Μαρία Αντουανέτα - Πώς η πιο μισητή βασίλισσα έγινε ποπ είδωλο
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Η έκθεση για την ταινία «Μαρία Αντουανέτα» της Σοφίας Κόπολα στις Βερσαλλίες, οι ιστορίες πίσω από τα γυρίσματα και η πραγματική ζωή μιας αμφιλεγόμενης βασίλισσας που εξακολουθούμε να αναγνωρίζουμε από μια φράση που ίσως δεν ξεστόμισε ποτέ.
ο φόρεμα της Μαρίας Αντουανέτας ήταν λευκό, φτιαγμένο από μουσελίνα και δεμένο στη μέση με μια φαρδιά κορδέλα. Το καπέλο της ψάθινο. Στα χέρια της κρατούσε λουλούδια.
Για το εκτόπισμα και την αίγλη μιας βασίλισσας, η εμφάνιση ήταν υπερβολικά λιτή. Από το κοινό του Σαλόν του 1783, όπου παρουσιάστηκε το εν λόγω πορτρέτο της, φιλοτεχνημένο από την Ελιζαμπέτ Βιζέ Λε Μπρεν, θεωρήθηκε ως μείζον faux pas.
Η συνισταμένη της κριτικής; Η βασίλισσα της Γαλλίας έμοιαζε να έχει ποζάρει με τα εσώρουχά της.

Είναι σχεδόν ειρωνικό: μια βασίλισσα που καταγράφηκε από την Ιστορία για την εκκεντρικότητα, την υπερβολή και την τρυφηλή ζωή της, να ψέγεται επειδή μία εμφάνισή της δεν ήταν όσο πληθωρική περίμεναν οι άλλοι από εκείνην.

Κοστούμια της Μιλένα Κανόνερο, φωτογραφίες γυρισμάτων, αντικείμενα, σχέδια και σενάρια με σημειώσεις επιστρέφουν σε έναν από τους τόπους όπου γυρίστηκε ένα μέρος του φιλμ. Εκεί ακριβώς όπου η (πραγματική) περιώνυμη βασίλισσα αναζητούσε λίγη ησυχία από την ασφυκτική συνάφεια της αυλής.
Η έκθεση συμπίπτει με την επέτειο της γέννησής της Μαρίας Αντουανέτας, στις 2 Νοεμβρίου 1755. Και είναι αναντίρρητα μια ευκαιρία να δει κανείς πόσες διαφορετικές γυναίκες έχουν χωρέσει κάτω από το ίδιο όνομα: η σπάταλη Αυστριακή, η έφηβη που δόθηκε από την οικογένειά της ως πολιτικό ενέχυρο, η τραγική μητέρα των βασιλικών αφηγήσεων, η νεαρή γυναίκα της Κόπολα που δοκιμάζει παπούτσια υπό τους ήχους του «I Want Candy».
Η ζωή πριν από το παντεσπάνι
Όταν παντρεύτηκε τον μελλοντικό Λουδοβίκο ΙΣΤ΄, τον Μάιο του 1770, η Μαρία Αντουανέτα ήταν μόλις 14 ετών. Κόρη της Μαρίας Θηρεσίας και του αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α΄ της Αυστρίας, δόθηκε στους Γάλλους ως εγγύηση της συμφιλίωσης μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών.

Το τελετουργικό της παράδοσης στα σύνορα ήταν ενδεικτικό του τρόπου που την αντιμετώπιζαν: η 14χρονη αναγκάστηκε να αφήσει πίσω της κάθε αυστριακό αντικείμενο, ακόμη και τον αγαπημένο της σκύλο, τον Mops, περνώντας στη γαλλική επικράτεια γυμνή – κυριολεκτικά – από την προηγούμενη ζωή της.
Το αν θα συμπαθούσε ή, πολύ περισσότερο, το εάν θα ποθούσε τον σύζυγό της και θα ήθελε να μοιραστεί τη ζωή της μαζί του ήταν μια λεπτομέρεια που ουδόλως απασχολούσε τις δύο δυναστείες.
Στις Βερσαλλίες η Μαρία Αντουανέτα έπρεπε να χωρέσει σε μια νέα καθημερινότητα, κάθε στιγμή της οποίας βρισκόταν υπό διαρκή παρακολούθηση. Όταν έτρωγε, όταν ντυνόταν, ακόμα και όταν ξυπνούσε –όπως εύστροφα ανέπλασε ο φακός της Κόπολα– η βασίλισσα είχε μπροστά της ένα ζωντανό ακροατήριο. Ήταν, με άλλα λόγια, θέαμα.

Η σειρά με την οποία την πλησίαζαν οι κυρίες της αυλής, οι παρουσίες, οι προσκλήσεις, ακόμη και οι απουσίες ή οι εξαιρέσεις είχαν βαρύνουσα σημασία. Η επιθυμία της να αποσύρεται στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της και να επιλέγει η ίδια τους φίλους της εκλαμβανόταν ως ευθεία προσβολή από όσους έμεναν έξω από την πόρτα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποστρεφόταν τις απολαύσεις ή την ισχύ της θέσης της. Τουναντίον. Αγαπούσε τους χορούς, τα εντυπωσιακά υφάσματα και βέβαια τη χαρτοπαιξία. Επιπλέον, ενδιαφερόταν ειλικρινά και για τις τέχνες. Έπαιζε άρπα και τσέμπαλο και υποστήριζε μουσικούς και ζωγράφους.

Βεβαίως, καμία έξη της δεν συγκρινόταν με εκείνη για την έξωθεν μαρτυρία της. Με τη Ροζ Μπερτέν, τη διάσημη δημιουργό ενδυμάτων και αξεσουάρ, και τον κομμωτή Λεονάρ συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας larger than life μόδας την οποία οι γυναίκες της ευρωπαϊκής ελίτ αρχικά φθόνησαν, αλλά τελικά ακολούθησαν και αφομοίωσαν.
Μύθοι και πραγματικότητες
Κομβικό σημείο για την αφήγηση της ζωής της Μαρίας Αντουανέτας ήταν το Petit Trianon –της το παραχώρησε ο Λουδοβίκος– και ο οικισμός που κατασκευάστηκε γύρω του κατ’ εντολήν της.

Το Hameau de la Reine, όπως ονομάστηκε, διέθετε κατοικίες για την υποδοχή καλεσμένων αλλά και πραγματική αγροτική εκμετάλλευση. Ωστόσο, η πληροφορία ότι η βασίλισσα υποδυόταν τη χωριατοπούλα περιτριγυρισμένη από πρόβατα και κατσίκια –εικόνα που υιοθέτησε στην ταινία της η Κόπολα– δεν επαληθεύεται από τα ιστορικά αρχεία.
Στο αγρόκτημά της η Μαρία Αντουανέτα φαίνεται πως επέτρεπε στον εαυτό της να απολαμβάνει την απλότητα, μακριά από τις επισημότητες και το πρωτόκολλο των ανακτόρων. Μόνο που επρόκειτο για μια απλότητα σχεδιασμένη μέχρι κεραίας για τα μέτρα μιας μονάρχη.

Στο επίπεδο του μύθου φαίνεται πως ανήκει και η περίφημη φράση που της αποδίδεται, το «αν δεν έχουν ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι». Το ανθεκτικό στον χρόνο απόφθεγμα εμφανίζεται με τη λέξη μπριός στις «Εξομολογήσεις» του Ρουσό, αλλά αποδίδεται αόριστα σε κάποια ανώνυμη πριγκίπισσα.
Υπάρχει και ένα ακόμα σημείο που η Ιστορία φαίνεται πως αδίκησε τη Μαρία Αντουανέτα: η υπόθεση του διαμαντένιου περιδέραιου, το 1785. Το όνομα της βασίλισσας είχε χρησιμοποιηθεί σε μια απάτη για την ιδιοποίηση ενός αμύθητης αξίας κοσμήματος, χωρίς εκείνη να έχει συμμετάσχει.

Παρά την αθωότητά της, το πλήγμα στο κύρος της υπήρξε ανεπανόρθωτο. Ο Τύπος είχε πλέον άπλετη τροφή για να επιτίθεται στον υποτιθέμενο ακόλαστο βίο της, τις φιλίες της, την καταγωγή της. Ήταν, άλλωστε, η εποχή που ο λαός τής είχε ήδη αποδώσει το προσωνύμιο «Madame Déficit» (Κυρία Έλλειμμα), χρεώνοντάς της την οικονομική χρεοκοπία της χώρας.
Δεν ήταν, βέβαια, όλα όσα της καταλόγιζαν συκοφαντίες. Η Μαρία Αντουανέτα προσπάθησε με κάθε μέσο να διατηρήσει την εξουσία της μοναρχίας και αναζήτησε στήριξη στις ευρωπαϊκές αυλές απέναντι στην Επανάσταση.
Τον Ιούνιο του 1791 επιχείρησε μαζί με τον Λουδοβίκο και τα παιδιά τους να διαφύγουν από το Παρίσι – ένα σχέδιο που είχε ενορχηστρώσει ο Σουηδός διπλωμάτης Άξελ φον Φέρσεν, η μοναδική ίσως αληθινή ερωτική σχέση της ζωής της. Η οικογένεια αναγνωρίστηκε στη Βαρέν και αναγκάστηκε σε ταπεινωτική επιστροφή.

Το 1792 διαβίβασε μυστικά γαλλικά στρατιωτικά σχέδια στην αυλή της Βιέννης. Η δυσπιστία απέναντί της είχε πλέον συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους: η βασίλισσα αναζητούσε τη σωτηρία της δυναστείας της σε δυνάμεις που βρίσκονταν σε πόλεμο με τη Γαλλία.
Όταν δικάστηκε, τον Οκτώβριο του 1793, οι κατηγορίες για συνεργασία με τον εχθρό αναμείχθηκαν με προσωπικές επιθέσεις, φτάνοντας μέχρι τον ισχυρισμό περί αιμομιξίας με τον γιο της. Οι δικηγόροι της είχαν ελάχιστες ώρες στη διάθεσή τους για να προετοιμάσουν την υπεράσπισή της. Καταδικάστηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στη λαιμητόμο στις 16 Οκτωβρίου, λίγες ημέρες πριν συμπληρώσει τα 38 της χρόνια.
Πώς η Κόπολα έφτασε στις Βερσαλλίες
Διαβάζοντας τη βιογραφία της Μαρίας Αντουανέτας, η Κόπολα δεν στάθηκε στο βίαιο τέλος της ιστορίας της, αλλά στην αρχή της. Την ενδιέφερε πώς ένα έφηβο κορίτσι μεγάλωνε μακριά από την οικογένειά του, μέσα σε μια αυλή που παρακολουθούσε και σχολίαζε κάθε του κίνηση. Από εκεί ξεκίνησε η δική της ανάγνωση.

Και από ένα δείπνο. Με τον ελληνοαμερικανό σκηνογράφο Ντιν Ταβουλάρη, φίλο και συνεργάτη του Φράνσις Φορντ Κόπολα, που εκείνη την εποχή διάβαζε τη βιογραφία της Μαρίας Αντουανέτας από τον Στέφαν Τσβάιχ.
Μέσα από την επαφή με τον Ταβουλάρη και τη μελέτη της, η Κόπολα αποφάσισε να εστιάσει στην έφηβη που είχε βρεθεί σε ένα ξένο και επικριτικό περιβάλλον. «Δεν ήθελα να κάνω μια μεγάλη ιστορική βιογραφία», έλεγε πριν από 20 χρόνια στις συνεντεύξεις της η σκηνοθέτις.
Όσο για την επιλογή της Κίρστεν Ντανστ για τον πρωταγωνιστικό ρόλο; Σύμφωνα με την Κόπολα, που λίγο νωρίτερα είχε συνεργαστεί μαζί της στο φιλμ «Αυτόχειρες Παρθένοι», ενσάρκωνε με κάθε ικμάδα της τον τρόπο που η ίδια φανταζόταν την αμφιλεγόμενη βασίλισσα.

Τα χρώματα και η συνολική αισθητική της ταινίας άρχισαν να ξεκαθαρίζουν όταν η Κόπολα επισκέφθηκε τα ιδιωτικά διαμερίσματα της βασίλισσας στις Βερσαλλίες. Πίσω από τη μεγάλη επίσημη κρεβατοκάμαρα βρήκε μικρότερα δωμάτια, με παστέλ ροζ και τιρκουάζ υφάσματα.
Όπως εξηγούσε σε συνέντευξή της το 2006, ξαφνιάστηκε από την έντονη αντίθεση με τα χρώματα των επίσημων πορτρέτων. Εκεί μπορούσε ευκολότερα να φανταστεί τη νεαρή γυναίκα που θα γινόταν η ηρωίδα της.
Converse, μακαρόν και μια περούκα υπό κατάρρευση
Κάπως έτσι, ανάμεσα στα υποδήματα του 18ου αιώνα τρύπωσε και ένα ζευγάρι μπλε Converse. Η εμφάνισή τους ήταν σκόπιμη, αν και η ιδέα προέκυψε αυθόρμητα την ώρα του γυρίσματος. Μιλώντας στη Vogue, ο Ρόμαν Κόπολα, που είχε αναλάβει τη δεύτερη μονάδα γυρισμάτων, θυμόταν ότι πιθανότατα ανήκαν στην κοπέλα που αντικαθιστούσε την Ντανστ στις τεχνικές προετοιμασίες των πλάνων.
Δεν ήταν το μόνο αταίριαστο με την εποχή αξεσουάρ. Η δημιουργική ομάδα είχε σκεφτεί να εμφανίσει ακόμα και μια λευκή Rolls-Royce στο βάθος μιας σκηνής στο Τριανόν. Όμως το αυτοκίνητο που βρέθηκε δεν ικανοποίησε το αισθητικό τους κριτήριο και η ιδέα εγκαταλείφθηκε.

Τα μακαρόν, αντίθετα, είχαν πιο σταθερή θέση στον σχεδιασμό. Η Κόπολα είχε ζητήσει από την ενδυματολόγο Μιλένα Κανόνερο αποχρώσεις εκλεπτυσμένου ζαχαροπλαστείου, όπως το πράσινο του φιστικιού. Ήθελαν χρώματα και υφές που ο θεατής της ταινίας θα ήθελε σχεδόν να γευτεί.
Όπως εξηγούσε η Κανόνερο, ακόμη και το τραγούδι «I Want Candy» των Bow Wow Wow τις βοήθησε να αποφασίσουν πώς θα έμοιαζαν τα ρούχα. Παρεμπιπτόντως, ήταν μέρος μιας ευρύτερης, ανατρεπτικής επιλογής της σκηνοθέτιδας να «ντύσει» τον 18ο αιώνα με post-punk και new wave ρυθμούς –από τους The Cure έως τους New Order.

Για να πάρει σάρκα και οστά το όραμα της Κόπολα, περίπου τριακόσιοι άνθρωποι εργάστηκαν ακάματα επί δεκαεννέα ημέρες γυρισμάτων στο κτήμα των Βερσαλλιών. Οι αναμνήσεις του προσωπικού, που δημοσιεύθηκαν μετά την κυκλοφορία του φιλμ στο περιοδικό του ανακτόρου, περιλαμβάνουν παραλειπόμενα και αναποδιές που δύσκολα προβλέπει ένα πρόγραμμα παραγωγής.
Η τότε υπεύθυνη γυρισμάτων, Ναντίν Πλιβιέ, θυμόταν για παράδειγμα τον τιτάνιο αγώνα που δόθηκε για να επισκευαστεί μια από τις περούκες –αυτή με το καράβι στην κορυφή της. Χρειάστηκαν τόσες ώρες, ώστε η ίδια αποκοιμήθηκε περιμένοντας σε ένα παγκάκι.
Η ιστορία μέσα στην ιστορία
Όπως κάποτε κάθε πτυχή της ιδιωτικής ζωής της πραγματικής Μαρίας Αντουανέτας καταναλωνόταν λαίμαργα από την αυλή της, έτσι και η διαδικασία των γυρισμάτων καταγράφηκε εξονυχιστικά από τον φακό της Έλινορ Κόπολα, μητέρας της Σοφίας Κόπολα.

Έτσι, μέσα από 80 ώρες ακατέργαστου κινηματογραφημένου υλικού, γεννήθηκε το «Making Marie Antoinette», το ντοκιμαντέρ που ολοκλήρωσε η κόρη της μετά τον θάνατό της. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο θεατής μπορεί να δει και τον αθέατο μόχθο πίσω από τη μεθυστική εικονογραφία, πίσω από τα φορέματα, τα λουλούδια και τα παστέλ γλυκά.
Με τον ίδιο τρόπο, η έκθεση στις Βερσαλλίες επιτρέπει σήμερα να παρακολουθήσουμε πώς η Κόπολα συναρμολόγησε τη δική της Μαρία Αντουανέτα – από τις σημειώσεις στο σενάριο μέχρι τα κοστούμια.

Ωστόσο, το ιστορικό πρόσωπο παραμένει μια πολύ πιο σύνθετη περίπτωση. Οι μυστικές επιστολές της, οι άκαμπτες πολιτικές της επιλογές και η τραγική της κατάληξη δεν χωρούν εξ ολοκλήρου στη λαμπερή, pop εικόνα που αγάπησε το σινεμά. Μια εικόνα που αρχικά αντιμετώπισε τις δικές της αντιστάσεις: στην πρεμιέρα του φιλμ στις Κάννες το 2006, η προσέγγιση της Κόπολα γιουχαΐστηκε από μερίδα Γάλλων κριτικών ως «ιεροσυλία».
Όπως ακριβώς δεν χωρούσε κάποτε η βασίλισσα με το απλό λευκό φόρεμα από μουσελίνα στις υπερτροφικές προσδοκίες όσων παρατηρούσαν το πορτρέτο της.