Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Η φωνή του αμανέ, η μνήμη του Καβάφη

Τρεις χορογραφικές ματιές επάνω στην επιθυμία, την απώλεια και την επιστροφή συναντιούνται στο έργο του Γιώργου Κουμεντάκη «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι», στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ.

Τι μπορεί να συνδέει τον αμανέ με την ποίηση του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη; Η εσωτερικότητα, η μνήμη, η επιθυμία και η επίγνωση της απώλειας αποτελούν το σημείο συνάντησής τους στο έργο του συνθέτη και καλλιτεχνικού διευθυντή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, με το οποίο η Εναλλακτική Σκηνή εγκαινιάζει την καλλιτεχνική περίοδο 2026/2027. Τρία έργα μουσικής δωματίου, επηρεασμένα από την ελληνική παραδοσιακή μουσική, συνομιλούν με τέσσερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, μελοποιημένα από τον Γιώργο Κουμεντάκη στη φόρμα του αμανέ. Ο Ζαχαρίας Καρούνης τα ερμηνεύει επί σκηνής, πλαισιωμένος από μουσικούς και τους εννέα χορευτές του Μπαλέτου της ΕΛΣ, οι οποίοι συμμετέχουν και φωνητικά, δημιουργώντας ισοκρατήματα, τη σταθερή βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η κύρια μελωδία. Τη μουσική και τη δραματουργία τού «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» υπογράφει ο Γιώργος Κουμεντάκης, ενώ σκηνοθετεί την παράσταση από κοινού με τον Πέτρο Τουλούδη, που έχει δημιουργήσει μια ηχητική, γλυπτική εγκατάσταση με την οποία αλληλεπιδρούν οι χορευτές και οι χορεύτριες.

Στο επίκεντρο της σκηνικής παρουσίας βρίσκονται τρεις διαφορετικές χορογραφικές προσεγγίσεις. Η Πατρίσια Απέργη, ο Ηλίας Χατζηγεωργίου και η Εύα Γεωργιτσοπούλου δημιουργούν νέες χορογραφίες επιλέγοντας ποιήματα του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη με τα οποία συνδέονται προσωπικά. Μέσα από τη δική τους κινητική γλώσσα μεταφέρουν στη σκηνή διαφορετικές πτυχές της καβαφικής ποίησης, αφήνοντας τα σώματα να λειτουργήσουν σαν «ηχώ» μιας βαθιάς συναισθηματικής εμπειρίας, σε διάλογο με τη μουσική του Κουμεντάκη και τα μελοποιημένα ποιήματα. Η παράσταση, που πρωτοπαρουσιάστηκε το καλοκαίρι του 2026 στο SNF Nostos του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος και στο 32ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, πραγματοποιείται με τη στήριξη δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της καλλιτεχνικής εξωστρέφειας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Η απομάκρυνση και η επιστροφή ως μνήμη

H Πατρίσια Απέργη. Photo: Πηνελόπη Γερασίμου

Η χορογράφος Πατρίσια Απέργη εμπνέεται από το ποίημα «Γκρίζα» του Καβάφη. «Συνδέθηκα πολύ με αυτή την αίσθηση της απώλειας και της μοναξιάς, με το πώς μπορεί να νιώθεις όταν έχεις απομακρυνθεί από κάτι που κάποτε ήταν κοντά σου. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το πώς, μέσα από αυτή την απόσταση, η μνήμη επιστρέφει με έναν διαφορετικό τρόπο. Νιώθω ότι υπάρχει κάτι πολύ γοητευτικό στο να εξερευνήσω χορογραφικά αυτή την κίνηση της απομάκρυνσης και της επιστροφής, το πώς απομακρύνομαι από κάτι και, μέσα από αυτή την απόσταση, το ξανασυναντώ ως μνήμη. Θέλω να δω τι σημαίνει αυτό για το σώμα και την κίνηση, και πώς μπορεί η εμπειρία αυτή να μεταφραστεί χορογραφικά» λέει η ίδια στο ΒΗΜΑgazino.

Πρόκληση για εκείνη ήταν και η δημιουργία κίνησης που να έρχεται σε επαφή με το έργο του Κουμεντάκη: «Ο μουσικός κόσμος του είναι πάρα πολύ σύνθετος και ενδιαφέρων, γιατί έχει μια δική του αυτονομία και δεν είναι εύκολο να τον χορογραφήσεις με τρόπο που να μπορείς πραγματικά να συνδιαλλαγείς μαζί του. Ο αμανές, από την άλλη, υπάρχει κατά μία έννοια στο DNA μας. Ο τρόπος όμως που τον έχει αποδώσει ο κ. Κουμεντάκης είναι πιο ανοιχτός, καθώς έχει επιρροές και ερεθίσματα και από άλλα είδη. Εχει αντιμετωπιστεί με έναν πιο πειραματικό τρόπο, γεγονός που δημιουργεί έναν πολύ ενδιαφέροντα χώρο για χορογραφική εξερεύνηση». Αυτή είναι η δεύτερη συνεργασία της Πατρίσιας Απέργη με την Εθνική Λυρική Σκηνή και το μπαλέτο της, μετά το «National Adulthood» το 2021. Σε ό,τι αφορά την τωρινή εμπειρία της με τους χορευτές, η ίδια παρατηρεί:

«Προσεγγίσαμε μια πιο σύγχρονη κίνηση, και το σημαντικό είναι ότι, έχοντας το background του μπαλέτου, οι χορευτές μπορούν να απορροφήσουν έναν διαφορετικό κώδικα και να μπουν σε μια νέα αισθητική και έναν διαφορετικό τρόπο κίνησης, ακόμη και όταν δεν υπάρχει ο χρόνος που, για παράδειγμα, έχω με την ομάδα μου, τους Αερίτες. Πάνω απ’ όλα, όμως, έχουμε να κάνουμε με καλλιτέχνες. Υπάρχει φυσικά η εκπαίδευση και η τεχνική τους βάση, αλλά αυτό που με ενδιαφέρει είναι η διάθεση να ανοίξουν τον προσωπικό τους κώδικα και, μέσα από τη συνάντηση με κάτι διαφορετικό, να ανακαλύψουν νέους τρόπους έκφρασης.

Δεν βρισκόμαστε πια σε μια εποχή όπου οι κινητικές γλώσσες είναι αυστηρά περιχαρακωμένες. Οι χορευτές έχουν πολλά ερεθίσματα, εικόνες και αναφορές, ακόμη και αν αυτά δεν έχουν περάσει πλήρως στο σώμα τους. Εχει ενδιαφέρον να βλέπεις πώς συναντούν ένα καινούργιο υλικό, πώς το επεξεργάζονται και τελικά πώς το μετατρέπουν σε κάτι προσωπικό. Ταυτόχρονα, με ενδιαφέρει πολύ η σχέση ανάμεσα στο άτομο και το σύνολο: να υπάρχει μια κοινή ενέργεια και μια αίσθηση συνοχής, χωρίς να χάνεται η μοναδικότητα του κάθε χορευτή. Οι διαφορετικές προσωπικότητες μπορούν να συνυπάρχουν και να δημιουργούν τελικά μια κοινή φωνή. Αυτό είναι κάτι που με γοητεύει ιδιαίτερα στη δουλειά μου».

Με κατεύθυνση την απώλεια του εαυτού

Ο Ηλίας Χατζηγεωργίου. Photo: Πάνος Γιαννακόπουλος

Ο Ηλίας Χατζηγεωργίου, με αφετηρία το ποίημα «Μακρυά», εστιάζει στη μνήμη και στην απώλεια του εαυτού, προσεγγίζοντας τον έρωτα πέρα από τη στενά προσωπική διάστασή του. Οπως θα πει στο BHMAgazino: «Το γεγονός ότι το ποίημα αυτό μιλά για τη μνήμη που σβήνεται είναι ο λόγος που αποφάσισα να καταπιαστώ μαζί του. Πρόκειται για ένα φαινομενικά ερωτικό ποίημα, το οποίο όμως, αν δούμε τον έρωτα υπό το πρίσμα της δημιουργίας, των ονείρων και της επιθυμίας για ζωή, αγγίζει ακριβώς τις ανησυχίες μου για την απώλεια του γνήσιου εαυτού μας.

Για εμένα, επομένως, το ποίημα έχει και μια κοινωνική και πολιτική διάσταση. Σκέφτομαι πόσες δυνατότητες, πόση δημιουργία και πόσες ψυχές διασκορπίζονται όταν οι άνθρωποι χάνουμε τη μνήμη των ειλικρινών επιθυμιών μας, προκειμένου να εξυπηρετήσουμε κοινωνικά προτάγματα για το πώς “πρέπει” να ζήσουμε τη μοναδική μας ζωή. Και όταν, κάποια στιγμή, επιστρέφουμε σε εκείνη την ανάμνηση, τη βρίσκουμε θαμπωμένη, στρεβλή, ίσως ακόμη και αναληθή. Δεν μπορούμε πια να ανασυνθέσουμε με βεβαιότητα αυτό που υπήρξαμε ή αυτό που επιθυμήσαμε. Μένει μόνο ένα ασυνείδητο συναίσθημα, η αχνή αίσθηση μιας στιγμής από έναν εαυτό που χάθηκε για πάντα. Για εμένα, λοιπόν, το ποίημα μιλά τελικά για μια βαθιά προσωπική απώλεια».

Η μεταφορά αυτής της σύνθετης συναισθηματικής κατάστασης στην κίνηση συνοδεύεται από την πρόκληση της συνεργασίας με τους χορευτές του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο Χατζηγεωργίου, που προέρχεται από τα urban είδη χορού, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια διαφορετική τεχνική και χορογραφική παράδοση: «Η συνάντηση με το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ήταν μια πρόκληση για εμένα, που “κατάγομαι” από ένα είδος χορού με τελείως διαφορετική δομή, υφή και φιλοσοφία. Πιστεύω το ίδιο και για εκείνους και εκείνες (σ.σ.: τους χορευτές και τις χορεύτριες).

Αυτό που μου αποδεικνύεται όμως περίτρανα είναι πως οι καλλιτέχνες, από όπου και αν προέρχονται, μπορούν εύκολα και γρήγορα να γεφυρώσουν οποιοδήποτε χάσμα και να βρουν διαύλους επικοινωνίας και μάλιστα μέσα από δρόμους που είναι πιο ενδιαφέροντες από τη δική τους πεπατημένη. Με αλληλοεκτίμηση και εμπιστοσύνη. Ταυτόχρονα, όταν υπάρχει δυνατή τεχνική, όποιο και αν είναι το είδος, ένας καλός χορευτής θα βρει τον τρόπο να καταφέρει να ανακαλύψει και να αναδείξει στη συνέχεια μια χορογραφία. Είναι μεγάλη τιμή, ερχόμενος από τα urban είδη του χορού, να έχω την ευκαιρία να δείξω μέρος της δουλειάς μου στην Εθνική Λυρική Σκηνή και μάλιστα με τους χορευτές του Μπαλέτου της».

Και η προσέγγιση του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, όπως επισημαίνει, απαιτεί να απομακρυνθεί κανείς από την κυριολεκτική απόδοση των εικόνων του: «Η ποίηση του Καβάφη, τουλάχιστον όπως τη διαβάζω εγώ, δεν με παραπέμπει τόσο στον κόσμο της γλαφυρής εικονοποίησης, όσο στον κόσμο των αισθήσεων και των συναισθημάτων. Κάθε ποίημα που διαβάζω, από τα εφηβικά μου κιόλας χρόνια, μου αφήνει μια συναισθηματική φόρτιση άλλοτε γλυκιά, άλλοτε πικρή, κάποιες φορές θυμωμένη, άλλοτε ελπιδοφόρα και άλλοτε απέλπιδα και με προκαλεί να συνθέσω εικόνες από τη δική μου ζωή μέσα στους στίχους. Αυτό προσπάθησα να κάνω και με αυτή τη χορογραφία. Εύκολο σίγουρα δεν θα μπορούσε να είναι να συνομιλείς με έναν τεράστιο ποιητή, αλλά είναι συνάμα συναρπαστικό να σου δίνεται αυτή η ευκαιρία».

Μια χορογραφία που έχει στον πυρήνα της την επιθυμία

H Εύα Γεωργιτσοπούλου Photo: Kostas Tsimpouris

Η Εύα Γεωργιτσοπούλου επέλεξε τον «Σεπτέμβρη του 1903», προσεγγίζοντας μια διαφορετική εκδοχή της απώλειας. Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι η σταδιακή εσωτερίκευση της απόγνωσης, η οποία, αντί να εκδηλώνεται με μια έντονη συναισθηματική έκρηξη, αναπτύσσεται μέσα από την επανάληψη και τη σιωπή. Η χορογραφική προσέγγισή της παίρνει τη μορφή ενός κινητικού ντουέτου, στο οποίο η σχέση των δύο σωμάτων γίνεται πεδίο διερεύνησης της μοναξιάς. «Οσο το διαβάζεις συνειδητοποιείς ότι υπάρχει μια κορύφωση, αλλά όχι με τη γνώριμη, γραμμική αντίληψη της κορύφωσης. Σε βουλιάζει σταδιακά σε μια πολύ ιδιωτική μοναξιά, σε μια όλο και βαθύτερη επίγνωση αυτού που έχει χαθεί. Με ένα κινητικό ντουέτο προσπάθησα και εγώ να αποτυπώσω αυτή τη συμφιλίωση με τη μοναξιά, να κατανοήσω αυτό το είδος της απόγνωσης. Μια απόγνωση που δεν ξεσπά, αλλά γίνεται όλο και πιο εσωτερική και, τελικά, σχεδόν οικεία».

Η σχέση της Εύας Γεωργιτσοπούλου με το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής δεν ξεκινάει από τη συγκεκριμένη παραγωγή. Η προηγούμενη συνεργασία της με την ομάδα μέσα από το έργο της «W(h)oman», το 2023, έχει διαμορφώσει έναν δεσμό οικειότητας, χωρίς να αναιρεί τις δημιουργικές προκλήσεις που συνεπάγεται η δουλειά με ένα σύνολο κλασικά εκπαιδευμένων χορευτών: «Τρέφω εκτίμηση και θαυμασμό. Μια ομάδα μπαλέτου κουβαλάει συγκεκριμένη καθημερινότητα: σώματα που βρίσκονται σε διαρκή ρουτίνα και φθορά, εντός συγκεκριμένου τεχνικού πλαισίου. Αυτό για εμένα είναι και μια πρόκληση, γιατί διαφέρει αρκετά από την ευελιξία και την ασταθή ρουτίνα που συναντάς στη δουλειά ενός ανεξάρτητου χορευτή.

Η ομάδα μού δίνει τη δυνατότητα να δουλεύω επάνω σε ένα καλλιτεχνικό κομμάτι που δεν έχω πάντα την ευκαιρία να εξασκήσω στα ανεξάρτητα έργα μου. Με ενδιαφέρει πολύ η σωματική γλώσσα που προκύπτει όταν αλληλεπιδρώ με ένα σύνολο τεχνικά καταρτισμένων χορευτών. Μέσα από αυτή τη συνύπαρξη, δημιουργούμε μια κινητική αισθητική που με αφορά και συνήθως δεν έχω την ευκαιρία να εξερευνώ. Γι’ αυτό χαίρομαι πολύ να συνεργάζομαι με τα παιδιά. Με παρακινεί και με εξελίσσει». Από αυτή τη συνύπαρξη προκύπτει και μια χορογραφία που έχει στον πυρήνα της την επιθυμία. Οπως λέει η ίδια: «Tην αντιμετωπίζω με έναν “αχόρταγο”, σχεδόν εφηβικό τρόπο. Με ενδιέφερε τα σώματα να γεννούν αδιάκοπα κίνηση και την ίδια στιγμή η ίδια τους η παρόρμηση να τα οδηγεί στην εξάντληση».

INFO

«Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι»: Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ (ΚΠΙΣΝ), στις 4, 9, 10, 11, 16, 17 & 18 Οκτωβρίου.

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.