Η παραγνωρισμένη εικαστικός Mary Grigoriadis συστήνεται ξανά
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Μια νέα έκθεση του Sotheby’s συστήνει στο κοινό το δαιδαλώδες, πολύχρωμο σύμπαν της καλλιτέχνιδας, με καταγωγή από την Κέρκυρα, που έδειξε ήδη από τις αρχές των ’70s ότι η αμερικανική τέχνη μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από αφηρημένη ή μίνιμαλ.
«Ως πύλη ορίζεται μια πόρτα, θύρα ή είσοδος, με επιβλητική όψη, σαν αυτήν ενός παλατιού, ή μια είσοδος σε σήραγγα. Τα δικά μου σχέδια απεικονίζουν αυστηρές, φανταστικές δομές που γεμίζουν με χρώματα και πυκνά μοτίβα γύρω από ένα ανοιχτό κέντρο που λειτουργεί ως είσοδος στον χώρο πέρα από την επιφάνεια. Αυτά τα έργα συνεχίζουν να γιορτάζουν την πολυτέλεια, την τάξη και το διακοσμητικό στοιχείο, χωρίς καμία απολογία».
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, η Mary Grigoriadis αναζητούσε νέες προσεγγίσεις στη σύνθεση και τις χρωματικές της ελαιογραφίας, ενορχηστρώνοντας τις πινελιές της με ακρίβεια πάνω σε καμβά και τραχύ λινό ύφασμα. Ιδρυτικό μέλος της πρώτης αυτοδιαχειριζόμενης γκαλερί γυναικών στις Ηνωμένες Πολιτείες, γνωστής ως Α.Ι.R., η 84χρονη σήμερα ζωγράφος γεφύρωσε με το έργο της διαφορετικά κινήματα τέχνης της Νέας Υόρκης των μέσων του 20ού αιώνα, αναπτύσσοντας μια προσωπική γλώσσα που ανύψωσε τα διακοσμητικά φωτεινά μοτίβα σε τέχνη, η οποία, παρά την αυστηρή της φόρμα, εμπεριείχε όλη την ορμή για ελευθερία και την αισιοδοξία της εποχής της.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, το πιο αγαπημένο της μέρος στη Νέα Υόρκη ήταν το μπρουταλιστικό οίκημα του Marcel Breuer στη λεωφόρο Μάντισον, που από το 1966 ως το 2014 στέγαζε το μουσείο Whitney. «Μέναμε τότε στο Άπερ Ιστ Σάιντ, και θυμάμαι να παίρνουμε το λεωφορείο που διέσχιζε την πόλη για να δούμε μια έκθεση εκεί, η μητέρα μου μπροστά με τις ψηλές της μπότες στο χρώμα της καραμέλας κι εγώ ξοπίσω της με τα λουστρινένια μου παπουτσάκια», γράφει σε ένα προσωπικό της κείμενο στο «Elle Decor» η κόρη της, Vanessa Grigoriadis, γνωστή δημοσιογράφος σε έντυπα όπως οι «New York Times» και το «Vanity Fair». Σε αυτό το εμβληματικό κτίριο, η καλλιτέχνιδα επιστρέφει αυτόν τον Σεπτέμβριο με έργα της από την γκαλερί Ortuzar, στο πλαίσιο της φουάρ Independent 20th Century που διοργανώνει το Sotheby’s.
Η Mary Grigoriadis διαμόρφωσε ένα ιδιόμορφο στίγμα γύρω από την αισθαντικότητα του χρώματος, τη συμμετρία και τα διακοσμητικά στοιχεία. Ξεκίνησε από λευκά σχέδια πάνω σε λευκές επιφάνειες (καμβάδες περασμένους με λευκό ακρυλικό gesso), προτού δοκιμάσει γήινους τόνους και καταλήξει στα θριαμβευτικά ταμπλό για τα οποία έγινε γνωστή.

Αυτή η κλίση προς το διακοσμητικό ύφος που χαρακτήρισε από την αρχή το έργο της και η καλλιτεχνική της συναναστροφή με άλλες Νεοϋορκέζες δημιουργούς, εκτός του επίσημου συστήματος της τέχνης, οδήγησε στις αρχές των ’70s στη γέννηση του κινήματος Pattern and Decoration (Μοτίβο και Διακόσμηση), του οποίου η Mary υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία. Την ίδια εποχή, η καλλιτέχνιδα συσπείρωσε γύρω από την γκαλερί A.I.R. μια δυναμική ομάδα 20 γυναικών καλλιτεχνών που αμφισβήτησαν την ανδροκρατούμενη κουλτούρα του μινιμαλισμού και του εννοιολογικού κινήματος που κυριαρχούσε τότε στη ζωγραφική, αντιπροτείνοντας μια υβριδική τέχνη η οποία μετέφερε ίχνη από διάφορες μη δυτικές κουλτούρες, τιμούσε την καταγωγή των δημιουργών και έφερνε στο προσκήνιο ξεχασμένες –χειρωνακτικές κυρίως– μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης.
Η ίδια η Mary Grigoriadis διαμόρφωσε ένα ιδιόμορφο στίγμα γύρω από την αισθαντικότητα του χρώματος, τη συμμετρία και τα διακοσμητικά στοιχεία.
Ξεκίνησε από λευκά σχέδια πάνω σε λευκές επιφάνειες (καμβάδες περασμένους με λευκό ακρυλικό gesso), προτού δοκιμάσει γήινους τόνους και καταλήξει στα θριαμβευτικά ταμπλό για τα οποία έγινε γνωστή. Πρόκειται για πολυεπίπεδες συνθέσεις από λαδομπογιά σε έντονα χρώματα οι οποίες θυμίζουν ταπισερί, με στροβιλιζόμενα μοτίβα, οργανικές φόρμες και αρχιτεκτονικά σχέδια, από διαφορετικές κουλτούρες και χρονικές περιόδους. Με τον καιρό, η πρακτική της εξελίχθηκε σε ολοένα δυναμικότερες και πιο ασύμμετρες συνθέσεις που αντανακλούσαν την τολμηρή της προσέγγιση στο μοτίβο, το χρώμα και τη φόρμα. «Χτισμένοι» με οκτώ έως και δέκα στρώσεις μπογιάς, οι πίνακές της απέκτησαν μέσα στον χρόνο μεγαλύτερο βάθος, τόσο σε χρώμα όσο και σε υλική πυκνότητα, ενώ τα πλούσια σε υφή τμήματά τους εξισορροπούνταν από κομμάτια εκτεθειμένου, ακατέργαστου λινού.
Οι καμβάδες της είχαν τυποποιημένα μεγέθη 30,5 x 30,5 και 1,80 x 1,80 εκ., διαστάσεις που καθορίστηκαν εν μέρει από τους χωρικούς περιορισμούς του εργαστηρίου της, αλλά κυρίως από την επιθυμία της να διατηρήσει μια στενή επαφή με τη ζωγραφική επιφάνεια. Συχνά επικαλούνταν τις φλαμανδικές μικρογραφίες ως απόδειξη ότι ένας μικρός πίνακας θα μπορούσε να διαθέτει ανάλογη δύναμη και πολυπλοκότητα με έναν μνημειώδη. «Συνήθιζε να στήνει καμβάδες 1,80 x 1,80 γιατί αυτό ήταν το μεγαλύτερο μέγεθος που χωρούσε στο ασανσέρ μας», γράφει στο ίδιο άρθρο του «Elle Decor» για τη μητέρα της η Vanessa, και συμπληρώνει πόσο την επηρέασε μεγαλώνοντας το έργο «Ravenna Eve», που κρεμόταν αντί τηλεόρασης στον τοίχο του υπνοδωματίου της για χρόνια.




Άλλα έργα έφυγαν από το σπίτι τους νωρίς, όπως το «Virginia’s Dawn» (1975) ή το «Giotto's Oranges» (1974), μια σύνθεση της οποίας τα χρώματα και η συμμετρία παραπέμπουν στα αριστουργηματικά φρέσκα του Τζότο για την Καπέλα Σκροβένι στην Πάδοβα. Και τα δύο αυτά έργα –αμφίπλευρα συμμετρικές συνθέσεις από ζιγκ ζαγκ, τραπεζοειδή και σφαίρες– αποτελούν τυπικά παραδείγματα της προσέγγισης της Grigoriadis στη μη αντικειμενική ζωγραφική, προτάσσοντας τη φόρμα, τη ρυθμική επανάληψη και την υλική παρουσία έναντι της αφήγησης.
Προς το τέλος της δεκαετίας του ’70, με έργα όπως το «Ravenna Eve» (περ. 1979-1980), το στυλ της μετατοπίζεται προς την ασυμμετρία, με σχήματα που εκτείνονται πέρα από το επίπεδο της εικόνας, σαν θραύσματα αρχιτεκτονικών δομών. Στα τέλη των ’90s, με τη σειρά έργων Portal , η Grigoriadis μετέφερε τις γνώσεις της γύρω από τις αρχιτεκτονικές φόρμες της αρχαίας Ελλάδας και τον οπτικό ελληνορθόδοξο πολιτισμό, αλλά και σχεδιαστικά στοιχεία από άλλους πολιτισμούς, με ιδιαίτερη αναφορά σε βυζαντινές και ασσυριακές πηγές.
«Στο σπίτι μας στο Μπρούκλιν, ζούμε με ένα τρίπτυχο έργο της μητέρας μου, του 1982. Είναι ένας πίνακας που βγάζει μάτι όσο μια διαφημιστική πινακίδα… Τη μέρα που ήρθαν να τον εγκαταστήσουν, η μητέρα μου με πήρε στην άκρη να με ρωτήσει αν είμαι βέβαιη ότι θέλω να ζήσω στον ίδιο χώρο με ένα τέτοιο έργο. “Έχει πολύ έντονη ενέργεια”, μου είπε». Η Vanessa ήταν βέβαιη. Και σήμερα πρέπει να είναι και πολύ ευτυχής που η μητέρα της, μια παραγνωρισμένη φυσιογνωμία στην τέχνη του 20ού αιώνα, συστήνεται στο κοινό του επόμενου αιώνα, ενώ ακόμα βρίσκεται εν ζωή.


