για τις Κοινωνικές Επιστήμες από το 1979, χωρίς να ξεχνάμε, βεβαίως, ότι εργαζόταν ως οικονομολόγος στον διεθνή Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης από το 1948 ως το 1970. Ο ίδιος καλλιέργησε μια νέα ευαισθησία για την ιστορία, υποστήριξε ότι πρέπει να δούμε την ιστορία ως δημιουργία, και τοποθέτησε ακριβώς την κοινωνικο-ιστορική θέσμιση της κοινωνίας στο κέντρο της φιλοσοφίας του.

Ο Καστοριάδης προσέφερε, με άλλα λόγια, μια νέα κατανόηση της ανθρώπινης κοινωνίας και ιστορίας, ως δημιουργίας και όχι ως υποκείμενης σε αδήριτους ιστορικούς νόμους (ντετερμινισμός). Ανανέωσε, επιπλέον, την πολιτική φιλοσοφία με την πρώιμη και ριζοσπαστική κριτική του - ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 - στη γραφειοκρατική φύση του μαρξιστικού σοβιετικού καθεστώτος το οποίο χαρακτήρισε "γραφειοκρατικό καπιταλισμό". Επιχειρώντας, λοιπόν, να εξηγήσω το παράδοξο στο οποίο αναφερθήκατε διατυπώνω κάποιες εικασίες, κάποιες υποθέσεις...».
 
Ποιες είναι αυτές; Καταλήξατε εν τέλει σε κάποιο συμπέρασμα;
«Η πρώτη υπόθεση έχει να κάνει με τον ανυπότακτο πνευματικό χαρακτήρα του Καστοριάδη, με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν χωρούσε στα σταθερά, και επομένως περιοριστικά, νοητικά σχήματα του εκάστοτε επιστημονικού πεδίου και των μεθοδολογικών ορίων του - έχει να κάνει, δηλαδή, με το πράγματι προμηθεϊκό εγχείρημα στο οποίο αφιερώθηκε ο Καστοριάδης να στοχασθεί ελεύθερα περίπου τα πάντα, κινούμενος σε φαινομενικά ετερόκλητα πεδία των ανθρωπιστικών επιστημών, τέμνοντάς τες εγκάρσια.

Η δεύτερη υπόθεση έχει να κάνει ακριβώς με τον αταξινόμητο και λαβυρινθώδη χαρακτήρα του ίδιου του έργου του, θυμηθείτε εδώ "Τα σταυροδρόμια του λαβυρίνθου", με το γεγονός δηλαδή ότι πολύ δύσκολα κατατάσσεται ο στοχασμός του σε μια συγκεκριμένη κατηγορία - αυτή η διασπορά της σκέψης του ευθύνεται ίσως για την επικάλυψη μιας κατά τα άλλα εκπληκτικής συνοχής που διέπει τη φιλοσοφία του. Η τρίτη, και τελευταία, υπόθεσή μου αφορά τον κάπως άκαιρο χαρακτήρα του έργου του. Αναφέρομαι στην εποχή που o Καστοριάδης ανέπτυξε τον στοχασμό του, και εννοώ μια εποχή ριζικής μεταλλαγής αυτού που οι ιστορικοί αποκαλούμε "καθεστώς ιστορικότητας" με τη σταδιακή επικράτηση του "παροντισμού" και εννοιών όπως η "μνημόνευση" και η "κληρονομιά", με τον χρόνο να εργαλειοποιείται και να καθίσταται όλο και περισσότερο εκμεταλλεύσιμος, κάτι που ασφαλώς ο Καστοριάδης αντιλαμβανόταν πολύ καλά, καθώς επίσης και τις επιπτώσεις όλων αυτών σε μια επαναστατική προοπτική που είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, μια ρητή αυτοθέσμιση της κοινωνίας».
 
Εχω την εντύπωση ότι ο Καστοριάδης σκοπίμως απέφυγε τη συστηματοποίηση, ας πούμε, της σκέψης του. Οχι μόνο ήξερε ότι κάθε θεωρία μπορεί να εκτραπεί σε δόγμα αλλά αντιτασσόταν έντονα σε αυτόν τον κομφορμισμό. Σκοπίμως, νομίζετε, δεν διαχώριζε και τον φιλοσοφικό από τον κοινωνικό και πολιτικό του στοχασμό, τον στοχασμό του δημόσιου διανοουμένου;
«Εχετε δίκιο. Αυτό σχετίζεται με την κριτική που άσκησε ο ίδιος σε αυτό που αποκαλούσε "κληρονομημένη σκέψη". Ο ορίζοντας του στοχασμού έπρεπε, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, να είναι η πράξις, η θέληση για ένα "ποιείν - πράττειν" που έρχεται να προωθήσει την ανθρώπινη δημιουργικότητα με στόχο την καθολική χειραφέτηση του ατόμου και της κοινωνίας. Η σκέψη του Καστοριάδη ήταν ανοιχτή στην αναθεώρηση, χαρακτηριζόταν από έναν συνεχή (αυτό)κριτικό αναστοχασμό, βασιζόταν στις απορρίψεις και στις ρήξεις. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι ο Καστοριάδης ενέγραψε την ψυχανάλυση, μια "πρακτικο-ποιητική" δραστηριότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, από το ατομικό στο συλλογικό πεδίο και τη συνέδεσε με το πρόταγμα της αυτονομίας. Η ατομική και συλλογική αυτονομία στο έργο του είναι αδιαχώριστες. Για τον Καστοριάδη η γνώση και η δράση του ανθρώπου είναι αξεχώριστα ψυχικές και κοινωνικο-ιστορικές ποιότητες, είναι δύο πόλοι που δεν μπορούν να υπάρξουν ο ένας χωρίς τον άλλον. Ο,τι κοινωνικό βρίσκουμε σε ένα άτομο, η ίδια η ιδέα του ατόμου, δημιουργείται κοινωνικά, δημιουργείται πάντοτε σε σχέση με τους θεσμούς της κοινωνίας».
 
Στο έργο σας τοποθετείτε τις ιδέες στην ιστορική τους προοπτική. Τούτου δοθέντος, πού έγκειται, κατά τη γνώμη σας, η πρωτοτυπία της σκέψης του Καστοριάδη;
«Η μεγάλη συνεισφορά του Καστοριάδη, όχι μόνο στη φιλοσοφική σκέψη αλλά ευρύτερα σε όλες τις ανθρωπιστικές επιστήμες και πιο συγκεκριμένα στην Ιστορία, είναι αναμφίβολα η ανάδειξη της διάστασης της φαντασίας - στην οποία ο ίδιος έφθασε μετά την καθοριστική, κριτική στροφή του προς την ψυχανάλυση και την αμφισβήτηση του μαρξισμού -, είναι η ανάδειξη της πρωταρχικής σημασίας αυτού που ο ίδιος ονόμασε "κοινωνικό φαντασιακό", αυτό το μάγμα των κοινωνικών φαντασιακών σημασιών. Ο Καστοριάδης μάς υπέδειξε πώς να σκεπτόμαστε την κοινωνία σαν κάτι που φτιάχνει, που συνεχώς δημιουργεί τον εαυτό του. Για τον Καστοριάδη η φαντασία ήταν ο κινητήριος μοχλός της Ιστορίας».

 

Η σκέψη που ενέπνευσε τη νεολαία του Μάη του 1968

Ο Καστοριάδης δημιούργησε επί της ουσίας στη Γαλλία. Και ευνοήθηκε, όπως γράφετε, από αυτό που ο Εντσο Τραβέρσο αποκαλεί «επιστημολογικό πλεονέκτημα της εξορίας». Πώς εμπλούτισε ο Καστοριάδης το πνευματικό περιβάλλον της χώρας σας στη μεταπολεμική περίοδο;
«Εξ αρχής πρέπει να υπογραμμίσω ότι η ιστορική εμπειρία της Ελλάδας - αυτές οι συνεχόμενες τραγωδίες της, η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, η Κατοχή και εν συνεχεία ο εμφύλιος πόλεμος - υπήρξε καθοριστική στη διαμόρφωση της πνευματικής φυσιογνωμίας του Καστοριάδη αλλά και του έργου του. Ο ίδιος επιδόθηκε στην πολιτική και κοινωνική δράση από πολύ μικρός. Την περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά δραστηριοποιήθηκε σε μια παράνομη κομμουνιστική οργάνωση και φυλακίστηκε γι' αυτό.

Το 1941 προσχώρησε στο ΚΚΕ και το εγκατέλειψε έναν χρόνο αργότερα, διαφωνώντας με την πολιτική που ακολουθούσε το κόμμα, εναντιωνόμενος στον "σοβινιστικό προσανατολισμό", στον "ψευδοδημοκρατικό" και στον "γραφειοκρατικό" του χαρακτήρα και εντασσόμενος το 1943 στην τροτσκιστική οργάνωση του Σπύρου Στίνα. Παρέμεινε σε αυτήν ως το 1945 που έφυγε, μαζί με άλλους πολλούς, για το Παρίσι, με μια μεταπτυχιακή υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης.

Στα Δεκεμβριανά του 1944, όμως, ο Καστοριάδης θα διωχθεί ως τροτσκιστής από τον ΕΛΑΣ και θα αποδοκιμάσει ευθέως τις πρακτικές του ΚΚΕ. Τότε κατάλαβε ότι αυτό που ήθελαν να εγκαθιδρύσουν οι ορθόδοξοι κομμουνιστές δεν ήταν ο σοσιαλισμός ούτε μια "λαϊκή δημοκρατία" αλλά μια δικτατορία. Τα αναφέρω όλα αυτά για να καταδείξω πώς έφθασε ο ίδιος σε αυτή την πρώιμη συνειδητοποίηση της φύσης του σοβιετικού σταλινισμού την οποία προσπάθησε να εκθέσει γυμνή, από πολύ νωρίς, και στα μάτια του γαλλικού πνευματικού κόσμου. Στη δεκαετία του 1950 η πλειονότητα των γάλλων διανοουμένων είχε ταχθεί υπέρ του Κομμουνιστικού Κόμματος και υποστήριζε τη Σοβιετική Ενωση.

Ο Καστοριάδης τους ασκούσε δριμεία κριτική μέσα από τις σελίδες του περιοδικού "Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα" και η σύγκρουσή του με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον προεξάρχοντα τότε υπερασπιστή του "υπαρκτού σοσιαλισμού", υπήρξε σφοδρότατη. Μπορεί η ομάδα να διαλύθηκε το 1966 και το περιοδικό να διέκοψε την κυκλοφορία του, η σκέψη του Καστοριάδη όμως - όπως έχει παραδεχθεί επανειλημμένως και ο ίδιος ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ - ήταν αυτή που ενέπνευσε βασικώς την εξεγερμένη νεολαία του Μάη του 1968».

Υπό ποία έννοια μάς είναι απαραίτητη η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη στον εικοστό πρώτο αιώνα;
«Μου δίνετε την ευκαιρία να τονίσω ότι δεν έγραψα τη βιογραφία του Καστοριάδη μόνο και μόνο για να αποκαταστήσω την αξία ορισμένων ιδεών που αγνοήθηκαν, αλλά για να καταδείξω ότι η σκέψη του Καστοριάδη, η οποία δεν έγινε ποτέ αυτό που αποκαλούμε σύστημα, είναι ανοιχτή στις προκλήσεις του μέλλοντός μας και μας δίνει ορισμένα κλειδιά για να κατανοήσουμε καλύτερα τον αιώνα που διανύουμε.

Πρέπει να αντιδράσουμε απέναντι στις νέες βαρβαρότητες. Πώς; Μα, φυσικά, αναζωογονώντας τη δημοκρατία. Πώς; Επισκεπτόμενοι, μέσω του Κορνήλιου Καστοριάδη, την αρχαιοελληνική δημοκρατία που πρέπει να καταστεί για μας γονιμοποιό σπέρμα και όχι πρότυπο, όπως έλεγε ο ίδιος. Θεωρούσε, και η παρούσα κρίση τον επιβεβαιώνει, ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία των φιλελεύθερων ολιγαρχιών θεμελιώνεται στη συνεχή υποχώρηση της εξουσίας που πηγάζει από τον λαό και στην ανάδειξη των "ειδικών" που αποφασίζουν γι' αυτόν και επιπλέον απομακρύνονται από αυτόν. Βρισκόμαστε, επομένως, στο σημείο όπου πρέπει να φανταστούμε το μέλλον της δημοκρατίας».
 
 
 
 

Χρήστος Χωμενίδης: Αιρετικός κατά λάθος

Το 1993, σε ηλικία 27 ετών, έβγαλε το πρώτο του βιβλίο, «Το σοφό παιδί», που τον καθιέρωσε ακαριαία. Εκτοτε βρίσκεται συνεχώς υπό τον προβολέα της δημοσιότητας – και όχι πάντα χάρη στα βιβλία του. Η παραίτησή του από το Εποπτικό Συμβούλιο της ΝΕΡΙΤ ήταν το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας σταδιοδρομίας που δεν έμεινε ποτέ στα όρια της λογοτεχνίας

 
 
«Οσο περισσότερο μιλάς τόσο χάνουν βάρος τα λόγια σου». Το λέει ο Χρήστος Χωμενίδης αλλά, περιέργως, δεν το λέει ως αυτοκριτική. Το διατυπώνει ως έναν κανόνα στον οποίο - αυτός, ο λαλίστατος - νιώθει ότι μένει πιστός. Ο 48χρονος συγγραφέας ποτέ δεν προστάτευσε την εικόνα του διά της σιωπής. Για μια εποχή ομολογεί ότι δεν τον ενδιέφερε καθόλου η έκθεσή του. Στην Ελλάδα της προμνημονιακής ευημερίας έβλεπε τη συμμετοχή του στη δημόσια ζωή περίπου ως λογοτεχνικό παίγνιο. «Τσαλαβουτούσε», λέει, στα κοινά από συγγραφική περιέργεια, για να συλλέγει πρώτη ύλη για τα μυθιστορήματά του.

Ετσι, βρέθηκε σε ένα τηλεοπτικό πάνελ το 2006 να ζητάει από τον εικονολήπτη να ζουμάρει στα κόκκινα μποτάκια του πρωτοεμφανιζόμενου Τσίπρα. Ετσι, δέχτηκε το 2004 την πρόταση του Νίκου Παπανδρέου να συμμετάσχει στην ομάδα των λογογράφων του Γιώργου Παπανδρέου. Εγραφε ο καθένας από μία ομιλία και την έστελνε στον πρόεδρο, για να διαλέξει εκείνος όποια κομμάτια του πήγαιναν. Οταν άκουσε για πρώτη φορά τον ΓΑΠ να εκφωνεί μία από τις δικές του φράσεις βρήκε ότι «είχε πολλή πλάκα». «Ηταν μια δική μου φράση, μετά η φράση ενός άλλου, μετά μια παράγραφος ενός τρίτου και μετά ξανά μια δική μου φράση». Θυμάται απέξω όλα τα βιβλία του, αλλά από τους λόγους που πρόλαβε να γράψει στις τρεις εβδομάδες που κράτησε η συνεργασία δεν έχει συγκρατήσει στη μνήμη του ούτε λέξη.

Ηταν ακόμη τα χρόνια της αθωότητας. Η πολιτική μπορούσε να έχει ακόμη πλάκα. Οταν τα πράγματα σοβάρεψαν, μετά το 2009, ο Χωμενίδης επιχείρησε πιο ενεργό πολιτική παρουσία, συμμετέχοντας στην ίδρυση της ΔΗΜΑΡ. Εχει άλλωστε, σύμφωνα με τη δική του αυτοδιάγνωση, το μικρόβιο της πολιτικής. Εγγονός του ιστορικού στελέχους της Αριστεράς Βασίλη Νεφελούδη, μεγάλωσε σε ένα σπίτι που βρέθηκε στο επίκεντρο των πολιτικών σεισμών της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Στη ΔΗΜΑΡ είδε τη δυνατότητα της αναβίωσης του ΚΚΕ εσωτερικού. Στις κομματικές αποφάσεις έβρισκε πάντα τον εαυτό του στη μειοψηφία. Θα αποχωρήσει τελικά από το κόμμα τον Ιούνιο του 2012, όταν η ΔΗΜΑΡ αποσύρθηκε από την κυβέρνηση.

Για την πολιτική πιστεύει αυτό που του έλεγε ο παππούς του: ότι δεν σου αφήνει ούτε δευτερόλεπτο ελεύθερο. Είναι αποκλειστικής απασχόλησης. Γι' αυτό και ο ίδιος δεν επεδίωξε να είναι υποψήφιος βουλευτής. Γι' αυτό και στο κόμμα επικρατούσαν, λέει, πάντα εκείνοι που δεν είχαν άλλη ζωή εκτός κόμματος. Εκείνοι που τα έδιναν όλα. Η «μάκα των γραφειοκρατών».

Τη συμμετοχή του στη ΝΕΡΙΤ την περιγράφει όπως και τη συμμετοχή του στη ΔΗΜΑΡ: Αφ' υψηλού. Σαν την περιπέτεια ενός ρομαντικού που τελείωσε με άδοξη πρόσκρουση στην πραγματικότητα. Ηλπιζε ότι το λουκέτο στην ΕΡΤ ήταν μια ευκαιρία. Οταν έπειτα από μήνες πολύωρων συνεδριάσεων εξέπεμψε η νέα τηλεόραση, «έφριξε» με αυτό που είδε.  

Την περασμένη Δευτέρα - μία ημέρα μετά τις παραιτήσεις του διευθύνοντος συμβούλου της ΝΕΡΙΤ και του αναπληρωτή του - ανακοίνωσε την παραίτησή του από το Εποπτικό Συμβούλιο, καταγγέλλοντας «ευθεία κυβερνητική παρέμβαση» για να μη μεταδοθεί η ομιλία Τσίπρα στη ΔΕΘ.

Ανθρωποι που μετείχαν στο εγχείρημα της ΝΕΡΙΤ βλέπουν σε αυτή τη στάση «όψιμη ευαισθησία». Επισημαίνουν ότι δεν υπήρξε αντίδραση όταν ψηφίστηκε η τροπολογία που αφήνει στην κυβέρνηση το περιθώριο να επιλέγει μόνη της τη σύνθεση του Εποπτικού Συμβουλίου. «Από την αρχή ότι κάποια πρόσωπα που μετείχαν στο Εποπτικό δεν είχαν πάρει σοβαρά τον ρόλο τους» λένε.

Ο Χωμενίδης, λίγες ώρες μετά την παραίτησή του, απάντησε με ανάρτησή του στο facebook στα σχόλια που είχαν πλημμυρίσει το Διαδίκτυο. Ενιωσε την ανάγκη να ξεκαθαρίσει μεταξύ άλλων ότι από τη ΝΕΡΙΤ δεν έπαιρνε μισθό. Δεν ήταν βεβαίως η πρώτη φορά που χρειάστηκε να εξηγηθεί απέναντι στην τοξική αγορά των social media. Από τότε που άρχισε να σχολιάζει την επικαιρότητα σε ζωντανό χρόνο, πολλές παρεμβάσεις του είχαν τις επιπτώσεις του αναμμένου σπίρτου πάνω στη χυμένη βενζίνη.

Ομως όποιος τον παρακολουθεί διαπιστώνει τον τελευταίο καιρό μια εμφανή αλλαγή στον τόνο. Το παραδέχεται και ο ίδιος. Στην αρχή δεν ήξερε τα όρια του νέου μέσου. Δεν είχε συνειδητοποιήσει τι μπορεί να ακολουθήσει αν γράψεις κάτι στο facebook ή στο twitter όπως ακριβώς θα το έλεγες στην παρέα σου. Γι' αυτό και πιστεύει ότι το προφίλ του εριστικού, που εξαπολύει τα βέλη του χωρίς να λογαριάζει τις αντιδράσεις, τον αδικεί. Του κοστίζουν, λέει, οι επιθέσεις.

Είναι κάτι που δυσκολεύονται να πιστέψουν ακόμη και άνθρωποι που τον ξέρουν. Σύμφωνα με έναν από αυτούς, «είναι περισσότερο ευφυής παρά ευαίσθητος». Οχι μόνο αντέχει, αλλά αντλεί ναρκισσιστική απόλαυση από τις αντιπαραθέσεις.
 
«ΣΑΝ ΠΑΙΔΙ». Η φίλη του και ομότεχνή του Λένα Διβάνη πιστεύει ακριβώς το αντίθετο. Για εκείνη ο Χωμενίδης παραμένει «παιδί με ενθουσιασμό νεοφώτιστου» που αδιαφορεί για τη δημόσια εικόνα του. «Είναι ενεργός πολίτης. Δεν σκέφτεται αν αυτό βλάπτει την καριέρα του. Δεν έχει σχέδιο». Σύμφωνα με έναν πολιτικό, με τον οποίο ο συγγραφέας συνδέεται από τα εφηβικά του χρόνια με στενή φιλία, «ο Χωμενίδης θα ήταν ο χειρότερος ρεπόρτερ. Αν το στέλνατε σε ένα κτίριο που έχει καταρρεύσει, η ματιά του θα έπεφτε σε μια λεπτομέρεια, σε ένα πλακάκι που κάτι γράφει πάνω... Αυτό όμως είναι ο συγγραφέας. Αυτός που βλέπει τη δική του αλήθεια» λέει και αναγνωρίζει ότι ο Χωμενίδης αρθρώνει δημόσιο λόγο χωρίς να παίρνει «μέτρα προστασίας».

Τέτοια αυτολογοκρισία, σύμφωνα με τη Διβάνη, δεν θα ήταν θεμιτή. «Δεν είναι υγιές να μετράς τις αντιδράσεις πριν μιλήσεις. Θα αλλοτριωθείς. Απλώς μιλάς». Δεν έχει όμως ευθύνη για τον αντίκτυπο όσων λέει ένα δημόσιο πρόσωπο; Η Διβάνη υπερασπίζεται κατηγορηματικά την παρρησία του λογοτέχνη. «Σιγά μη μεταμορφωθούμε σε δημόσια πρόσωπα» λέει.

Ο ίδιος ο Χωμενίδης δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι θα ήθελε να συζητιέται μόνο για τα βιβλία του. Θα ήθελε το τελευταίο του μυθιστόρημα, η «Νίκη», να διαβαστεί και ως συνεισφορά στον δημόσιο λόγο, ως ένα επίκαιρο έργο υπέρ της εθνικής συμφιλίωσης. Θα ήθελε να συναντάει μόνο μέσω της τέχνης του το μεγάλο κοινό.
«Δουλειά μου είναι να γράφω» λέει και ξαναλέει. Το λέει σαν να ανησυχεί ότι έχει ορίσει τον εαυτό του με αλλότρια, μιντιακά στερεότυπα. Το λέει σαν να θέλει να ξορκίσει το γεγονός ότι ένα tweet βρίσκει το μεγάλο κοινό πιο εύκολα απ' ό,τι ένα μυθιστόρημα.