Πώς η μαφία έχτισε το Χόλιγουντ – Αλ Καπόνε, Νονός και οι σκοτεινές ρίζες της μεγάλης οθόνης
- Κατηγορία ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
- 0 σχόλια
Από την εποχή του Τόμας Έντισον μέχρι τον Νονό του Κόπολλα, η Μαφία είχε το Χόλιγουντ πάντα δικό της αποκαλύπτει το νέο ντοκιμαντέρ Hollywood Crime Story: The Mob Takes Over the Movies
«Από την ίδρυση του Χόλιγουντ, η μαφία ήταν εκεί». Με αυτή τη διαπίστωση, ο Τομ Πάτερσον, παραγωγός και σκηνοθέτης της νέας σειράς ντοκιμαντέρ τριών επεισοδίων Hollywood Crime Story: The Mob Takes Over the Movies, συμπυκνώνει την ουσία του εγχειρήματος.
Η σχέση του οργανωμένου εγκλήματος με την κινηματογραφική βιομηχανία προηγείται μάλιστα της δημιουργίας του ίδιου του Χόλιγουντ, καθώς ήταν παρούσα ήδη από τη γέννηση του μέσου.
Εκεί όπου ίδρυσαν την πόλη και το σύστημα των στούντιο που έμελλε να γίνουν συνώνυμα με τον κινηματογράφο όπως τον γνωρίζουμε, το Χόλιγουντ.
Την ίδια ακριβώς περίοδο, στην άλλη πλευρά της χώρας, η ποτοαπαγόρευση δημιούργησε μια «εγκληματική» οικονομία που οδήγησε στην άνοδο ισχυρών συνδικάτων: της οργάνωσης The Outfit στο Σικάγο και της Μαφίας στη Νέα Υόρκη.
Δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να συγκρουστούν και να αναμειχθούν αυτοί οι δύο κόσμοι σημειώνει ο The Guardian.
Ο Αλ Καπόνε, ο «Μπάγκσι» Σίγκελ και οι άλλοι
Το πρώτο επεισόδιο της σειράς καλύπτει την περίοδο από την αυγή της κινούμενης εικόνας έως τη δεκαετία του 1960. Πρόκειται για μια εποχή που σημαδεύτηκε από την άνοδο του διαβόητου αρχηγού του Σικάγου, Αλ Καπόνε.
Ο Καπόνε έστειλε έναν από τους υφισταμένους του, τον Τζόνι Ροσέλι, στη Δύση για να εξερευνήσει νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες.

Ο Αλ Καπόνε έγινε ένα από τα πρώτα πραγματικά αφεντικά του Χόλιγουντ με τον «όμορφο Τζόνι» να είναι ο άνθρωπος του στη μητρόπολη του αμερικανικού κινηματογράφου.
Ο Ροσέλι βρήκε ένα Χόλιγουντ έτοιμο για εκμετάλλευση και εδραιώθηκε γρήγορα ανάμεσα στους κορυφαίους αστέρες και τα αδίστακτα στελέχη των στούντιο, συμπεριλαμβανομένου του Χάρι Κον, του σκληρού συνιδρυτή και προέδρου της Columbia Pictures.
Ο Ροσέλι, ο «όμορφος Τζόνι», γκάνγκστερ της μαφίας του Σικάγου, δολοφόνος και εκβιαστής, που διέπραξε τον πρώτο του φόνο το 1922, μόλις στα 17 του, ήταν και ο άνθρωπος που μαζί με τον Καπόνε και τον Φρανκ Νίτι κατέστρωσε σχέδιο για να εκμεταλλευτούν το συνδικάτο της Διεθνούς Συμμαχίας Υπαλλήλων Θεατρικής Σκηνής, τοποθετώντας δικούς τους ανθρώπους σε θέσεις επιρροής.
Το κόλπο ήταν να απειλούν τα στούντιο με απεργίες, στοχεύοντας στην απόσπαση χρημάτων για προστασία. Το πέτυχαν. Τα τέσσερα μεγάλα στούντιο -20th Century Fox, Warner Bro, MGM και Paramount Pictures- πλήρωσαν το καθένα από 500.000 δολάρια για να αποφύγουν τις απεργίες.

Επιπλέον, χάρη σε ένα δάνειο μισού εκατομμυρίου δολαρίων από τον Ροσέλι, ο Κον εδραιώθηκε ως απόλυτο αφεντικό στην Columbia, δίνοντας έτσι στη μαφία τα πρώτα της ουσιαστικά ποσοστά σε ένα από τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο.
Παράλληλα, το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει τη σύντομη αλλά επεισοδιακή επίσκεψη του Αλ Καπόνε στο Χόλιγουντ, καθώς και την αρχικά εχθρική αλλά τελικά θετική αντιδρασή του στην ταινία Σκάρφεϊς (Scarface) του 1932, η οποία ήταν χαλαρά βασισμένη στη ζωή του.
Παράλληλα, γνωρίζουμε τον γοητευτικό αλλά εκρηκτικό γκάνγκστερ Μπέντζαμιν «Μπάγκσι» Σίγκελ, που συνεργαζόταν με την οικογένεια του εγκλήματος Τζενοβέζε -μια από τις πέντε οικογένειες που κυριαρχούσαν στις δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος στη Νέα Υόρκη σαν μέρος της μαφίας.

Ηγέτης της Εταιρείας Δολοφόνων, της οργάνωσης εκτελεστών του Μέγιερ Λάνσκι και του Εθνικού Συνδικάτου Εγκλήματος του Τσαρλς «Λάκι» Λουτσιάνο, ο Σίγκελ ήταν αρχετυπικός γκάγκστερ της γενιάς του στο Χόλιγουντ
Ο Σίγκελ ήταν γνωστός ως αδίστακτος με τους συνεργάτες του και ως ένας από τους πιο «κακόφημους και επίφοβους γκάνγκστερ της εποχής του».
Όμορφος και χαρισματικός, έγινε ένα από τους πρώτους γκάνγκστερ-διασημότητες που φιγούραραν στα πρωτοσέλιδα, έγινε κινητήρια δύναμη πίσω από την ανάπτυξη του Λας Βέγκας με την δημιουργία του καζίνο Φλαμίνγκο και κομμάτι της ελίτ στη βιομηχανία του θεάματος.
Δίπλα του εμφανίζεται ο υφιστάμενός του και μετέπειτα αντικαταστάτης του στον έλεγχο της νύχτας και της παρανομίας στο Λος Άντζελες, ο βάναυσος Μίκι Κόεν, ο οποίος ξεκίνησε την εγκληματική του πορεία σε ηλικία μόλις εννέα ετών ληστεύοντας έναν κινηματογράφο.
Στην ιστορία εμπλέκεται και ο βίαιος προστατευόμενος του Κόεν, Τζόνι Στομπανάτο, ο οποίος διατηρούσε δεσμό με τη σταρ του σινεμά Λάνα Τάρνερ και τελικά μαχαιρώθηκε μέχρι θανάτου από την έφηβη κόρη της.

Λάνα Τάρνερ και Τζόνι Στομπανάτο
Το ντοκιμαντέρ κάνει ιδιαίτερη αναφορά στους διεφθαρμένους συνδικαλιστές που τοποθέτησε η μαφία επικεφαλής στα ισχυρά σωματεία IATSE (τεχνικοί θεάματος) και Teamsters (οδηγοί).
Μεταξύ των αποκαλυπτικών ιστοριών είναι η εντολή των αρχηγών της μαφίας για τη δολοφονία του προέδρου του Σωματείου Ηθοποιών (SAG), Τζέιμς Κάγκνεϊ, όταν εκείνος αρνήθηκε να τους παραδώσει το σωματείο —μια εκτέλεση που ακυρώθηκε μόνο όταν ο πρωταγωνιστής του Σκάρφεϊς, Πολ Μούνι, ζήτησε από τον Αλ Καπόνε να παρέμβει.
Από την Κόζα Νόστρα στην Κόσερ Νόστρα
Αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους βίαιους χαρακτήρες είχαν βίαιο τέλος, το κενό εξουσίας καλύφθηκε γρήγορα. Το δεύτερο επεισόδιο του Hollywood Crime Story εξελίσσεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 έως τις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Όπως εξηγεί ο Πάτερσον «το οργανωμένο έγκλημα έγινε ακόμη πιο ενεργό στο Χόλιγουντ, πιο κομμάτι του από ποτέ, αλλά με τρόπους που ήταν πλέον αποδεκτοί από το κατεστημένο».
Σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές της σειράς, ο Τομ Μάουντ, άλλοτε πρόεδρος της Universal Studios, περιγράφει τη συμμετοχή του σε μια συνάντηση στην οποία προήδρευαν ο σκηνοθέτης Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο πανίσχυρος μάνατζερ Λιου Γουάσερμαν —του οποίου το πρακτορείο MCA εδραιώθηκε με την άμεση υποστήριξη του Αλ Καπόνε—, ο πρώην μαφιόζος και παράγοντας του Λας Βέγκας Μο Ντάλιτζ, και ο δικηγόρος Σίντνεϊ Κόρσακ, ένας από τους πιο ισχυρούς άνδρες στο Χόλιγουντ λόγω της μεγάλης πελατείας που διέθετε στη μαφία.

Ο Μάουντ θυμάται να ακούει αυτούς τους άνδρες να «μοιράζουν» και να κομματιάζουν περιοχές του Χόλιγουντ για τους εαυτούς τους.
Ο Γουάσερμαν και ο Κόρσακ ήταν δύο από τις κεντρικές φιγούρες αυτής της περιόδου, καθώς βρίσκονταν στην καρδιά μιας ομάδας Εβραίων γκάνγκστερ και επιχειρηματιών γνωστής ως Supermob ή Kosher Nostra.
Το Supermob διοικούσε κάθε πτυχή του Χόλιγουντ —από το κάστινγκ και τη χρηματοδότηση μέχρι τα συνδικάτα— αλλά και ανεπίσημες, παρασκηνιακές συμφωνίες, όπως η διαπραγμάτευση για την απελευθέρωση του απαχθέντος γιου του Φρανκ Σινάτρα.
«Εκεί που η μαφία χρησιμοποίησε κάποτε τη βία για να ασκήσει έλεγχο, αυτές οι νέες φιγούρες χρησιμοποίησαν την αίθουσα του διοικητικού συμβουλίου ως όπλο» συνοψίζει ο αφηγητής του ντοκιμαντέρ Τζεφ Ρέχνερ.
Νονός, το ορόσημο
Με τη μαφία να ορίζει πλέον με κάθε επισημότητα το παιχνίδι της βιομηχανίας του θεάματος χωρίς να αφήνει πτώματα πίσω της, ο Νονός, η πιο εμβληματική ταινία για το οργανωμένο έγκλημα όλων των εποχών παίρνει το πράσινο φως.
Υπό την καθοδήγηση του προστατευόμενου του Κόρσακ και αντισυμβατικού προέδρου της Paramount Pictures, Ρόμπερτ Έβανς, με μυστική χρηματοδότηση εν μέρει από τον τραπεζίτη της μαφίας και του Βατικανού Μικέλε Σιντόνα, και με την ανεπίσημη έγκριση του αρχηγού του εγκλήματος και ακτιβιστή ιταλικών δικαιωμάτων Τζο Κολόμπο —ο οποίος πυροβολήθηκε κατά τη διάρκεια δημόσιας ομιλίας ενώ η ταινία ήταν σε παραγωγή—, η τεράστια επιτυχία του Νονού αναδιαμόρφωσε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν τόσο οι κινηματογραφιστές όσο και οι εγκληματίες.
«Όταν βγήκε ο Νονός, οι μαφιόζοι προσπαθούσαν να κρατούν χαμηλό προφίλ. Μετά βλέπουν αυτή τη μεγαλειώδη, υπέροχη, παλαιάς κοπής απεικόνιση και σκέφτονται: “Θέλω να ζω έτσι”. Αρχίζεις να ακούς ιστορίες για πιο εκδηλωτικές, σχεδόν θεατρικές συμπεριφορές —το φιλί στο δαχτυλίδι του αρχηγού, οι μεγαλοπρεπείς γάμοι, οι ψιθυριστές συναντήσεις, οι κωδικές ονομασίες» επισημαίνει ο Πάτερσον.

Βέβαια αυτή η ανανεωμένη προσοχή και το υψηλό προφίλ κόστισαν τις ζωές σε αρκετούς από τους παράγοντες αυτής της συνθήκης. Όμως, ακόμα και όταν αυτή, η δεύτερη πλέον γενιά μαφιόζων που εξουσίαζαν το Χόλιγουντ αποκαλύφθηκε ή εκτελέστηκε, είχε κατάφερει να ανασχηματίσει το μέλλον της ψυχαγωγίας.
«Πιέζοντας μέχρι εξαντλήσεως το ποιοτικό σινεμά και μεταμορφώνοντας την οικονομία των στούντιο, ο Κόρσακ και το Supermob ενδέχεται να έθεσαν ασυνείδητα τις βάσεις για την εποχή των blockbuster» λέει ο σκηνοθέτης και παραγωγός του ντοκιμαντέρ.
Πορνό, κοκαΐνη, ξέπλυμα
Η εποχή των blockbuster ανέτειλε την επόμενη δεκαετία, παράλληλα με την διαβόητη «αδελφή» βιομηχανία του mainstream σινεμά: την πορνογραφία.
Στο τρίτο επεισόδιο το ντοκιμαντέρ Hollywood Crime Story: The Mob Takes Over the Movies εξερευνά πώς φιγούρες που συνδέονταν με τη μαφία, όπως ο Λούις «Μπούτσι» Περάινο, διοχέτευσαν τα χρήματα που έβγαλαν από την παραγωγή πορνογραφικών ταινιών στην αγορά και διανομή νόμιμων ταινιών -όπως το Frankenstein του Άντι Γουόρχολ, Ο κίτρινος πράκτωρ του Χονγκ Κονγκ (Enter the Dragon) με τον Μπρους Λι, το Dark Star και Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι (The Texas Chainsaw Massacre).
Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν ένα πρώιμο μοντέλο ανεξάρτητης κινηματογραφικής παραγωγής που είδαμε να απογειώνεται τη δεκαετία του ’90.
Παράλληλα με την πορνογραφία, η άλλη μεγάλη πηγή εσόδων για τους γκάνγκστερ του Χόλιγουντ ήταν η κοκαΐνη -το αγαπημένο ναρκωτικό της ελίτ της πόλης.

Ο Ρόμπερτ Έβανς και η πτώση του βρίσκονται στο επίκεντρο αυτού του επεισοδίου, ιδιαίτερα η εμπλοκή του στη καταστροφική παραγωγή του ιστορικού εγκληματικού δράματος Κότον κλαμπ (The Cotton Club) το 1984.
Θέλοντας μαζί με τον συνεργάτη του, τον σκηνοθέτη του Νονού Φράνσις Φορντ Κόπολα, να επαναλάβουν την ίδια επιτυχία, ο ισχυρός άνδρας της Paramount Pictures και άνθρωπος του συνδικάτου του εγκλήματος Έβανς πήρε την απεγνωσμένη απόφαση να εξασφαλίσει χρηματοδότηση συνεργαζόμενος με δύο μέλη του καρτέλ κοκαΐνης της Φλόριντα.
Η μεταγενέστερη διαμάχη μεταξύ τους οδήγησε σε μια ευρέως δημοσιοποιημένη δίκη για φόνο που διέλυσε ό,τι είχε απομείνει από τη φήμη του Έβανς -τουλάχιστον μέχρι την απρόσμενη επανεφεύρεση της καριέρας του 20 χρόνια μετά.
Διαρκές, συμβιωτικό πλέγμα
Αυτές οι ιστορίες είναι μόνο ένα δείγμα όσων καλύπτονται στο Hollywood Crime Story, το οποίο, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μόλις που ξύνει την επιφάνεια.
Εμπνευσμένος από άλλα αντίστοιχα ντοκιμαντέρ για τις σχέσεις της Μέριλιν Μονρόε και του Έλβις Πρίσλεϊ με τη μαφία, ο Πάτερσον διαπίστωσε ότι μόλις αρχίζεις να εμβαθύνεις, εμφανίζεται η μία ιστορία μετά την άλλη.

«Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν να αποφασιστεί τι θα κρατήσουμε και τι θα πετάξουμε σε αυτά τα τρία επεισόδια» λέει για το εγχείρημα που ολοκλήρωσε με τη συνδρομή μιας έμπειρης ομάδας μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Από ιστορικούς της μαφίας —όπως η Κλερ Γουάιτ, διευθύντρια εκπαίδευσης στο Mob Museum του Λας Βέγκας, και ο συγγραφέας Γκας Ρούσο— καθώς και ανθρώπους που γνωρίζουν τις δυναμικές στο Χόλιγουντ όπως ο Τζόναθαν Κουντς και η Κριστίνα Νιούλαντ.
Το ντοκιμαντέρ, γράφει ο The Guardian, καταφέρνει να είναι όχι μόνο μια ανάλαφρη, αλλά με βάθος πληροφορίας, άρτια ερευνητική ματιά πίσω από την αυλαία του Χόλιγουντ, αλλά και μια κριτική του ίδιου του είδους της μαφιόζικης ταινίας, της εξέλιξής του από την εποχή του βωβού κινηματογράφου έως την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα.

Ο Πάτερσον εξηγεί την απόφασή του να τελειώσει το 1990 ρωτώντας: «Υπήρξε κάποια πραγματικά σπουδαία γκανγκστερική ταινία από την εποχή του Goodfellas; Είτε τείνουν να επιστρέφουν στο παρελθόν, είτε προβάλλονται στην τηλεόραση».
Ανεξάρτητα από τη γνώμη κάποιου για τον μαφιόζικο κινηματογράφο μετά το 2000, ο Πάτερσον σημειώνει ότι «το οργανωμένο έγκλημα στο Χόλιγουντ κυμαίνεται σήμερα από Ουκρανούς μαφιόζους που αναλαμβάνουν υπηρεσίες streaming έως αφρικανικές συμμορίες που διαχειρίζονται πειρατικές κόπιες, κ.λπ., κ.λπ. Η εξουσία στο Χόλιγουντ πλέον δεν είναι συγκεντρωμένη σε λίγους» λέει.
Ωστόσο, όσο διάχυτη κι αν είναι η επίδραση του οργανωμένου εγκλήματος στη βιομηχανία στη σημερινή ψηφιακή εποχή, η σχέση παραμένει συμβιωτική: οι ταινίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτονται και δρουν οι γκάνγκστερ, και το αντίστροφο, στο διηνεκές.