Logo
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Πάβελ Παβλικόφσκι - «Αδυνατώ να ξεπεράσω την ηλιθιότητα»

Πώς έκανε τη μετάβαση από τα ντοκιμαντέρ στις ταινίες μυθοπλασίας; Γιατί επιλέγει το ασπρόμαυρο; Τι του αρέσει στην Ελλάδα που επισκέπτεται συχνά; Ο βραβευμένος σκηνοθέτης μιλά λίγο πριν την πρώτη πανελλήνια προβολή της νέας του ταινίας.

 Με δεύτερο βραβείο σκηνοθεσίας στο 79ο Φεστιβάλ Καννών, ο Πάβελ Παβλικόφσκι παρέδωσε ένα ακόμη masterclass με την Πατρίδα, την επιστροφή του νομπελίστα συγγραφέα Τόμας Μαν με την κόρη του Έρικα στη διαλυμένη Γερμανία μετά τον πόλεμο — χωρίς να το έχει προσχεδιάσει, συμπληρώνει μια άτυπη τριλογία αγάπης και πίστης στα ερείπια της οικογένειας και του πολιτισμού, σε ασπρόμαυρο, τετράγωνο φορμάτ, μετά την Ίντα και τον Ψυχρό Πόλεμο. Αν και αποφεύγει να το δηλώσει ευθαρσώς, νομίζω πως συμφωνεί πως το Fatherland είναι το αριστούργημά του, μια ιστορία που αποφεύγει την παγίδα της κλισέ βιογραφίας και απομονώνει τις εντάσεις και τους διχασμούς δύο διαφορετικών αφηγημάτων, κοινωνικών και προσωπικών ταυτόχρονα.

Συναντήσαμε τον σχεδόν Έλληνα Πάβελ (μιας και περνά αρκετό χρόνο στη χώρα μας, αν και όχι όσο θα ήθελε) στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, με αφορμή την πρώτη πανελλήνια προβολή της νέας του ταινίας στο πλαίσιο των Νυχτών Πρεμιέρας, και μας μίλησε για τις πρώτες του απόπειρες και επιδιώξεις στην Αγγλία, για την επίδραση του ντοκιμαντέρ και την εμμονή του με τη φωτογραφία, που καθόρισαν τη στιλιστική προσέγγιση των ταινιών του μετά την επιστροφή του στην Πολωνία, τους λόγους της κατάρρευσης του μεγαλεπήβολου The Island με τον Χοακίν Φίνιξ, την αμηχανία του μπροστά στις οθόνες του σύγχρονου κόσμου, αλλά και την ανακουφιστική… Κίμωλο, ως υγιές αντίδοτο της μυκονοποίησης που βλέπει να υπεισέρχεται στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο για μένα από αυτή την πλαστή συναισθηματικότητα που χρησιμοποιούν τα στελέχη μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, αυτοί που εφαρμόζουν κλισέ όπως «θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάποια πράγματα γιατί νοιάζομαι πολύ», ενώ ξέρεις πόσο motherfuckers είναι.

— Για κάποιον που ξεκίνησε από τα ντοκιμαντέρ, γυρίζετε πολύ στιλιζαρισμένες ταινίες μυθοπλασίας.

Ναι, αλλά έχετε δει κάποια από τα ντοκιμαντέρ μου, σωστά;

— Βέβαια, και θα πρόσθετα πως κι εκεί υπάρχει αφαίρεση και λυρισμός στην εικόνα. Αυτό που θα με ενδιέφερε να μάθω είναι για ποιον λόγο καταφύγατε στον ρεαλισμό του συγκεκριμένου είδους για να ερευνήσετε τα θέματα που σας αφορούσαν.

Δεν είχα πλάνο. Ξεκίνησα με ταινίες μικρού μήκους που ήταν λίγο ποιητικές και εξεζητημένες και όχι πολύ καλές, και ξαφνικά έπεσα σε μια περίοδο όπου δίνονταν χρήματα για ντοκιμαντέρ, στην Αγγλία της δεκαετίας του ’90, και βρέθηκα απελευθερωμένος, ανακάλυψα πράγματα που μου άρεσαν, σπουδαίους χαρακτήρες, καταστάσεις, τοπία, πολύ πριν οι άνθρωποι αρχίσουν να ασχολούνται μόνο με τα κινητά τους. Τέλος πάντων, αυτό με έβγαλε έξω από τον εαυτό μου και, την ίδια στιγμή, με έφερε κοντά σε μένα! Όχι τόσο από την οπτική του διανοούμενου, αλλά μέσα από τις ιστορίες όσων συναντούσα, ειδικά των Βαλκάνιων και των κατοίκων της πρώην Γιουγκοσλαβίας, οι οποίοι ανέκαθεν με γοήτευαν. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος είπα: «ας γυρίσω μια ταινία», όχι με δημοσιογραφική ματιά και με περιγραφή και σχολιασμό των μαχών, αλλά από την οπτική γωνία των επικών ποιημάτων της περιοχής και των παραδοσιακών οργανοπαιχτών, με δυνατές εικόνες και σκηνές.

Περίπου όπως και στην Πατρίδα, όπου η Ιστορία διυλίζεται σε ένα διαφορετικό αφήγημα, όχι όπως θα το έλεγαν οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι. Ενώ η προσέγγιση παραμένει ανθρωπολογική, προσπαθώ να δώσω και μια πιο ποιητική διάσταση για να γίνει η ταινία διαχρονική, κι όχι μόνο αποτύπωση της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου — να απηχεί το σήμερα, να συνδυάζει το όμορφο με το ενοχλητικό και το φριχτό, αυτό είναι το ζήτημα για μένα, κι όχι περιοριστικά ο διάλογος, με την ευρύτερη έννοια, της εποχής εκείνης. Πολλά μπορεί να πετύχει το σινεμά! Και για να επανέλθω στο θέμα των ντοκιμαντέρ, για τα οποία είμαι υπερήφανος που προορίζονταν για την τηλεόραση αλλά δεν ήταν κλασικά τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, δεν είχα διάθεση να αλλάξω ρότα, αλλά άλλαξε η ίδια η ζωή μου. Το BBC για λογαριασμό του οποίου τα γύριζα απέκτησε μια δομή πυραμίδας και νοιαζόταν κυρίως για την τηλεθέαση, οπότε άρχισα να ψάχνομαι, να επανατοποθετούμαι, και παράλληλα δημιούργησα οικογένεια, γενήθηκαν τα παιδιά μου… Η πρώτη μου ταινία μυθοπλασίας ήταν κάπως υβριδική. Με το Τελευταίο Καταφύγιο και το My Summer of Love, άντλησα στοιχεία από το ντοκιμαντέρ και ανέπτυξα έναν ρυθμό για το βρετανικό δράμα που δεν υπήρχε: ήθελα να είναι πιο ζωντανό. Κάτι ακόμη που δεν συναντούσα στην αγγλική κινηματογραφία ήταν η αίσθηση της Ιστορίας.

— Οι Βρετανοί μάλλον θα διαφωνούσαν…

Μμμ, γυρίζουν ταινίες εποχής με πολλά κοστούμια, γύρω από την Ιστορία, αλλά τα σύγχρονά τους δράματα πραγματεύονται το ταξικό χάσμα και το αφήγημα που αφορά τη δική τους κοινωνική πραγματικότητα. Προσωπικά προσπάθησα να αναμείξω την παρατήρηση, την ποιητικότητα, την ειρωνία και φυσικά την κοινωνιολογική πλευρά του θέματος. Όταν επέστρεψα στην Πολωνία βρήκα ακριβώς αυτό που αναζητούσα: ιστορίες που σμιλεύονται ή θρυμματίζονται από την Ιστορία, όπως η Ίντα, ο Ψυχρός Πόλεμος και η Πατρίδα.

Πάβελ Παβλικόφσκι: «Σκέφτομαι πάντα το φινάλε εκ των προτέρων»
 Προτιμώ η πληροφορία να υπονοείται αντί να προβάλλεται. Φωτ.: Γιάννης Στεφανίδης

— Έχετε καταλήξει στο γιατί επιλέγετε το ασπρόμαυρο;

Πηγάζει από το ίδιο το θέμα, έτσι το οραματίζομαι. Δεν προέρχεται από λογική διαδικασία, απλά ξέρω ότι πρέπει να γίνει με αυτόν τον τρόπο. Προφανώς έτσι ανακαλώ εκείνες τις εποχές, θυμάμαι τα ασπρόμαυρα λευκώματα με τις οικογενειακές φωτογραφίες στο τετράγωνο φορμάτ, και ειλικρινά δεν έρχονται στη μνήμη μου χρώματα, δεν έχω ιδέα πώς θα ήταν έγχρωμη η Ανατολική Ευρώπη. Επίσης αποφάσισα να γυρίζω ριζοσπαστικά φωτογραφικές ταινίες από την Ίντα κι έπειτα, με την κάμερα να στέκει ακίνητη, να επιστρέψω στις θεμελιώδεις αρχές του σινεμά των αδελφών Λυμιέρ, να επιτρέψω στη σκηνοθεσία να χωρέσει στην εικόνα, από το να καλύψω με πλάνα τις ιδέες που θα ήθελα να μοιραστώ — και ό,τι συνέβαινε έξω από το πλάνο, ή στο βάθος του, να το αφήσω να παίξει τον ρόλο του και να μιλήσει αφ’ εαυτού, αντί να αλλάζω τις γωνίες λήψης.

Αυτή η άσκηση μου δίδαξε την πειθαρχία που είχα ανάγκη. Με τον Ψυχρό Πόλεμο προχώρησα ένα βήμα παραπέρα με τη μουσική και την κίνηση της κάμερας, αλλά και πάλι ο ήχος μετέφερε περισσότερα, όπως και οι μύχιες στιγμές ανάμεσα στο ζευγάρι, που δεν βλέπει ο θεατής. Προτιμώ η πληροφορία να υπονοείται αντί να προβάλλεται, επειδή συνήθως στις ταινίες εποχής οι σκηνογράφοι φορτώνουν με πολλές λεπτομέρειες τις σκηνές. Δεν τα χρειαζόμαστε όλα αυτά, νομίζω, δύο-τρία πράγματα είναι αρκετά: ενδιαφέροντα πρόσωπα, ωραία locations που προσελκύουν τον θεατή με τη φυσικότητα και τον πλούτο τους, κάποια κοστούμια, και πάντα η φωτογραφία, με την οποία έχω εμμονή! Ξέρετε, παρακολούθησα τον Ψυχρό Πόλεμο στην Κίμωλο πριν από μερικές ημέρες και άρεσε σε πολλούς θεατές, μάλλον εξαιτίας του μελοδραματικού χαρακτήρα του.

— Το αγκάλιασε θερμά το ελληνικό κοινό, να το έχετε υπόψη σας. Το μοιραίο ζευγάρι, η τζαζ μουσική, το πάθος της σχέσης… Η Ίντα και η Πατρίδα χρειάζονται περισσότερη συγκέντρωση για να τραβήξουν τον θεατή στο σύμπαν τους.

Έχετε δίκιο. Βλέποντας ξανά την ταινία παρατηρούσα πώς ξεκινά με την κομμουνιστική Πολωνία και εξελίσσεται σε πολύ glamorous ταινία στο Παρίσι, κάτι σαν την Καζαμπλάνκα, ώσπου έρχεται το φινάλε (χαμογελάει)

— Κάθε ταινία σας έχει μια ευδιάκριτη, συγκλονιστική τελευταία σκηνή. Σκέφτεστε πάντα το φινάλε εκ των προτέρων;

Πάντα. Πριν ακόμη δεσμευθώ για το γύρισμα, έχω από την αρχή στο μυαλό μου το οπτικό punchline κάθε ταινίας. Το κατεστραμμένο παρεκκλήσι και το εκκλησιαστικό όργανο στην Πατρίδα τα είχα φανταστεί από νωρίς.

— Η ταινία που επρόκειτο να γυρίσετε πριν από την Πατρίδα, το The Island με τον Χοακίν Φίνιξ και τη Ρούνι Μάρα, ακυρώθηκε. Δεν είναι η πρώτη φορά που ένα σχέδιο που ετοιμάζετε δεν ολοκληρώνεται. Νιώσατε ιδιαίτερα απογοητευμένος αυτή τη φορά;

Ναι, γιατί ξόδεψα έναν χρόνο για την προετοιμασία, και ήταν ένα πολύ ακριβό project, με γυρίσματα σε χρονολογική σειρά, σε ένα έρημο νησί- πολύ δύσκολο. Και κατέρρευσε 10 ημέρες πριν από την έναρξη. Κρίμα. Ίσως το ξαναδοκιμάσουμε κάποια στιγμή στο μέλλον, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως μπορούμε να ξαναμαζέψουμε τα χρήματα, γιατί οι κινηματογραφικοί προϋπολογισμοί συρρικνώνονται στις μέρες μας. Εκτός αν μιλάμε για την Οδύσσεια, με όλους τους superstars που πρωταγωνιστούν! (χαμογελάει)

— Σε μια συνάντηση που είχα στις Κάννες με την πρωταγωνίστρία της Πατρίδας, τη Σάντρα Χύλερ, μου είπε πως αυτό που της αρέσει ιδιαίτερα στην ταινία είναι πως οι χαρακτήρες του Τόμας Μαν και της κόρης του, Έρικα, έχουν δυνατές ιδέες για το πώς θα έπρεπε να είναι η χώρα τους, και διαθέτουν μια σημαντική αίσθηση προοπτικής. Για εσάς;

Προσπάθησα να αναπτύξω περισσότερα θέματα πέρα από αυτά τα δύο. Μιλάμε για μια χώρα διαλυμένη κι έναν πολιτισμό ερειπωμένο. Το μοντέλο που γνώριζε η οικογένεια Μαν δεν υφίσταται πλέον και παλεύουν να βρουν μια κατεύθυνση. Κοίταξα την κατάσταση ως εξωτερικός παρατηρητής, αν και έζησα στη Δυτική Γερμανία 4 χρόνια, μιλάω τη γλώσσα και σπούδασα γερμανική φιλολογία. Η ταινία υπερβαίνει τα διχαστικά προβλήματα της εποχής εκείνης, και τα ζητήματα που απασχολούν ξεχωριστά τον Τόμας και την Έρικα. Η τέχνη έρχεται να σώσει τον άνθρωπο πριν καταντήσει ιδεολογικός γρίφος, απογυμνωμένος από τα αισθήματά του- κάπως έτσι βλέπω την Πατρίδα.

Ο γιος του Τόμας Μαν, ο Κλάους, αυτοκτονεί και ο συγγραφέας πατέρας του, που είναι ταυτόχρονα ευυπόληπτη προσωπικότητα, σχεδόν ενοχλείται από την είδηση αντί να ταραχτεί, γιατί τον αποσπά από την αποστολή του, το καθήκον που αισθάνεται πως έχει απέναντι στη χώρα του. Επίσης υπάρχει μια κωμικότητα σε ένα κρίσιμο σημείο της ταινίας, όταν ο Τόμας Μαν βγάζει έναν λόγο με ορθά νοήματα για την κοινωνική ουτοπία και τους νεκρούς που προκύπτουν από την επιδίωξή της, αλλά τόσο αδιαπέραστο σε γλωσσικό επίπεδο, που οι αποδέκτες του αδυνατούν να τον κατανοήσουν, οπότε πέφτει θύμα παρεξήγησης, αν και έχει δίκιο! Όπως συχνά συμβαίνει και σήμερα.

— Αν στα social media πεις κάτι σωστό που ωστόσο δεν συμπίπτει με ό,τι είναι αποδεκτό ως μοτίβο, κινδυνεύεις, ή θεωρείσαι εξωγήινος.

Ό,τι υπαγορεύει ο αλγόριθμος.

— Δηλώσατε πρόσφατα πως αισθάνεστε χαμένος στον σύγχρονο κόσμο, εξ ου και η στροφή σας σε μεταπολεμική θεματολογία. Ωστόσο, δεν φαίνεστε καθόλου «απολωλός»!

Δεν είμαι έτσι ως άνθρωπος, προσπαθώ να παραμείνω σώφρων, δεν είμαι χαμένος με τη δραματική σημασία της λέξης και είμαι αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνω τι γίνεται, αλλά αισθάνομαι πως δεν ανήκω, πως συχνά βιώνω εξωσωματική εμπειρία! Αδυνατώ να ξεπεράσω την ηλιθιότητα, και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στον Τραμπ, αλλά είναι σαν να κατακλύζομαι από ένα συνεχές αίσθημα παραλόγου.

Δεν εννοώ τις σύγχρονες τραγωδίες της ανθρωπότητας, στην Ουκρανία και την Παλαιστίνη για παράδειγμα, αλλά το πώς τόσοι πολλοί έχουν ισχυρές απόψεις για πράγματα που δεν έχουν βιώσει, αφού όλοι περνούν τον χρόνο τους μπροστά σε μια οθόνη, καταναλώνοντας πληροφορίες που προέρχονται από αλγόριθμους και ομάδες συμφερόντων. Οι γνώμες ριζοσπατικοποιούνται έντονα, για θέματα που ελάχιστοι έχουν ζήσει εμπειρικά σε τρεις διαστάσεις. Περίεργη δυσαναλογία και, φιλοσοφικά μιλώντας, σημαντική αποσύνδεση! Αυτό που είπα στις Κάννες ήταν πως ένας ανησυχητικά μεγάλος αριθμός ανθρώπων είναι απόλυτα πεπεισμένοι πως έχουν δίκιο σε θέματα που δεν γνωρίζουν. Προσπαθώ να μην ακούω τι λέει ο κόσμος, αλλά τι κάνει, και πώς ζει.

— Περνάτε αρκετό χρόνο στην Ελλάδα.

Προσπαθώ!

— Τι σας ενδιαφέρει στη χώρα μας;

Η Ελλάδα δείχνει να μην έχει χάσει την ανθρώπινη κλίμακά της, δεν είναι corporate όπως οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, η Γερμανία και η Αγγλία για παράδειγμα. Βρίσκω ακόμη ενδιαφέρουσα τη διαδραστικότητα του κόσμου, Ως ξένος παρατηρώ —γιατί δεν μιλάω τη γλώσσα, αν και καταλαβαίνω λίγα— την κίνηση του σώματος στις καθημερινές συναλλαγές· νιώθω μια θέρμη. Βέβαια υπάρχει η τάση προς την ψηφιοποίηση, την εμπορευματοποίηση, τη «μυκονοποίηση», (γελάει) αλλά πας σε μέρη όπως η Κίμωλος και όλα έρχονται στη θέση τους. Υπάρχει ακόμη μια αντίσταση συνείδησης στην Ελλάδα, και μου αρέσει.

— Πολλοί χαρακτήρες στις ταινίες σας είναι ψυχροί και συχνά φαίνονται απάνθρωποι, αλλά μέρος της δουλειάς σας είναι να καταδεικνύετε την πολυπλοκότητά τους και να σκάβετε στην ψυχή τους για τα ίχνη ανθρωπιάς που μπορεί να τους λυτρώσουν. Τελικά δεν είστε κυνικός.

Όχι καθόλου. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο για μένα από αυτή την πλαστή συναισθηματικότητα που χρησιμοποιούν τα στελέχη μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, αυτοί που εφαρμόζουν κλισέ όπως «θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάποια πράγματα γιατί νοιάζομαι πολύ», ενώ ξέρεις πόσο motherfuckers είναι, και στα αλήθεια θέλουν να σου ρουφήξουν το αίμα. Όπως προείπα, δεν ακούω τα λόγια, βλέπω τις πράξεις των ανθρώπων.

Η Πατρίδα κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες στις 3 Σεπτεμβρίου από τη Spentzos Film.

Πηγή: lifo

Πολυμέσα

© Kifisia-Life. All Rights Reserved.