Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

«The Echo Chamber» - Ο Μπερτολούτσι… επιστρέφει στη Βενετία

«The Echo Chamber»: Ο Μπερτολούτσι… επιστρέφει στη Βενετία

Η τελευταία ιδέα του σπουδαίου σκηνοθέτη έγινε ταινία, με πρωταγωνιστές τη Σούζαν Σαράντον, την Αλίσια Βικάντερ και τον Λούκα Μαρινέλι. Μια ιστορία για τον έρωτα, τον πόνο και την εξάρτηση Protagon Team 10 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2026, 09:31 Ενας άνδρας και μια γυναίκα ζουν στο ίδιο διαμέρισμα αλλά σχεδόν δεν συναντιούνται. Συνυπάρχουν χωρίς να γνωρίζουν πραγματικά ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αυτή ήταν η αρχική ιδέα που επεξεργαζόταν ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μαζί με τις σεναριογράφους Ιλάρια Μπερναρντίνι και Λουντοβίκα Ραμπόλντι, όπως γράφει η Corriere della Sera.

Οκτώ χρόνια αργότερα, εκείνο το ανολοκλήρωτο σχέδιο επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη. Οι δύο σεναριογράφοι επεξεργάστηκαν ξανά το κείμενο και ο σκηνοθέτης Αντρέα Παλαόρο το μετέφερε στη δική του κινηματογραφική ματιά. Το αποτέλεσμα είναι το «The Echo Chamber», ένας φόρος τιμής στον σπουδαίο ιταλό σκηνοθέτη, που συμμετέχει στο διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βενετίας και βγαίνει στις αίθουσες στις 10 Σεπτεμβρίου. Η δημοσιογράφος της Corriere della Sera, Κιάρα Μαφιολέτι, μεταφέρει από τη Βενετία την ατμόσφαιρα της ταινίας και τις σκέψεις των πρωταγωνιστών της.

Το διαμέρισμα που γίνεται πρωταγωνιστής 

Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα διαμέρισμα στο Λονδίνο. Δεν είναι απλώς ο χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση· σχεδόν αποκτά τη δική του προσωπικότητα. Παρακολουθεί, φυλακίζει, προστατεύει. Και μέσα στους τοίχους του οι σκέψεις διογκώνονται, τα συναισθήματα παραμορφώνονται και οι ζωές δύο ανθρώπων αρχίζουν να μπλέκονται. Ο Λούκα Μαρινέλι υποδύεται έναν μουσικό παραγωγό που παλεύει με τον σωματικό πόνο. Η Αλίσια Βικάντερ είναι η νοσοκόμα που αναλαμβάνει τη φροντίδα του.

Αυτό που ξεκινά ως μια σχέση φροντίδας μετατρέπεται σταδιακά σε έλξη και στη συνέχεια σε εξάρτηση. «Δεν έχω ζήσει ποτέ έναν τέτοιο έρωτα, ευτυχώς», σχολιάζει η Βικάντερ, αφήνοντας να φανεί πόσο σκοτεινή μπορεί να γίνει η γραμμή ανάμεσα στην ανάγκη και την επιθυμία.   Ο Μαρινέλι, από την πλευρά του, παραδέχεται ότι μπήκε στην ταινία έχοντας ελάχιστα «σημεία προσανατολισμού». Και όταν μιλάει για τη συνύπαρξή του με τη Βικάντερ και τη Σαράντον αποκαλύπτει κάτι πιο αυθόρμητο: «Ενιωθα ότι ήμουν ο λάθος άνθρωπος. Συχνά, παίζοντας μαζί τους, χανόμουν παρατηρώντας τες. Ηταν υπέροχο».

Οταν ο πόνος γίνεται τέχνη

Η ταινία ακουμπά και μια παλιά ιδέα: ότι ο πόνος αποτελεί απαραίτητη πρώτη ύλη για έναν καλλιτέχνη. Ο Μαρινέλι δεν συμφωνεί απόλυτα. «Το να βυθίζεσαι στον πόνο δεν βοηθά κανέναν», λέει. «Το να διασκεδάζεις μετατρέποντάς τον σε κάτι άλλο, όμως, μπορεί να βοηθήσει». Για εκείνον ο καλλιτέχνης δεν είναι καταδικασμένος να είναι «καταραμένος». Η ίδια η Σαράντον, που στην ταινία υποδύεται μια τραγουδίστρια με δύσκολο παρελθόν, βλέπει τον πόνο ως κάτι που μπορεί να μετατραπεί σε εμπειρία.

«Ο καθένας μπορεί να αξιοποιήσει τον πόνο», λέει. «Κάθε δυσκολία σε κάνει τον άνθρωπο που θα αντιμετωπίσει διαφορετικά την επόμενη». Οταν τη ρωτούν αν έχει μετανιώσει για πράγματα που έκανε στη ζωή της, απαντά «όχι». Υπάρχει, όμως, κάτι που θα άλλαζε: θα ήθελε να είχε κάνει τα λάθη της πιο γρήγορα. Και ει δυνατόν να ήταν μεγάλα λάθη: «Αφού όλοι πρέπει να τα κάνουμε, τουλάχιστον ας είναι σημαντικά». Την ίδια συμβουλή έδωσε και στον γιο της μετά την αποφοίτησή του: να βγει στον κόσμο και να κάνει μεγάλα λάθη.

«Το Χόλιγουντ ακόμη με αποκλείει»

Στη Βενετία η Σαράντον εμφανίζεται σε εξαιρετική φόρμα και αποθεώνεται από το κοινό. Στα 80 της (θα τα συμπληρώσει τον Οκτώβριο) παραμένει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες παρουσίες του αμερικανικού κινηματογράφου. Η συζήτηση, όμως, δεν θα μπορούσε να μην αγγίξει τη σχέση της με το Χόλιγουντ. Η ηθοποιός έχει μιλήσει ανοιχτά υπέρ των Παλαιστινίων και έχει υποστηρίξει ότι οι πολιτικές της θέσεις έχουν επηρεάσει τις επαγγελματικές της ευκαιρίες. «Η αφήγηση τώρα έχει αλλάξει», λέει αναφερόμενη στη συζήτηση γύρω από τον πόλεμο στη Γάζα και τη στήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ.

«Για πολλούς ήταν αποκαλυπτικό το  πόσα χρήματα δίνουν οι ΗΠΑ στο Ισραήλ». Δεν πιστεύει πάντως ότι η παρουσία ενός τέτοιου θέματος στη Βενετία μπορεί από μόνη της να σταματήσει τη βία. «Η γενοκτονία στην Παλαιστίνη δεν θα τελειώσει επειδή μιλάμε γι’ αυτήν στη Βενετία ή στα φεστιβάλ», σημειώνει. Ομως, προσθέτει, όλες οι ταινίες έχουν μια πολιτική λειτουργία, επειδή αμφισβητούν και θέτουν υπό δοκιμασία το status quo. Οπότε δεν την ενοχλεί αν δεν της προτείνονται δουλειές ή αν κάποια στούντιο δεν θέλουν να συνεργαστούν μαζί της. «Σε διεθνές επίπεδο νιώθω ευπρόσδεκτη. Εδώ βρήκα την οικογένειά μου».

«Δεν μπορώ να τραγουδήσω»

Υπάρχει, τέλος, μια λεπτομέρεια που αποκαλύπτει τη λιγότερο γνωστή πλευρά της Σαράντον. Παρότι στην ταινία υποδύεται μια τραγουδίστρια, η ίδια λέει ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να νιώσει άνετα ως τραγουδίστρια. Ο πατέρας της ήταν μέλος συγκροτήματος και της επαναλάμβανε ότι δεν ήξερε να τραγουδά. Η φράση αυτή τής έμεινε. Γι’ αυτό και όταν πήρε μέρος στο «The Rocky Horror Picture Show», το έκανε ακριβώς για να δοκιμάσει τον εαυτό της. Ηταν τρομοκρατημένη.

«Ελεγα: να με ναρκώσουν, να με κάνουν να πιώ, αλλά πρέπει να τραγουδήσω». Ισως γι’ αυτό το «The Echo Chamber» μοιάζει να ταιριάζει τόσο πολύ στη φετινή Βενετία. Είναι μια ταινία για ανθρώπους που ζουν κλεισμένοι μέσα σε έναν χώρο, αλλά και για όσα κουβαλούν μαζί τους όταν οι πόρτες κλείνουν: τον πόνο, την ανάγκη, την επιθυμία, την εξάρτηση. Στο κέντρο όλων αυτών βρίσκεται μια ιδέα που είχε συλλάβει ο Μπερτολούτσι πριν από χρόνια και χρειάστηκε μια άλλη εποχή, ένας άλλος σκηνοθέτης και μια νέα γενιά δημιουργών για να βρει τελικά τον δρόμο της προς την οθόνη. 

Πολυμέσα

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.