Ιζαμπέλ Ιπέρ - «Ο χειρότερος εφιάλτης μου είναι η μοναξιά»
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Μία από τις σημαντικότερες ηθοποιούς του γαλλικού αλλά και του παγκόσμιου σινεμά με αφορμή την ταινία «Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο», στην οποία πρωταγωνιστεί.
«Σας ζητώ συγγνώμη» είναι το πρώτο πράγμα που θα πει απλά η Ιζαμπέλ Ιπέρ μετά το τυπικό «hello», ενώ κάθεται στον καναπέ μιας σουίτας του ξενοδοχείου Le Sofitel Paris Arc de Triomphe στο Παρίσι και ασχολείται με το κινητό της σαν να μη βρίσκεται κανείς άλλος στον χώρο. Η συνάντηση γίνεται για την προώθηση μιας από τις τελευταίες ταινίες της, με τίτλο «Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο» (La Femme la Plus Riche du Monde, 2025), η οποία θα ξεκινήσει να προβάλλεται στους ελληνικούς κινηµατογράφους από τη Rosebud.21 στις 20 Αυγούστου. Με τη σκηνοθετική υπογραφή του Τιερί Κλιφά, το φιλμ έκανε πρεμιέρα εκτός συναγωνισμού στο Φεστιβάλ των Καννών το 2025 και προβλήθηκε αργότερα στην εβδομάδα προώθησης του γαλλικού σινεμά στο εξωτερικό της Unifrance
Η ταινία «Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο» – για την οποία έγιναν γυρίσματα και στη χώρα μας – είναι εμπνευσμένη από πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα την περίφημη «υπόθεση Μπετανκούρ», της κληρονόμου της L’Oréal, ένα τεράστιο οικονομικό, δικαστικό και πολιτικό σκάνδαλο που συντάραξε προ ετών τη γαλλική κοινή γνώμη.
Η Ιπέρ υποδύεται τη Μαριάν Φαρέρ, ιδιοκτήτρια μιας αμύθητης αυτοκρατορίας καλλυντικών, που, ενώ δείχνει να τα έχει όλα, της λείπει η αγάπη και η πραγματική ελευθερία. Η γνωριμία της με τον νεότερό της Πιερ-Αλέν Φαντέν (Λοράν Λαφίτ), έναν εκκεντρικό και φιλόδοξο ομοφυλόφιλο φωτογράφο, θα οδηγήσει σε μια σχέση απρόβλεπτη, αμφίσημη και επικίνδυνη. Εκείνος της προσφέρει μια διέξοδο από τη «χρυσή φυλακή» της ζωής της, ενώ εκείνη του ανοίγει την πόρτα σε έναν κόσμο αμύθητου πλούτου και προνομίων. Οσο η έλξη και η αλληλεξάρτησή τους μεγαλώνουν, τόσο η Μαριάν τού προσφέρει όλο και περισσότερα, εκνευρίζοντας τον περίγυρό της.

Ξεκινώντας τη συζήτηση, ρώτησα την Ιζαμπέλ Ιπέρ ποια ήταν η πρόκληση στην ηρωίδα που ενσαρκώνει, καθότι η ίδια έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι αναζητεί πάντα ρόλους απροσδόκητους και σύνθετους.
«Στη συγκεκριμένη περίπτωση με ενδιέφερε η ίδια η σχέση ανάμεσα στη Μαριάν Φαρέρ και τον Πιερ-Αλέν Φαντέν, κυρίως επειδή είναι μια σχέση που τελικά μπορεί όντως να λειτουργήσει. Ενώ δεν περιμένεις ότι δύο τόσο αντίθετοι χαρακτήρες θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν, συμβαίνει ακριβώς αυτό. Από την πρώτη στιγμή της συνάντησής τους, της αρέσει. Γιατί; Δεν ξέρω. Ισως επειδή αυτός ο τόσο διαφορετικός άνθρωπος εκφράζει ένα κομμάτι του εαυτού της που βρίσκεται βαθιά κρυμμένο μέσα της και δεν μπορεί να βγει προς τα έξω. Μου άρεσε αυτό. Είναι ένα μοίρασμα. Βρίσκω όμορφο όταν δύο άνθρωποι που δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους μπορούν και μοιράζονται κάτι – για την ακρίβεια, πολλά πράγματα, όπως συμβαίνει με τους δύο ήρωες».
Στη Γαλλία, τουλάχιστον, όλοι γνωρίζουμε για το σκάνδαλο, τις πολιτικές συνέπειες που είχε και όλα τα άλλα, τα οποία βρίσκονται μέσα στην ταινία επίσης. Ομως το από πού και το πώς ξεκίνησαν όλα αυτά είναι κάτι που πολύς κόσμος δεν γνωρίζει. Δεν γνωρίζει την ένταση αυτής της σχέσης και συγχρόνως την αλήθεια της, γιατί προφανώς υπάρχει ένας πολύ ισχυρός συναισθηματικός δεσμός ανάμεσα σε αυτά τα δύο πρόσωπα. Δεν είναι μόνο η απάτη και η χειραγώγηση που τα ενώνουν. Γιατί, αν θέλουμε να γίνουμε απολύτως ακριβείς, αυτός δεν παίρνει τα χρήματα, εκείνη του τα δίνει. Θα μπορούσα να πω ότι είναι μια σχεδόν ερωτική ιστορία».
Το τίμημα της μοναξιάς
Επίσης ενδιαφέρον για την ηθοποιό είναι το ότι στη συγκεκριμένη ιστορία «όλοι είναι και συγχρόνως δεν είναι θύματα. Το χειρότερο τίμημα που η ηρωίδα μου πρέπει να πληρώσει είναι το τίμημα της μοναξιάς. Πιστεύω ότι αυτό το νόμισμα είναι πραγματικά το πιο ακριβό. Ο χειρότερος εφιάλτης μου είναι η μοναξιά. Ωστόσο, η Μαριάν δεν παρουσιάζεται ποτέ ως θύμα, ξέρει να ελίσσεται και να μη δείχνει ποτέ πώς πραγματικά νιώθει».
Η Ιζαμπέλ Ιπέρ, βέβαια, δεν θα συγκρίνει ποτέ τον εαυτό της με κάποια ηρωίδα της. Προσπαθεί να αποστασιοποιείται από το θέμα των ταινιών στις οποίες συμμετέχει, ιδίως όταν αυτό έχει ένα ειδικό βάρος.
Σε παλαιότερη συνέντευξή μας στη Βενετία για την «Ωραία κοιμωμένη» (Bella Addormentata, 2012) του Μάρκο Μπελόκιο, που πραγματεύεται το θέμα της ευθανασίας, την είχα ρωτήσει αν το ίδιο το ζήτημα την απασχόλησε ποτέ προσωπικά. «Δεν έκανα προσωπικές σκέψεις για να παίξω τον ρόλο μου, η ταινία από μόνη της βγάζει αρκετά ερωτήματα ώστε ο κόσμος να σκεφτεί» είχε πει τότε. Γνωρίζω λοιπόν ότι δεν θα απαντήσει στην ερώτηση που αφορά τη θέση της Μαριάν Φαρέρ σε συνάρτηση με την ίδια – που είναι επίσης και πλούσια και διάσημη. Θα πει όμως: «Οταν κάποιος είναι διάσημος, η εικόνα που παρουσιάζει δημοσίως, αν και όντως αληθινή, δεν είναι απαραιτήτως ταυτόσημη με το πώς λειτουργεί σε σχέση με τους υπόλοιπους ανθρώπους».
Επιμένω: Αν εκείνη ήταν δισεκατομμυριούχος, σαν τη Μαριάν, έχει σκεφτεί τι θα έκανε τα χρήματά της; «Θα προσπαθούσα να δώσω όσο το δυνατόν πιο πολλά χρήματα σε άλλους» απάντησε αμέσως η ηθοποιός και συμπλήρωσε: «Θα κρατούσα βέβαια και κάποια για τον εαυτό μου, αλλά τα περισσότερα θα τα έδινα για διάφορους σκοπούς. Αυτό άλλωστε κάνει και η Μαριάν. Με τα χρήματα που έχει αποκτά έναν ρόλο για κάτι άλλο, πέρα από το να είναι μια πολύ καλή επιχειρηματίας». Η επόμενη ερώτησή μου ήταν αν συμφωνεί με το «όποιος χάνει στα λεφτά κερδίζει στην αγάπη» – μια παραλλαγή δηλαδή της ελληνικής λαϊκής παροιμίας «Οποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη». Η ηθοποιός χαμογελώντας είπε: «Ανάλογα με το πώς ορίζει κανείς την αγάπη».
Εμπειρη και διαρκώς ανήσυχη
Κατά τη διάρκεια των έξι τελευταίων δεκαετιών, η Ιζαμπέλ Ιπέρ, η οποία έκανε τα πρώτα της βήματα τη δεκαετία του 1970, έχει παίξει σχεδόν τα πάντα. Βρίσκεται στα κινηματογραφικά πράγματα από τα 16 της – η πρώτη της εμφάνιση ήταν στην ταινία «Οι πειρασμοί μιας δεκαεξάχρονης» (Faustine et Le Bel Été, 1972) – και έχει συνεργαστεί με τους πάντες. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Εχει παίξει στο «Σεζάρ και Ροζαλί» (César et Rosalie, 1972) του Κλοντ Σοτέ, στο «Λουλού» (Loulou, 1980) του Μορίς Πιαλά, στο «Ο σώζων εαυτόν σωθήτω» (Sauve qui Peut (la vie), 1980) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, σε επτά ταινίες του Κλοντ Σαμπρόλ – ανάμεσά τους η «Τελετή» (La Cérémonie, 1995) και το «Merci για τη σοκολάτα» (Merci pour Le Chocolat, 2000) –, στην «Πέστροφα» (La Truite, 1982) του Τζόζεφ Λόουζι. Δεν αισθάνεται πίκρα που δεν μπόρεσε να κάνει καριέρα στις ΗΠΑ μετά την παταγώδη αποτυχία της «Πύλης της Δύσεως» (Heaven’s Gate, 1980) του Μάικλ Τσιμίνο: «Η εμπειρία μού ήταν αρκετή» είπε λακωνικά.
Εχει δύο βραβεία ερμηνείας στις Κάννες, το πρώτο για τη «Βιολέτ Νοζιέρ» (Violette Nozière, 1978) του Σαμπρόλ και το δεύτερο για τη «Δασκάλα του πιάνου» (La Pianiste, 2001) του Μίχαελ Χάνεκε. Ηταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του ίδιου φεστιβάλ όταν το 2009 μια άλλη ταινία του αυστριακού σκηνοθέτη, η «Λευκή κορδέλα» (Das weiße Band – Eine deutsche Kindergeschichte), κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα.
Στη συνέχεια βρέθηκε και πάλι στο πλευρό του Χάνεκε για την «Αγάπη» (Amour, 2012), ταινία που επίσης βραβεύθηκε με Χρυσό Φοίνικα. Επιπλέον, η Ιπέρ, μαζί με τη Σιμόν Σινιορέ, την Εμανουέλ Ριβά, την Κατρίν Ντενέβ, την Ιζαμπέλ Ατζανί, τη Μαριόν Κοτιγιάρ και τη Ζιλιέτ Μπινός, ανήκει στην ελίτ των γαλλίδων ηθοποιών που έχουν προταθεί για Οσκαρ – στην περίπτωσή της, ήταν το 2017 για την ταινία «Εκείνη» (Elle, 2016) του Πολ Βερχόφεν. Δεν το κέρδισε, όπως η Σινιορέ, η Κοτιγιάρ και η Μπινός, αλλά είναι πολύ πιθανό αυτό να συμβεί στο μέλλον.
Παραδέχεται ότι της λείπουν οι παλιοί σκηνοθέτες, όπως ο Κλοντ Σαμπρόλ, με τον οποίο έχει πραγματικά διαπρέψει, αλλά και ο Μίχαελ Χάνεκε που, όπως λέει, «είναι ακόμα ανάμεσά μας, αλλά δεν νομίζω ότι θα κάνει άλλη ταινία, δυστυχώς». Συνεχίζοντας, αναφέρει: «Το βρίσκω απολύτως φυσιολογικό που πολλοί σκηνοθέτες θέλουν να συνεργαστούν μαζί μου, γιατί κι εγώ έχω στο μυαλό μου κάποιους ανθρώπους με τους οποίους θέλω να δουλέψω. Εξίσου φυσιολογικό όμως βρίσκω και κάποιοι να μην το θέλουν, το ίδιο συμβαίνει και σε εμένα. Ετσι είναι η ζωή, σε κάποιους αρέσουμε, σε κάποιους όχι, κάποιοι μας αρέσουν, κάποιοι όχι. Αλλες δουλειές τις εκτιμάς πολύ, κάποιες άλλες λιγότερο και πάει λέγοντας. Δεν έχει να κάνει με την αντικειμενική ποιότητα κάποιου».
Η ηθοποιός γνωρίζει επίσης ότι πολλές ηρωίδες που έχει υποδυθεί, όπως η Μαριάν στην «Πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο», δεν είναι «αρεστές», αλλά αυτό δεν την απασχολεί καθόλου: «Σημασία για εμένα δεν έχει να δημιουργήσεις μια ηρωίδα που να είναι αρεστή, αλλά μια ηρωίδα που να είναι ενδιαφέρουσα».
Η έμπειρη γαλλίδα ηθοποιός ξέρει να διακρίνει τους ικανούς πρωτοεμφανιζόμενους σκηνοθέτες, με τους οποίους δεν διστάζει να συνεργαστεί άπαξ και γνωρίζει από πριν το υλικό. «Το σενάριο παίζει πάντα τεράστιο ρόλο, και οι καλοί διάλογοι είναι αναγνωρίσιμοι αμέσως. Στην περίπτωση της “Πιο πλούσιας γυναίκας στον κόσμο”, το σενάριο ήταν καταπληκτικό και αυτό, ξέρετε, είναι πολύ σημαντικό, καθώς ο ηθοποιός εμπνέεται από τους καλούς διαλόγους. Είμαι καλή στο να αναγνωρίζω τα δυνατά σενάρια, το ξέρω. Ωστόσο, έχοντας πει αυτό θα πρέπει να προσθέσω ότι ένα καλό σενάριο δεν σημαίνει απαραιτήτως και μια καλή ταινία».
Πηγή: Το Βήμα